ΑΠΟΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ «ΑΝΥΠΑΡΚΤΗΣ» ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

σε Γεω-Επικαιρότητες
image_pdfimage_print

Σπύρος Καράβας 1

Τα συνθήματα «Μακεδονία γη Ελληνική», «Η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική», «Η Μακεδονία είναι Ελλάδα», «Δεν γίνεται Μακεδόνας χωρίς να είναι Έλληνας», είναι ορισμένα από όσα κυριάρχησαν τα τελευταία 26 χρόνια στον δημόσιο λόγο και υποστηρίχθηκαν από χιλιάδες Έλληνες εντός και εκτός επικρατείας. Τα συνθήματα αυτά και οι εικόνες που τα συνοδεύουν ταξίδεψαν σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της υφηλίου. Και οπωσδήποτε εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η βεβαιότητα που απηχούν και το πάθος που διακατέχει τον διαμαρτυρόμενο κόσμο ως προς την ορθότητα της άποψής του. Μια άποψη εμπεδωμένη, που δεν επιδέχεται αντίλογο και μοιάζει να αφορά τα ιερά και τα όσια των συμπολιτών μας που τα υπερασπίζονται. Όσοι δε αρθρώνουν έναν διαφορετικό λόγο, αυθωρεί κατατάσσονται στους προδότες ή έστω στους απάτριδες

Ουσιαστικά η κυρίαρχη άποψη είναι ότι ούτε σήμερα υφίσταται ούτε στο παρελθόν υπήρξε άλλη Μακεδονία πέραν της ελληνικής. Πρόκειται για την ίδια άποψη που υποστηρίζει την αδιάσπαστη συνέχεια, ανά τους αιώνες, του ελληνικού έθνους και κατ’ επέκταση της ελληνικότητας των ελληνικών «πατρίδων». Μία από αυτές τις πατρίδες είναι και η Μακεδονία. Μια πατρίδα μάλιστα με ιδιαίτερο ειδικό βάρος αφού, ανάμεσα σε άλλα που έχουν κατά καιρούς λεχθεί, έφτασαν να την ανακηρύξουν από το βήμα της Βουλής, εν έτει 1950, σε «σπονδυλικήν στήλην της Εθνικής μας διαρθρώσεως» και σε «προπύργιον της Εθνικής μας ανεξαρτησίας»

Είναι προφανές ότι η άποψη περί της αδιάσπαστης ελληνικής συνέχειας προδίδει, πλάι στις υπόλοιπες υστερήσεις και αναχρονισμούς, την κεφαλαιώδη άγνοια γύρω από τη νεωτερικότητα του έθνους. Παρακάμπτοντας το ζήτημα αυτό, που δεν θα μας απασχολήσει εδώ, εύκολα διαπιστώνει κανείς και το μέγεθος της άγνοιας που επικρατεί ως προς τον πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά τους Βαλκανικούς πολέμους.

Εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς με τι είναι συνυφασμένες αυτές οι άγνοιες της ελληνικής κοινωνίας και πού εδράζονται οι τόσο διαδεδομένες βεβαιότητες. Κι αν όντως είναι τόσο βαθιά χαραγμένες στις συλλογικές συνειδήσεις, φυσικό είναι, αναζητώντας απαντήσεις, να ανατρέξει κανείς στην παιδεία των Νεοελλήνων, με πρώτο σταθμό στον κύριο εθνοποιητικό μηχανισμό, τη σχολική εκπαίδευση. Μάλιστα, ένας φοιτητής Γεωγραφίας, εκεί όπου καταρχήν θα έστρεφε την έρευνά του θα ήταν στα σχολικά εγχειρίδια Γεωγραφίας, στα αντίστοιχα των στρατιωτικών σχολών, στους χάρτες και τους άτλαντες καθώς και στις εγκυκλοπαίδειες που έως πρόσφατα ανταποκρίνονταν σε ποικίλες ζητήσεις του ευρύτερου κοινού. Και το ερώτημα που θα επιχειρούσε να απαντήσει είναι κατά πόσον οι συνοριακές-πολιτικές αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της Μακεδονίας, με κορυφαίες εκείνες της «τεμάχισης» της Μακεδονίας το 1913 και εν συνεχεία, τρεις δεκαετίες αργότερα, της ανακήρυξης της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» ως ομόσπονδου κράτους της Γιουγκοσλαβίας, εμφανίζονται σε αυτές τις πηγές. Ακολουθεί μια πρώτη και ενδεικτική κατάθεση δελτίων και οι σχετικές διαπιστώσεις, αποτέλεσμα περιήγησης στο σχετικό υλικό, που περιορίζεται εδώ στα μεταπολεμικά χρόνια, μέχρι το 1992, όταν ξέσπασε στη χώρα μας η φρενίτιδα

1938-1959 Το γεωγραφικό εγχειρίδιο του Π. Ι. Ηλιόπουλου (Γεωγραφία της Ευρώπης δια την Β’ Τάξιν των Οκταταξίων Γυμνασίων), πρωτοκυκλοφορεί το 1938 και εξακολουθεί να εκδίδεται από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ) μέχρι το 1959. Αναφερόμενος ο συγγραφέας στα λεκανοπέδια του Στρυμόνα και του Νέστου, στη νοτιοδυτική Βουλγαρία, επισημαίνει ότι «η περιοχή αύτη παρουσιάζει γεωλογικήν κατασκευήν ανάλογον με την της Ελληνικής Μακεδονίας, της οποίας είναι συνέχεια» (σ. 26· όλες οι παραπομπές από την έκδοση του 1938, αλλά τα ίδια επαναλαμβάνονται και στις μεταγενέστερες εκδόσεις). Όσο για την περιοχή της Σερβικής Μακεδονίας, αυτή αποτελεί συνέχεια της Ελληνικής Μακεδονίας (σ. 38), ενώ είναι μία από τις πέντε φυσικές περιοχές της Γιουγκοσλαβίας (σ. 37). Ο όρος Σερβική Μακεδονία απαντάται δέκα φορές στο εγχειρίδιο (σ. 37, 38, 39, 41, 42, 54), μία φορά αναφέρεται ως Β.Δ. Μακεδονία (σ. 39) και μία απλά ως Μακεδονία (σ. 43).

1947 Το μεταπολεμικό εγχειρίδιο του Γ. Μέγα, καθηγητή Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που εκδίδεται για πρώτη φορά το 1947 (Γεωγραφία της Ελλάδος διά την Α’ Τάξιν των Γυμνασίων) και θα γνωρίσει πολλαπλές επανεκδόσεις μέχρι και το 1968 από τον ΟΕΣΒ (και μετέπειτα Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων [ΟΕΔΒ]). Οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να μάθουν ότι τη Μακεδονία δεν την κατέχει όλην σήμερον η Ελλάς. «Το βόρειον μέρος της το κατέχουν δύο άλλα κράτη, η Νοτιοσλαβία και η Βουλγαρία» (σ. 113 [έκδ. 1947, 1948, 1950, 1951]· σ. 115, 117 [έκδ. 1955, 1957, 1958]· σ. 112 [έκδ. 1964, 1968]).

1949, 1953 Περισσότερο εύγλωττα είναι όσα συναντούμε στον 7ο τόμο του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του «Ηλίου» (1949), που είναι αφιερωμένος στην Ελλάδα και όπου διαβάζουμε ότι «τα φυσικά βόρεια όρια ολοκλήρου της Μακεδονίας ευρίσκονται εντός της Νοτιοσλαυΐας και της Βουλγαρίας και είναι τα όρη Σκάρδος και Ρίλα» (σ. 1383). Στο δε λήμμα περί Νοτιοσλαβίας (τ. 14), το οποίο συντάσσεται το 1953, υιοθετείται πλήρως η ονομασία Μακεδονία για την αντίστοιχη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και ο όρος Μακεδόνες στην κατανομή κατ’ εθνότητες του πληθυσμού. Έτσι, η Δημοκρατία της Μακεδονίας εμφανίζεται να έχει 1.216.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 809.613 είναι Μακεδόνες «κατ’ επισήμους νοτιοσλαβικούς αριθμούς». Και το λήμμα συνοδεύεται από ένθετο πολιτικό χάρτη, που φέρει τις αντίστοιχες επωνυμίες των Λαϊκών Δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας, χωρίς να παραλείπεται και εκείνη της Μακεδονίας (χάρτης 1)

Αν σε κάτι αντιτίθεται έμμεσα ο συντάκτης του σχετικού λήμματος Ν. Μοσχόπουλος είναι ο χαρακτηρισμός της γλώσσας ως μακεδονικής και γι’ αυτό την θέτει εντός εισαγωγικών. Αντί άλλου συμπεράσματος θα μπορούσε λοιπόν να υποστηριχθεί ότι το λεξικό του «Ηλίου», παρά το εθνικιστικό και αντικομμουνιστικό του πρόταγμα, δεν υπερασπίζεται την ελληνική αποκλειστικότητα της Μακεδονίας.

2

1950 Στη Γεωγραφία της Ευρώπης για την ΣΤ’ Τάξη των Δημοτικών Σχολείων της Μαρ. Ιωαννίδου-Παπαϊωάννου και της Βασ. Γιαννακοπούλου (χ.χ., αλλά εγκεκριμένη από το Υπουργείο Παιδείας για την 3ετία 1950-1953) αναδημοσιεύεται ο χάρτης της μεσοπολεμικής  Γεωγραφίας της Ευρώπης του Ιω. Σαρρή (11933)

με την επισήμαση ότι η Σερβική Μακεδονία αποτελεί ένα από τα τμήματα της Γιουγκοσλαβίας (σ. 50, 52). Τον ίδιο χάρτη της Γιουγκοσλαβίας του Ιω. Σαρρή αναδημοσιεύει επίσης και ο Λάζαρος Γαβαλάς στη Γεωγραφία της Ευρώπης διά τους μαθητάς της ΣΤ’ Τάξεως των Δημοτικών Σχολείων (χ.χ., αλλά εγκεκριμένη το 1955 – ο χάρτης στη σ. 57).

1951 Το Γενικό Επιτελείο Στρατού, εκπονεί το 1951 διοικητικό χάρτη της Μακεδονίας (κλίμακα 1:1.000.000, χαρακτηρισμένος απόρρητος), ο οποίος φέρει τις ονομασίες των Λαϊκών Δημοκρατιών και των Αυτόνομων Περιοχών. Ο χάρτης είναι ελληνόγλωσσος και με το όνομα «Μακεδονία» ορίζεται η νοτιότερη Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.

Στα δε αχρονολόγητα Σχεδιογραφήματα Στρατιωτικής Ιστορίας της Ελλάδος 1897-1950, που κυκλοφόρησαν όμως τα χρόνια αυτά (έκδ. Σ. Α. Τζηρίτα)

3

, ο χάρτης του Βαλκανικού μετώπου κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (αρ. 17) εικονίζει δύο Μακεδονίες ένθεν κακείθεν των ελληνοσερβικών συνόρων, με μια μικρή παραλλαγή στην απόδοσή τους: η ελληνική σημειώνεται ως «Macedoine» και η σερβική ως «Macedonie».

1955 Σύμφωνα με τη Γεωγραφία της Ευρώπης Τάξις ΣΤ’ τουΔ. Γιαννιά (1955, επανεκδίδεται έως τουλάχιστον το 1958), «η Γιουγκοσλαβία αποτελείται από τα εξής τμήματα: τη Σερβία, την Κροατία, την Σλοβενία, τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη, τη Δαλματία, το Μαυροβούνιο και τη Σερβική Μακεδονία» (σ. 54). Μάλιστα παρατίθεται και χάρτης με τη σήμανση «Σερβική Μακεδονία».

Πληροφορούμαστε επίσης ότι εκτός από τη σερβική γλώσσα, στη χώρα ομιλούνται και η κροατική, η σλοβενική και η «σερβομακεδονική» (σ. 52).

1960 Στο Συμπλήρωμα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Παύλου Δρανδάκη, η οποία είχε κυκλοφορήσει μεσοπολεμικά από τον «Πυρσό», ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχετικά με τη φυσική γεωγραφία της Γιουγκοσλαβίας (τ. Β’ [1960]), καθώς ο όρος Μακεδονία χρησιμοποιείται από τον συντάκτη Γεώργιο Γαζή, αξιωματικό πεζικού, ως αυτονόητη γεωγραφική-διοικητική περιφέρεια της Γιουγκοσλαβίας. Μας πληροφορεί ότι «εις την Μακεδονίαν εκτείνεται η Σαρ Πλάνινα», δηλαδή το όρος Σκάρδος, ενώ το όρος Τσέρνα Γκόρα αποτελεί «το όριον Σερβίας και Μακεδονίας». Μεταξύ των γνωστοτέρων λιμνών είναι και οι 14 λίμνες στο «όρος Σαρ Πλάνινα της Μακεδονίας». Εξάλλου η «βροχόπτωσις ποικίλλει κατά τμήματα. Ούτω βροχόπτωσις μέχρι 500 χιλιοστμ. παρατηρείται είς τινα τμήματα των παραλίων και εις την Μακεδονίαν». Ως προς την πανίδα, «εις τα όρη της Κροατίας και της Μακεδονίας διαβιούν άρκτοι, λύγκες, δορκάδες και έλαφοι». Επίσης «εις την Μακεδονίαν» υπάρχουν δύο εθνικοί δρυμοί για την προστασία της πανίδας. Στο ίδιο λήμμα αναφέρεται ότι μία από τις ομόσπονδες λαϊκές δημοκρατίες που απαρτίζουν τη Γιουγκοσλαβία είναι και εκείνη της Μακεδονίας, για την οποία αναγράφεται η έκταση και ο πληθυσμός, ενώ ένθετος υπάρχει και έγχρωμος χάρτης με τις ονομασίες των επιμέρους δημοκρατιών.

Αξίζει αντίθετα να σημειωθεί ότι η Μακεδονία στο αντίστοιχο λήμμα του Συμπληρώματος (τ. Γ’, χ.χ., αλλά του 1961 ή 1962) παρουσιάζεται ως αποκλειστικά ελληνική γεωγραφική και διοικητική περιοχή.

1962 Ο υποστράτηγος Μιχαήλ Σούλης, καθηγητής Γεωγραφίας στη Σχολή Ευελπίδων, το 1962, στο βιβλίο του Επιτομή της Βαλκανικής Χερσονήσου, είναι απολύτως σαφής ως προς τις τύχες της Μακεδονίας μετά τους Βαλκανικούς πολέμους: αυτή «ανήκει σήμερον κατά τμήματα εις τα εξής Βαλκανικά κράτη […] 1) εις την Γιουγκοσλαυΐαν, ανήκει το βόρειον και δυτικόν τμήμα της Μακεδονίας […] 2) Εις την Βουλγαρίαν, περιλαμβάνεται η βόρειος και ανατολική περιοχή της Μακεδονίας […] 3) Εις την Αλβανίαν, ανήκει μικρόν τμήμα της χώρας, περί το λεκανοπέδιον Αχρίδος-Πρεσπών και 4) Εις την Ελλάδα, περιλαμβάνεται η υπόλοιπος περιοχή της Μακεδονίας (Νοτιοδυτική-νοτία-νοτιοανατολική» (σ. 47).

Στη συνέχεια ο ίδιος διευκρινίζει τη διοικητική υπόσταση των εκτός Ελλάδας Μακεδονιών: η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία «συνιστά μίαν των σλαυϊκών δημοκρατιών» (σ. 182), η «Βουλγαρική Μακεδονία αποτελεί έν εκ των διαμερισμάτων, εις τα οποία διαιρείται ολόκληρος η Βουλγαρία με πρωτεύουσαν την Τζουμαγιάν μετονομασθείσαν εις Μπλαγκόε(β)γκραντ», ενώ «το τμήμα της Μακεδονίας το περιλαμβανόμενον εις την Αλβανίαν υπάγεται εις τον νομόν Κορυτσάς» (σ. 183). Όσο για τον πληθυσμό της Γιουγκοσλαβίας, ο Σούλης σημειώνει ότι «αν και Σλαυϊκής καταγωγής, συγκροτούν έξ (6) διαφόρους εθνότητας διαφερούσας κατά την γλώσσαν, την θρησκείαν, τα ήθη και τα έθιμα». Μία από αυτές τις έξι εθνότητες είναι και εκείνη των Μακεδόνων (σ. 259-260). Επίσης μία από τις αναγνωρισμένες γλώσσες του κράτους είναι η «Μακεδονική», ενώ στη συνέχεια γίνεται λόγος και για Σλαυομακεδόνες που μιλούν τη Σλαυομακεδονική γλώσσα (σ. 261

1962 Ο καθηγητής Φυσικής Παναγιώτης Γαβρεσέας, στο εγχειρίδιό του Γεωγραφία της Ευρώπης διά την Β’ Τάξιν των Γυμνασίων (ΟΕΔΒ, 11962, 21963), αναφέρει ότι η Σερβική Μακεδονία είναι μία από τις έξι Λαϊκές Δημοκρατίες του ομόσπονδου κράτους της Γιουγκοσλαβίας, στο οποίο κατοικούν «περί το 1 εκατομ. Σέρβοι της Μακεδονίας» (έκδ. 1963, σ. 23, 32). Το κείμενο συνοδεύεται από δύο χάρτες της Γιουγκοσλαβίας, με την ένδειξη Σερβική Μακεδονία στον πολιτικό χάρτη και Μακεδονία χωρίς άλλο προσδιορισμό στον επόμενο (σ. 24, 26).

Ας σημειωθεί τέλος ότι ό όρος Σερβική Μακεδονία απαντάται εδώ εννέα φορές (σ. 23, 25, 27, 29, 32, 35).

1964 Το 1964 πρωτοκυκλοφορεί η Γεωγραφία Ευρώπης, Φυσική, Πολιτική, Οικονομική διά την Β’ Τάξιν του Γυμνασίου του Ευάγγελου Σταμάτη. Αναδημοσιεύεται αυτούσιος ο χάρτης της Γιουγκοσλαβίας (σ. 25) τον οποίο συναντήσαμε στο εγχειρίδιο του Γαβρεσέα.

και σημειώνεται ότι κατά το «1912-1913 κατέλαβεν η Σερβία την βόρειον Μακεδονίαν» (σ. 28). Προστίθεται μάλιστα ότι «μέχρι του 1918 έζων εις την σημερινήν Μακεδονίαν την κατεχομένην υπό των Γιουγκοσλάβων πολλοί Έλληνες» (σ. 29).

1969 Ο ίδιος χάρτης της Γιουγκοσλαβίας, με τις ονομασίες των περιφερειών της χώρας, κοσμεί και το εγχειρίδιο του Φυσικού και Γυμνασιάρχη Ευστράτιου Παπάνη Η Γεωγραφία Β’ Γυμνασίου, το οποίο πρωτοεκδίδεται το 1969 και αδιαλείπτως ανατυπώνεται έως και το 1982 (ο χάρτης στη σ. 108, έκδ. 1969). Εδώ φαίνεται να λήγει και η σταδιοδρομία του χάρτη αυτού, ο οποίος συνόδευσε τα γεωγραφικά εγχειρίδια για τη Β’ Γυμνασίου επί είκοσι συναπτά έτη (1962-1982). Όσο για τον Παπάνη, σημειώνει ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, «εσχηματίσθη η “Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας” με τας εξής χώρας: Παλαιάν Σερβίαν – Κροατίαν – Σλοβενίαν – Βοσνίαν – Ερζεγοβίνην – Μαυροβούνιον και την λεγομένην Σερβικήν Μακεδονίαν» Η λεγομένη επαναλαμβάνεται σε όλες τις εκδόσεις (έκδ. 1969, σ. 112, έκδ. 1982, σ. 39).

1969 Το 1969 κυκλοφόρησε και ο Παγκόσμιος Γεωγραφικός Άτλας (Πάπυρος – Fratelli Fabbri Editori)

4

σε δύο χάρτες του οποίου (τ. 1, σ. 53, 57) σημειώνεται η επίμαχη λέξη «Μακεδονία» για την γειτονική Δημοκρατία, πάνω από την ελληνική Μακεδονία.

Στα σύντομα λήμματα που συνοδεύουν τους χάρτες, μαθαίνουμε επίσης ότι εκεί επί Βυζαντινής αυτοκρατορίας «ο Ελληνισμός δέσποζε φυλετικά, γλωσσικά και πολιτιστικά» (σ. 122). Δεν πληροφορούμαστε όμως για τη συνέχεια…

1969 Στη Γεωγραφία της Ελλάδος Α’ Γυμνασίου του γεωλόγου Ηλία Μαριολάκου, που εκδίδεται –όπως όλα τα εγχειρίδια της περιόδου αυτής– από τον ΟΕΔΒ μεταξύ 1969 και 1976, διαβάζουμε ότι «η ελληνική Μακεδονία περιλαμβάνει το μεγαλύτερον μέρος της Μακεδονίας η οποία εκτείνεται και πέραν των βορείων συνόρων της Ελλάδος μέχρι των ορέων του Σκάρδου και Ρίλου». Και για να γίνει σαφέστερος συνεχίζει: «Σήμερον δεν ανήκει ολόκληρος η Μακεδονία εις την Ελλάδα, αλλά μόνον το νότιον τμήμα αυτής. Τα βόρεια τμήματά της τα κατέχουν η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία» (έκδ. 1970, σ. 101-102, έκδ. 1976, σ. 100 [σε δημοτική γλώσσα]). Ωστόσο, στη νέα της εκδοχή η Γεωγραφία του Η. Μαριολάκου, με συνυπογράφοντα τον Χρ. Σίδερη (Στοιχεία Γενικής Γεωγραφίας της Ελλάδας Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 11979, που επανεκδίδεται τουλάχιστον μέχρι το 1994), παραλείπει την πληροφορία αυτή.

Ούτως ή άλλως, η σχολική γεωγραφία από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αλλάζει ρότα. Η πολιτική γεωγραφία εγκαταλείπεται σταδιακά και υποκαθίσταται από την οικονομική και περιβαλλοντολογική γεωγραφία, τη γεωλογία και τα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις της Ελλάδας με την ΕΟΚ

5

Με τον τρόπο αυτό η διδακτική της Γεωγραφίας, όπως και της Ιστορίας, πέρασε στον «αστερισμό της υπερεθνικότητας και της παγκοσμιοποίησης» 6.

Κατά συνέπεια η βόρεια Μακεδονία της Νοτιοσλαβίας και Βουλγαρίας, η Σερβική Μακεδονία της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας, ακόμη και η λεγομένη Σερβική Μακεδονία του Παπάνη, από τη δεκαετία του 1980 και εξής δεν θεωρούνται άξιες μνείας. Μαζί με την απάλειψη μειωτικών χαρακτηρισμών ως προς την προέλευση και το πολιτισμικό status των περίοικων στην Ελλάδα λαών, απονευρώνεται και η ιστορική και πολιτική γεωγραφία. Τουτέστιν η κυρίαρχη μέχρι και τη δεκαετία του 1960 θέαση της γεωγραφίας.

1984 Έτσι στη Γεωγραφία της Ευρώπης, Γ’ Γυμνασίου της Σοφίας Ορεινού-Μάγκλαρη και του Στέφανου Παπασημακόπουλου, η οποία απο το 1984 συνεχίζει να εκδίδεται από τον ΟΕΒΔ έως τουλάχιστον το 1994, δεν ανιχνεύεται τίποτε σχετικό με την πολιτική γεωγραφία των κρατών ή τη φυσική μορφολογία ευρύτερων περιοχών. Μια ματιά στα περιεχόμενα του εγχειριδίου αυτού είναι αρκούντως κατατοπιστική για την αλλαγή προσανατολισμού για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Εντελώς ενδεικτική, στη συνάφεια αυτή, είναι και η Γεωγραφία Β’ Γυμνασίου της Αθηνάς Καραμπάτσα κ.ά., η οποία άρχισε να κυκλοφορεί από τον ΟΕΔΒ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (το 2007 πραγματοποιεί τη 10η έκδοση) και επιχειρεί να μας διαφωτίσει στο σχετικό κεφάλαιο που αναφέρεται στις Βαλκανικές χώρες: «Η ιστορία αυτής της περιοχής είναι πολύπλοκη γιατί στο έδαφός της συναντήθηκαν από τα πανάρχαια χρόνια πολλές διαφορετικές εθνότητες, πολιτισμοί και θρησκείες που βρέθηκαν σε σύγκρουση ανάμεσά τους» (έκδ. 2007, Μάθημα 14, σ. 55). Στη δε επόμενη σελίδα μαθαίνουμε ότι «οι βουνοκορφές της [Ροδόπης] είναι τα σύνορα ανάμεσα στη χώρα μας και στη γειτονική Βουλγαρία» (σ. 56).

1985, 1990 Τέλος, στο λήμμα «Γιουγκοσλαβία» της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος -Λαρούς-Μπριτάννικα (τ. 17, 1985), σημειώνεται ότι «η χώρα αποτελείται από έξι ομόσπονδες δημοκρατίες, μία για κάθε κύρια σλαβόφωνη εθνότητα» και παρατίθεται έγχρωμος χάρτης με τις ονομασίες των Δημοκρατιών.


Οι «Σλαβομακεδόνες» αντιστοιχούν στο 6% του πληθυσμού, ενώ το 5% «ομιλει την Σλαβομακεδονική έχει ιδιαίτερη γραπτή γλώσσα, η οποία κωδικοποιήθηκε πρόσφατα και συγγενεύει με τη Βουλγαρική». Στο ρέον κείμενο η αναφορά στη Μακεδονία γίνεται χωρίς άλλον προσδιορισμό.

Στον 44ο τόμο της ίδιας εγκυκλοπαίδειας (1990) ο αναγνώστης βρίσκει τρία λήμματα με τον όρο «Μακεδονία»: α) εκείνο που αφορά τον κεντρικό γεωγραφικό χώρο της Βαλκανικής και εκτείνεται «στη Βόρεια Ελλάδα, στη νότια Γιουγκοσλαβία, στη νοτιοδυτική Βουλγαρία και στο ανατολικό άκρο της Αλβανίας», β) το γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας και γ) τη «Μακεδονία (Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας)», που «καταλαμβάνει το δυτικό μέρος της ιστορικής περιοχής της Μακεδονίας» και τα 2/3 περίπου των κατοίκων της είναι Σλαβομακεδόνες», ενώ «το ποσοστό αναλφαβητισμού» σε αυτήν είναι το υψηλότερο στη χώρα [ενν. τη Γιουγκοσλαβία]».

Αυτά γράφονται στη γειτονική Ελλάδα –χώρα με ανύπαρκτο ουσιαστικά αναλφαβητισμό– σε μια από τις εγκυρότερες ελληνόγλωσσες εγκυκλοπαίδειες, τις παραμονές της έκρηξης του εθνικιστικού παροξυσμού. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι η συγκεκριμένη εγκυκλοπαίδεια είναι εκείνη που έχει και τη μεγαλύτερη αποδοχή από την εγγράμματη ελληνική κοινωνία δοθέντος ότι θεωρείται, δίκαια ή άδικα, πως διασφαλίζει τα εχέγγυα της επιστημονικότητας. Βεβαίως είναι άλλο πράγμα οι ομοιόμορφες δερματόδετες ράχες που κοσμούν το ‘σύνθετο’ στο καθιστικό και άλλο η ‘επισκεψιμότητα’ που γνώρισαν τα ίδια τα έντυπα. Θα μπορούσε όμως να διατυπωθεί και ο αντίλογος που δεν αφορά την ‘επισκεψιμότητα’ –ούτως ή άλλως περιορισμένη–, αλλά την ‘επιχειρησιακή’ ικανότητα της όποιας Britannica προκειμένου να αμφισβητηθούν εμπεδωμένες ‘αλήθειες’, να αναθεωρηθούν ανορθολογικοί τρόποι σκέψης, να ανατραπούν σωβινιστικές προσλήψεις της Ιστορίας, να αποδυναμωθούν αρχαϊκότητες παντός είδους. Αρχαϊκότητες που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε οικογενειακές συναθροίσεις μπροστά στο ‘σύνθετο’ της μεταπολεμικής Ελλάδας και αναπαράγονται από γενιά σε γενιά λες και σταμάτησε ο χρόνος

Αντί συμπεράσματος, λοιπόν, και για να ξαναθυμηθούμε τον υποθετικό φοιτητή Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εφόσον εκείνος μείνει μόνο στα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν εδώ, δύσκολα θα απαντήσει στο αρχικό ερώτημα. Αν μή τι άλλο αυτά αποδεικνύουν ότι ερεθίσματα προς την κατεύθυνση της ύπαρξης της «ανύπαρκτης» Μακεδονίας είχε συναντήσει ο μέσος εγγράμματος Νεοέλληνας στο διάβα του από την εποχή του Ψυχρού πολέμου έως την ώρα του εθνικιστικού παραληρήματος. Εδώ περιοριστήκαμε σε ελάχιστα δείγματα, ενώ τα έντυπα, σχολικά και όχι μόνο, τόσο των μεσοπολεμικών όσων και των μεταπολεμικών χρόνων, βρίθουν από σχετικές μνείες. Και ασφαλώς ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε εαυτούς και αλλήλους σφυρηλατείται από ποικίλα αναγνώσματα, αλλά και ακούσματα και βιώματα. Τα στερεότυπα, οι φενακισμοί και οι αγκυλώσεις των συλλογικών συνειδήσεων είναι προϊόντα πολύπλοκων ιστορικών διεργασιών. Για να αποκτήσει εν προκειμένω όνομα-οντότητα και αυτή η Μακεδονία των άλλων, απαιτούνται ρηγματώσεις στον παραδοσιακό και αρχέγονο πολιτισμό μας, που προϋποθέτουν ευρύτερες ρήξεις και ανατροπές

Στο κείμενο αυτό αποφεύγεται εμπρόθετα -και επειδή εξ αντικειμένου ο χώρος δεν το επιτρέπει- η παράθεση βιβλιογραφίας για το Μακεδονικό ζήτημα, η οποία ούτως ή άλλως είναι τεράστια τόσο ως προς την οντολογική του διάσταση όσο και ως προς την κριτική θεώρηση της ιστοριογραφίας που το αφορά. Περιορίζομαι ωστόσο να μνημονεύσω το εντελώς πρόσφατο άρθρο με ανάλογο προβληματισμό και τεκμηρίωση του Σάκη Κουρουζίδη στο τχ. 85 (Ιούνιος 2018) του The book’ journal («Πόσες Μακεδονίες υπάρχουν;»), το οποίο δημοσιεύτηκε ενώ είχε ξεκινήσει η σχετική έρευνα, μέρος της οποίας κατατίθεται στο παρόν άρθρο.

Υποσημειώσεις

  1. Αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, skaravas@sa.aegean.gr
  2. Από λόγο του Θεόδωρου Τουρκοβασίλη, ιδρυτή του Κόμματος των Εθνικοφρόνων (το παραθέτει ο Κωνσταντίνος Κατσάνος, Το «ανύπαρκτο» ζήτημα. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και το Μακεδονικό 1950-1967, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 305
  3. Το ανώνυμο αυτό τομίδιο αποτελεί πιθανώτατα συνέχεια της Στρατιωτικής Ιστορίας της Ελλάδος, (Αθήνα, έκδ. Σ. Α. Τζηρίτα, χ.χ.έ.), με πρόλογο του Ν. Παπαρρόδου και επιμελητές ύλης τους Ε. Π. Φωτιάδη και Κ. Τσόλακα.
  4. Φέρει την ένδειξη Εταιρεία Εγκυκλοπαιδικών Εκδόσεων Ο.Ε., 1968, αλλά από εσωτερικές ενδείξεις προκύπτει ότι ο Ατλας κυκλοφόρησε το 1969.
  5. Πβ. και τα πορίσματα της έρευνας της Λίνας Βεντούρα για τα εγχειρίδια Γεωγραφίας τη δεκαετία του 1990 στον τόμο Άννα Φραγκουδάκη – Θάλεια Δραγώνα (επιμ.), «Τι είν’ η πατρίδα μας» Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση,σ. 401-441 («Τα βιβλία γεωγραφίας: αντιφάσεις στο ανθρωπιστικό και εκσυγχρονιστικό μήνυμα»). Ούτως ή άλλως ό συλλογικός αυτός τόμος είναι ιδιαίτερα χρήσιμος από την άποψη που μας ενδιαφέρει εδώ,καθώς, εκτός των άλλων και μαζί με τη σχετική βιβλιογραφία, ο αναγνώστης θα βρει στα κείμενα που τον απαρτίζουν μια κριτική αποτίμηση των σχολικών εγχειριδίων (Ιστορίας, Γεωγραφίας και Γλώσσας) της δεκαετίας του 1990 τα οποία δεν εξετάζονται εδώ αλλά παρουσιάζουν αξιοσημείωτες συνέχειες και εμμονές σε σχέση με όσα προηγήθηκαν.
  6. Πβ. Γιώργος Κόκκινος, Επιστήμη, ιδεολογία, ταυτότητα: το μάθημα της Ιστορίας στον αστερισμό της υπερεθνικότητας και της παγκοσμιοποίησης, Αθήνα 2003.
Ετικέτες:

Πρόσφατα από Γεω-Επικαιρότητες

Placeholder

Doreen Massey 1944-2016 in memoriam

Η Doreen Barbara Massey, διεθνώς γνωστή γεωγράφος, φεμινίστ ρια και πολιτική ακτιβίστρια
^