Ο Φόβος για την πόλη και η αμφίδρομη σχέση με τον κινηματογράφο: η αστική αναγέννηση μέσα από τις ταινίες τρόμου και τα θρίλερ

Φοίβος Καλλίτσης, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Επιβλέπουσες/οντες: Ντίνα Βαϊου, Μαρία Παραδείση, Σόλων Ξενόπουλος

Η διατριβή διερευνά το ζήτημα του δίπολου φόβος/ασφάλεια και τις συνέπειες στον αστικό χώρο σε επίπεδο σχεδιασμού και αντίληψης αυτού. Η μελέτη γίνεται μέσα από το τρίπτυχο φόβος–πόλη–κινηματογράφος αναζητώντας τα κοινά σημεία μεταξύ δομημένου περιβάλλοντος, κοινωνικών πρακτικών και αναπαραστάσεων. Μία πλούσια βιβλιογραφία έχει εξετάσει τους παραπάνω όρους σε διαφορετικά ζεύγη: κινηματογράφος – φόβος (Aldana Reyes 2016; Carroll 2004; Cherry 2009; Penner et al. 2012), φόβος–πόλη (Bannister και Fyfe 2001; Comaroff και Ong 2013; Ellin 1997; England και Simon 2010) και πόλη-κινηματογράφος (Barber 2002; Clarke 1997; Krause and Petro 2003; Shiel και Fitzmaurice 2001). Η εργασία επικεντρώνεται στη μελέτη της αστικής αναγέννησης ως απάντηση στο αίτημα για ασφάλεια και αντιμετώπιση του φόβου, χρησιμοποιώντας μεθοδολογικά εργαλεία της μελέτης σημείων τομής κινηματογράφου και πόλης και την προσέγγιση του κινηματογράφου ως ‘βιωμένου χώρου’ (Pallasmaa 2007), και αντλώντας υλικό από ταινίες τρόμου και θρίλερ -κατεξοχήν είδη που σχετίζονται με τον φόβο- και το πλαίσιο παραγωγής τους. Η διατριβή αναφέρεται στον τρόπο που η θεωρία για την πόλη και την αρχιτεκτονική προσεγγίζει τον κινηματογράφο και τον τρόπο που οι κινηματογραφικές σπουδές έχουν αναλύσει την πόλη και χρησιμοποιεί το κινηματογραφικό είδος του τρόμου, με στόχο να καταγράψει τους φόβους της εποχής και τον τρόπο αποτύπωσής τους στο χώρο. Η εργασία αποπειράται να αποκωδικοποιήσει τους μηχανισμούς της εκούσιας ή ακούσιας αλληγορίας των ταινιών καθώς και του τρόπου που ο λόγος περί φόβου για την πόλη αναπαράγεται και ανατροφοδοτείται από τον κινηματογράφο.

Σε μία εποχή που ο φόβος, η ανησυχία και η έννοια της κρίσης κυριαρχούν, η αρχιτεκτονική και ο πολεοδομικός σχεδιασμός καλούνται να δώσουν απαντήσεις σε θέματα ασφαλείας και να αποτρέψουν το έγκλημα και την εξάπλωση του τρόμου μέσω διαφορετικών θεωριών και πρακτικών (Armitage και Monchuk 2011; Brooke 2013; Teedon et al. 2010). Ο φόβος, ως συναίσθημα, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα βιολογικών και νευρολογικών λειτουργιών, αλλά και πολιτιστικό κτήμα (Solomon 2007), και, παρά τις διαφορετικές εκφάνσεις του, διατηρεί κάποια κοινά χαρακτηριστικά (Ekman και Friesen 2003): ο φόβος προϋποθέτει την επίγνωση του κινδύνου από το υποκείμενο, ή την αίσθηση μίας πιθανής απειλής, ανεξάρτητα με το αν υπάρχει στην πραγματικότητα (Lysaght 2007). Το ζήτημα της ασφάλειας λοιπόν δεν έχει να κάνει μόνο με τους κινδύνους που υπάρχουν, αλλά και με την αίσθηση του κινδύνου, η οποία επηρεάζει τον τρόπο που βιώνεται ο αστικός χώρος. Ο όρος «αίσθηση του κινδύνου», περιγράφει μία σειρά πολύπλοκων σχέσεων, οι οποίες δύσκολα μπορούν να αναπαρασταθούν σε χάρτες, διαγράμματα ή πίνακες στατιστικών, και η οποία αλλοιώνει το όραμα του χωρικού σχεδιασμού, σε αρχιτεκτονικό ή πολεοδομικό επίπεδο (Sassen, 1991). Ακόμη πιο δύσκολο να αποτυπωθεί είναι ο ρόλος που παίζουν τα διαφορετικά μέσα (τηλεόραση, τύπος, κινηματογράφος, κτλ.) στη διαμόρφωση της εικόνας για την πόλη.

Η διαρκής προβολή του φόβου συνδέεται με την υπόσχεση για τον εξοστρακισμό του από τον πολιτικό λόγο, η οποία καταλήγει να γίνεται απαίτηση των πολιτών. Υπό αυτή τη συνθήκη, όμως, δημιουργείται μία ψευδής υπόσχεση καθώς ο φόβος αλλάζει διαρκώς μορφή, αιτία και αντικείμενο, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εξαλειφθεί (Riemann 1994). Ειδικά σε συλλογικό επίπεδο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο φόβος κάνει μία σειρά κύκλων, επανέρχεται με διαφορετικές μορφές και επηρεάζει διαφορετικές ομάδες κάθε φορά. Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν θέσεις που αναζητούν τη δημιουργικότητα την οποία μπορεί να κρύβουν απεχθή θέματα, καθώς διασπούν τη νωχελικότητα στην οποία οδηγεί η «ανώδυνη ομορφιά» (Eco 2007: 149), μία προσέγγιση που ενστερνίζονται σε θεωρητικό επίπεδο πολλοί αρχιτέκτονες (Coop Himmelb(l)au 1998; Tschumi 1996; Vidler 1992). Σε πρακτικό επίπεδο, όμως, η αρχιτεκτονική και ο πολεοδομικός σχεδιασμός καλούνται να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένα κτιριολογικά προγράμματα και απαιτήσεις, αδυνατώντας να αντιταχθούν στην πολιτική βούληση (Aureli 2008), η οποία πολλές φορές προτείνει πολιτικές μηδενικής ανοχής προς το διαφορετικό (De Souza 2010; Graham 2010; Sorkin 2008). Ακόμη και αν η υλική έκφραση αυτής της λογικής μπορεί να αποτρέψει ως ένα σημείο το έγκλημα, η ανέγερση τειχών και η προσθετική αντιμετώπιση του φόβου δεν συνδέεται με τη μείωση του αισθήματος του φόβου (Sohn 2016). Επηρεάζουν όμως την εικόνα της πόλης, τον τρόπο που βιώνεται ο χώρος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συγχρωτίζονται οι κάτοικοι της .

Οι πρώτες αντιδράσεις στο αίτημα για ασφάλεια ήταν η απόσταση από την πόλη με δημιουργία αποκλειστικών θυλάκων ασφαλείας: αστική διάχυση, προάστια και στην πιο ακραία μορφή τους οι περιφραγμένες κοινότητας (Low 2004; Mitchell 2003), μέσα από τις ιδέες του αμυνόμενου χώρου (defensiblespace) (Newman 1972). Η βασική αρχή του «αμυνόμενου χώρου» στηρίζεται σε ένα δίκτυο ιδιωτικών χώρων, από τους οποίους οι κάτοικοι έχουν το «βλέμμα τους στο δρόμο» και ο σχεδιασμός πρέπει να επιτρέπει αυτή την πρακτική επιτήρησης του δημόσιου χώρου. Σε αυτό το πλαίσιο «του γείτονα που προστατεύει» εγείρεται το ζήτημα της συνοχής της γειτονιάς, του κατάλληλου γείτονα και του αποκλεισμού οποιουδήποτε υποκειμένου γίνεται αντιληπτό ως επικίνδυνο. Όταν στα τέλη του 20ου αιώνα παρατηρείται μία έντονη τάση επιστροφής στην πόλη, η ίδια λογική θα αρχίσει να εφαρμόζεται στα κέντρα των πόλεων, μέσα από εξευγενιστικές παρεμβάσεις (Smith 1996). Καθώς ο εξευγενισμός γίνεται συνώνυμο του πιο σκληρού προσώπου του καπιταλισμού, οι στρατηγικές αυτές επενδύονται με διαφορετικούς όρους: αστική ανανέωση ή αστική αναγέννηση. Η αιτιολόγηση αυτών των στρατηγικών χρησιμοποιεί όρους της προοδευτικής αριστεράς όπως κοινότητες μικτών εισοδημάτων, βελτίωση υποδομών και βιωσιμότητας, «επενδύει την ταξική εκκαθάριση του αστικού τοπίου με περιβαλλοντικά επιχειρήματα» (Smith 2011), και αποκρύπτει ότι τα κατώτερα οικονομικά στρώματα δε θα επωφεληθούν τελικά από αυτές τις παρεμβάσεις.

Η διατριβή με βάση έξι ταινίες τρόμου διαφορετικών εθνικών παραγωγών (Ελλάδα, ΗΠΑ, Ισπανία, Μεξικό, ΗΒ) μελετά το ζήτημα του φόβου και της πόλης, σε ένα «παράλληλο μοντάζ» με τη δαιμονοποίηση περιοχών και κατοίκων από τα ΜΜΕ και τον πολιτικό λόγο, προκειμένου να αιτιολογηθούν πρακτικές αστικής αναγέννησης. Η ανάλυση έγινε με βάση τα θεωρητικά σχήματα των Hunt (2002) και Rowley (2015), σε αφηγηματικό και δομικό επίπεδο. Κάθε μία από τις ταινίες αναλύθηκε με βάση τα χαρακτηριστικά της παραγωγής της (θέμα, συντελεστές, κινηματογραφικό τοπίο, προώθηση), τους χαρακτήρες της ως στερεοτυπική ή αναλυτική αντανάκλαση της κοινωνικής δράσης του τόπου όπου διαδραματίζεται και τέλος, του χώρου δράσης. Για κάθε ταινία δημιουργούνται διαγράμματα και χάρτες που αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο κάθε μία από τις ταινίες προσεγγίζει το ζήτημα της πόλης σε διαφορετική κλίμακα και δημιουργεί ένα νέο νοητικό χάρτη της περιοχής όπου διαδραματίζεται, αντλώντας υλικό από τον αστικό χώρο αλλά και τις αφηγήσεις για την πόλη σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο. Ο χώρος δράσης αναλύεται μέσα από τα όσα συμβαίνουν στην πραγματική πόλη στην οποία αναφέρεται η ταινία και πώς αυτά τα στοιχεία εισχωρούν στην κινηματογραφική εκδοχή της πόλης, καθώς και πώς κινηματογραφείται ο αστικός χώρος έτσι ώστε να επιτευχθεί η αίσθηση της απειλής και να ενταθεί η αγωνία του θεατή. Οι κινηματογραφικές αναπαραστάσεις εντάσσονται εκ νέου στη διακειμενική μνήμη για την πόλη, ως τόπο και ως έννοια, επαναλαμβάνοντας, ανατρέποντας ή δημιουργώντας στερεότυπα για τις γειτονιές και τους κατοίκους της, διαμορφώνοντας εκ νέου τους εννοιολογικούς τόπους Αθήνα, Νέα Υόρκη, Βαρκελώνη, Πόλη του Μεξικού, Σικάγο και Λονδίνο.

Η διατριβή διακρίνει, μέσα από τις έξι αυτές ταινίες, δύο προσεγγίσεις: η πρώτη εντοπίζει αστικά χαρακτηριστικά που απομονώνουν τους χαρακτήρες χρησιμοποιώντας το παραδοσιακό της απομόνωσης, όπου ένα άτομο ή μία μικρή ομάδα είναι αντιμέτωπη με μία απειλή ανήμπορη να ζητήσει βοήθεια. Η δεύτερη κινείται μέσα στους χώρους της πόλης εντοπίζοντας το πώς ο φόβος λειτουργεί σε σχέση με την έννοια της «κακόφημής περιοχής», των δαιμονοποιημένων κατοίκων και τις επιπτώσεις της συνάντησης με το «άλλο» και τη σημασία που έχουν τα κοινωνικά δίκτυα και τα χωρικά όρια για την επιβίωση μέσα στην πόλη. Μέσα από αυτές τις δύο προσεγγίσεις, οι έξι κινηματογραφικές διαδρομές στην πόλη αναδεικνύουν τις διαφορετικές κλίμακες του ζητήματος του φόβου, τη σημασία των κοινωνικών δικτύων, την έννοια του βιωμένου χώρου, τις επιπτώσεις της συνύπαρξης διαφορετικών ταυτοτήτων και της διαρκούς διαπραγμάτευσης των ορίων ιδιωτικού και δημόσιου στη σύγχρονη πόλη.

Το πρώτο μέρος ξεκινάει με την ελληνική ταινία Ιστορία 52 (2008) του Αλέξη Αλεξίου και παρακολουθεί μέσα από την εμμονική τάση για απομόνωση του πρωταγωνιστή, τις εξευγενιστικές τάσεις στο Μεταξουργείο και τον Κεραμεικό. Η ταινία αναδεικνύει το ελληνικό αστικό διαμέρισμα ως ένα καταφύγιο από την επικίνδυνη πόλη, με τον πρωταγωνιστή να αποφεύγει το δημόσιο χώρο, αντανακλώντας τον τρόπο με τον οποίο ανώτερα οικονομικά στρώματα που μετακομίζουν σε υπό εξευγενισμό περιοχές, λόγω μόδας ή επένδυσης, αναγκάζονται να έρθουν αντιμέτωπα με πολυπολιτισμικές γειτονιές, όπου οι γείτονες δεν είναι πάντα αυτό που θα επιθυμούσαν. Για τον πρωταγωνιστή όμως, παρά τη διαρκή προσπάθεια να οχυρωθεί στο σχολαστικά σχεδιασμένο διαμέρισμά του, κατασκευαστικές αστοχίες και η παρουσία της κοπέλας του τού υπενθυμίζουν την ύπαρξη ενός επικίνδυνου «άλλου» που διαρκώς θέλει να εισβάλει. Το διαμέρισμα ως ανεπαρκές καταφύγιο παρουσιάζεται και στο Dark Water (2005) του Walter Salles, που αποτελεί διασκευή της ομώνυμης ιαπωνικής ταινίας, μεταφέροντας τη δράση στο Roosevelt Island της Νέας Υόρκης. Αν στην Ιστορία 52 η ζωή στην πόλη φαίνεται ως απειλή, για την πρωταγωνίστρια, η αναγκαστική της απομάκρυνση από το Μανχάταν λόγω οικονομικών δυσκολιών, πυροδοτεί αυτομάτως μία σχέση τρόμου με την περιοχή στην οποία μετακομίζει, παρόλο που πρόκειται για ένα πετυχημένο παράδειγμα σχεδιασμού, μία στάση του μετρό μακριά από το Μανχάταν. Αντίστοιχα μια διαρροή στο διαμέρισμα καταρρίπτει την αίσθηση ασφάλειας και πυροδοτεί πολύ περισσότερους φόβους από το φάντασμα που στοιχειώνει το κτίριο. Το Roosevelt Island παρουσιάζεται στην ταινία ως η μη-πόλη και ένας τρομακτικός τόπος με ιδιόρρυθμους κατοίκους και μετανάστες, με αποτέλεσμα στην πρώτη ταινία που διαδραματίζεται στη νήσο να αποσιωπείται μία πλούσια ιστορία επιτυχημένων σχεδιαστικών επιλογών με κοινωνικό πρόσημο, υποστηρίζοντας εμμέσως διάφορες εξευγενιστικές τάσεις που κυριαρχούν και είχαν ήδη αρχίσει να προκαλούν αλλαγές στην κοινωνική σύνθεση της νήσου.

Στη συνέχεια η κλίμακα του χώρου διευρύνεται εκτός του διαμερίσματος καθώς μία πολυμελής ομάδα βρίσκεται υπό καραντίνα, αποκλεισμένη σε μία πολυκατοικία στη Βαρκελώνη όπου έχει εντοπιστεί η πηγή μίας μόλυνσης που μετατρέπει τους ανθρώπους σε επιθετικά ζόμπι. Το ισπανικό REC των Jaume Balagueró και Paco Plaza παρουσιάζει από μία αρκετά συντηρητική σκοπιά την αστική πολυκατοικία ως μία συμπύκνωση του αστικού χώρου, όπου μετανάστες διαφορετικής καταγωγής, συνυπάρχουν με ντόπιους και η καχυποψία ανάμεσά τους εντείνεται λόγω της μολυσματικής φύσης της απειλής των ζόμπι. Αντίθετα με τις προηγούμενες ταινίες όπου ο ιδιωτικός χώρος του διαμερίσματος αρχικά φαίνεται να είναι καταφύγιο, στο ισπανικό θρίλερ η απειλή ξεκινάει από τον ιδιωτικό και η σωτηρία είναι στο δημόσιο, στο οποίο όμως οι πιθανώς μολυσμένοι χαρακτήρες αποκλείονται. Το πρώτο μέρος κλείνει με τη διεύρυνση της απομόνωσης σε επίπεδο μίας ολόκληρης πόλης, στο La Zona (2007) του Rodrigo Plá. Η εισβολή τριών ληστών σε μία περιφραγμένη κοινότητα έξω από την Πόλη του Μεξικού, σηματοδοτεί την αναποτελεσματικότητα της περίφραξης της πόλης και πυροδοτεί μία σειρά συγκρούσεων λόγω της καχυποψίας. Ο νεαρός κλέφτης που παγιδεύεται εντός της περίφραξης προσπαθεί να προστατευτεί από τους οργισμένους κατοίκους, ενώ παράλληλα το αίσθημα του φόβου εντείνεται για τους κατοίκους οι οποίοι αισθάνονται την αμεσότητα της απειλής.

Οι δύο ταινίες που αναλύονται στο δεύτερο μέρος παρουσιάζουν δύο περιοχές υπό εξευγενισμό, των οποίων ο δημόσιος χώρος και οι κάτοικοί τους έχουν δαιμονοποιηθεί. Το Candyman (1992) του Bernard Rose, διαδραματίζεται στο Σικάγο και έχει στο επίκεντρό του, μία μακρόχρονη σύγκρουση στο βόρειο τμήμα της πόλης, ανάμεσα στην Gold Coast των ανώτερων οικονομικών στρωμάτων και τη γειτονική περιοχή κοινωνικής κατοικίας του Cabrini Green. Σε μία εποχή όπου το φυλετικό ζήτημα στις ΗΠΑ κυριαρχεί και το Cabrini Green είναι συνώνυμο με το θάνατο για τους κατοίκους του Σικάγο, ο Rose παρουσιάζει μία ιστορία ενός εκδικητικού φαντάσματος ενός μαύρου Δανδή και μίας φοιτήτριας που ερευνά το μύθο του Candyman, υπογραμμίζοντας τα όρια μέσα στην πόλη και τις συνέπειες για όποιον τα διασχίζει. Αντίστοιχα θέματα τάξης και φυλής θέτει και το Attack the Block (2011) του Joe Cornish, στο υπό εξευγενισμό νότιο Λονδίνο. Η επίθεση εξωγήινων στην περιοχή αναγκάζει τους κατοίκους να βγουν από τα διαμερίσματά τους και να συνεργαστούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κοινή απειλή. Δυστυχώς όμως στην πραγματικότητα τα σχέδια για την αναγέννηση της περιοχής έχουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, οδηγώντας στη διάσπαση της κοινότητας, την απομάκρυνση των κατώτερων οικονομικά τάξεων και τις συγκρούσεις μεταξύ νέων και παλαιότερων κατοίκων.

Η σύγκριση των ταινιών, ανά μέρος αλλά και στο σύνολό τους στο τέλος της διατριβής, αναδεικνύει το πώς η αίσθηση φόβου ασφάλειας μεταβάλλεται από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, ανάλογα με την τάξη, τη φυλή ή το φύλο του. Παράλληλα οι ζώνες ασφαλείας σταδιακά αποδεικνύονται ανεπαρκείς τονίζοντας την αποτυχία κάθε απόπειρας εξάλειψης του φόβου. Οι ταινίες θέτουν υπό αμφισβήτηση τον κυρίαρχο λόγο που θέλει την ασφάλεια στο «εδώ μέσα» και τον κίνδυνο στο «εκεί έξω» και τονίζουν ότι τα στερεότυπα υπάρχουν για να καταρρίπτονται. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που παρουσιάζονται είναι η ευθύνη που φέρουν οι προνομιούχοι για τη διάρρηξη των ορίων, καθώς το σημείο διάρρηξης δεν προκύπτει πάντα από τη φαινομενική απειλή. Στο πρώτο μέρος η άγνοια του τι συμβαίνει στην άλλη πλευρά και η αδυναμία συνεννόησης και συνεργασίας κάνει αδύνατη την εύρεση λύσης ή σωτηρίας. Στο δεύτερο μέρος όπου οι συγκρούσεις οδηγούν στη σταδιακή κατάλυση των στερεοτύπων, οι ήρωες και οι ηρωίδες αλλάζουν στάση ζωής, συνεργάζονται μεταξύ τους και βλέπουν πέρα από τα όρια. Έτσι οι κάτοικοι των περιοχών κοινωνικής κατοικίας καταφέρνουν να νικήσουν τους εξωγήινους εισβολείς και το δολοφόνο φάντασμα όταν αποφασίζουν να βγουν από τα διαμερίσματά τους και να εκκαθαρίσουν τον κοινόχρηστο χώρο. Τελικά δεν αποδέχονται την επικρατούσα διάβρωση του χώρου τους και διεκδικούν το δημόσιο χώρο, χωρίς να περιμένουν από την πολιτεία να δράσει. Ακόμη και αν οι αναγνώσεις των ταινιών δίνουν εναύσματα για να αναλογιστεί την αποσπασματικότητα με την οποία βιώνεται ο αστικός χώρος, τα θρίλερ έχουν συμβάλει στο λόγο περί φόβου και ανασφάλειας. Επιπροσθέτως παραμένει βέβαια το ερώτημα τι συμβαίνει στη συνέχεια, καθώς ακόμη και όταν καταγράφεται μία νίκη επί του «κακού» αυτό συνδέεται με την καταστροφή τμήματος της περιοχής. Θα μπορέσουν οι σχεδιαστικές προτάσεις στους κατοίκους να επιστρέψουν στην περιοχή τους ή απλώς έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να σβηστεί η παρουσία των κατώτερων στρωμάτων;

Βιβλιογραφία

Aldana Reyes, Xavier (2016), Horror Film and Affect : Towards a Corporeal Model of Viewership, Routledge Advances in Film Studies,New York: Routledge.

Armitage, R. και Monchuk, L. (2011) ‘Sustaining the crime reduction impact of designing out crime: Re-evaluating the Secured by Design scheme 10 years on’, Security Journal, 24:4, 320-43.

Aureli, Pier Vitorio (2008), The Project of Autonomy: Politics and Architecture Within and Against Capitalism New York: Princeton Archtectural Press.

Bannister, Jon και Fyfe, Nick (2001) ‘Introduction: Fear and the City’, Urban Studies, 5:6, 807-13.

Barber, Stephen (2002), Projected Cities: Cinema and Urban Space, Locations,London: Reaktion Books.

Brooke, Michael (2013) ‘Secured by Design – the story so far’, Safer Communities, 12:4, 154-62.

Carroll, Noёl (2004), Afterword: Psychoanalsis and the Horror Film. in Schneider S. J. (ed), Horror Film and Psychoanlyisis, New York: Cambridge University Press, pp.

Cherry, Brigid (2009), Horror, Routledge Film Guidebooks,Oxon: Routledge.

Clarke, David B. (1997), The Cinematic city, London: Routledge.

Comaroff, Joshua και Ong, Ker-Shing (2013), Horror in Architetcure, Novato, CA: ORO Editions.

Coop Himmelb(l)au (1998), Die Faszination der Stadt / The Power of the City, Darmstadt, Germany: Georg Büchner.

De Souza, Marcelo Lopes (2010) ‘The brave new (urban) world of fear and (real or presumed) wars’, City, 14:4, 457-63.

Eco, Uberto (2007), On Ugliness, London: Harvill Secker.

Ekman, Paul και Friesen, Wallace V. (2003), Unmasking the face : a guide to recognizing emotions from facial clues: Cambridge, Mass. : Malor.

Ellin, Nan (1997), Architecture of Fear, Priceton: Architectural Press.

England, Marcia R. και Simon, Stephanie (2010) ‘Scary cities: urban geographies of fear, difference and belonging’, Social & Cultural Geography, 11:3, 201-07.

Graham, Stephen (2010), Cities under siege : the new military urbanism: London ; New York : Verso.

Hunt, Darnell M. (2002), Representing ‘Los Angeles’: Media, Space and Place. in Dear M. J. and J. D. Dishman (eds), From Chicago to LA: Making Sense of Urban Theory, Thousand Oaks, London & New Delhi: Sage, pp. 321-42.

Krause, Linda και Petro, Patrice (2003), Global Cities: Cinema, Architecture, and Urbanism in a Digital Age, New Brunswick, NJ, USA: Rutgers University Press.

Low, Setha M. (2004), Behind the gates : life, security, and the pursuit of happiness in fortress America: New York ; London : Routledge.

Lysaght, Karen D, . (2007), Catholics, Protestants and Office Workers from the Town, The experience and Negotiation of Fear in Northern Ireland. in Wulff H. (ed), The Emotions. A Cultural Reader, Oxford and New York: Berg, pp. 93-100.

Mitchell, Don (2003), The Right to the city: Social Justice and the fight for Public Space, New York: Guilford Press.

Newman, Oscar (1972), Defensible Space. Crime Prevention through Urban Design, New York: Macmillan.

Pallasmaa, Juhani (2007), The architecture of image : existential space in cinema, Helsinki: Rakennustieto.

Penner, Jonathan actor, Schneider, Steven Jay and Duncan, Paul (2012), Horror cinema: Köln : Taschen.

Riemann, Fritz (1994), Η Τετραλογία του Φόβου, Αθήνα: Ιδιωτική Έκδοση.

Rowley, Stephen (2015), Movie Towns and Sitcom Suburbs: Building Hollywood;s Ideal Communities, New York: Palgrave Macmillan.

Shiel, Mark και Fitzmaurice, Tony (2001), Cinema and the city : film and urban societies in a global context, Studies in urban and social change,Oxford: Blackwell Publishers.

Smith, Neil (1996), The New Urban Frontier: Gentrification and the Revanchist City, Abington, New York: Routledge.

Smith, Neil (2011), ‘The Regeneration Railway Journey’, Mute, 23 March, http://www.metamute.org/editorial/articles/regeneration-railway-journey. Accessed 17 May 2014.

Sohn, Dong-Wook (2016) ‘Residential crimes and neighbourhood built environment: Assessing the effectiveness of crime prevention through environmental design (CPTED)’, Cities, 5286-93.

Solomon, Robert C. (2007), Getting Angry, The Jamesian Theory of Emotion in Anthropology. in Wulff H. (ed), The Emotions, A Cultural Reader, Oxford and New York: Berg, pp. 197-204.

Sorkin, Michael (2008), Urban Warfare: A Tour of the Battlefield. in Graham S. (ed), Cities, War, and Terrorism: Towards an Urban Geopolitics, Malden, MA: Blackwell, pp. 251-62.

Teedon, Paul, Reid, Tim, Griffiths, Polly, et al. (2010) ‘Evaluating Secured by Design door and window installations: Effects on residential crime’, Crime Prevention & Community Safety, 12:4, 246-62.

Tschumi, Bernard (1996), Architecture and disjunction, Cambridge, Mass, London: MIT Press.

Vidler, Anthony (1992), The Architecture of the Uncanny: Essays in the Modern Unhomely, Cambridge, Mass: MIT Press.





«Το μέσο κοινωνικής δικτύωσης twitter ως πηγής εθελοντικής γεωγραφικής πληροφορίας για την εξαγωγή μακροσεισμικών παρατηρήσεων και την ανάπτυξη χαρτών μακροσεισμικής έντασης»

Αραποστάθης  Γ. Ευστάθιος 1

Sarapos@hua.gr Βενιζέλου Ελ. 70 17671 Καλλιθέα Αθηνα. www.geografos.gr

Η διατριβή αποτελεί μία διεπιστημονική προσέγγιση στο χώρο της Γεω-πληροφορικής συνδυάζοντας μία σειρά από επί μέρους ερευνητικά πεδία και δεξιότητες που άπτονται στον τομέα της σεισμολογίας και ιδιαίτερα στη μέτρηση της έντασης των σεισμών, στον τομέα των μεγάλων δεδομένων (big data) και ιδιαίτερα στον τομέα της Εθελοντικής Γεωγραφικής Πληροφορίας (Volunteered Geographic Information – VGI).

Ως εθελοντική Γεωγραφική Πληροφορία ορίζεται η διαδικασία παραγωγής γεωγραφικού περιεχομένου, συνήθως από μία διαδικτυακή υπηρεσία (web service) από απλούς πολίτες οι οποίοι περιγράφονται ως εθελοντές. Ο ερευνητής που ανίχνευσε πρώτος το φαινόμενο αυτό είναι ο Goodchild (2007) ενώ παρεμφερείς όροι είναι τα συμμετοχικά γεωγραφικά πληροφοριακά συστήματα (Participatory GIS) και η νέο-γεωγραφία (neo-geography).

Το ερευνητικό πεδίο των μεγάλων δεδομένων αποτελεί ουσιαστικά το σύνολο των μεθοδολογιών, πρακτικών, τεχνικών και εφαρμογών σχετικά με την εξόρυξη γνώσης μέσα από τεράστιες βάσεις δεδομένων οι οποίες, χωρίς αυτές τις μεθόδους θα ήταν από χρονοβόρο ως αδύνατο να αναλυθούν.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τη μακροσεισμική ένταση, αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική διαδικασία για τους σεισμολόγους καθώς μέσω της χαρτογράφησής της, μπορούν να μελετηθούν οι συνέπειες του σεισμού στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, ο βαθμός αναστάτωσης που προκλήθηκε, να πραγματοποιηθεί συστηματική μελέτη της χωρικής κατανομής της έντασης και να συγκριθεί η αισθητότητα διαφόρων σεισμών που πραγματοποιήθηκαν στην ίδια περιοχή. Η διαδικασία της συλλογής των απαραίτητων δεδομένων, γνωστών ως μακροσεισμικών παρατηρήσεων, περιλαμβάνει τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων είτε από πολίτες, είτε από εκπαιδευμένο προσωπικό των δήμων ή των περιφερειών. Οι παραδοσιακοί τρόποι διανομής των ερωτηματολογίων αποτελούνται από τη διανομή μέσω ραδιοφώνου, ταχυδρομείου, τηλεόρασης και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Πιο σύγχρονες προσεγγίσεις όπως αυτή του ΕυρωΜεσογειακού Σεισμολογικού Κέντρου (EMSC), περιλαμβάνουν τη διανομή on line ερωτηματολογίων μέσω διαδικτύου, η επεξεργασία των οποίων καθώς και η αποτύπωσή τους στο χάρτη γίνεται σε πραγματικό ή σχεδόν πραγματικό χρόνο. Προγενέστερη παρόμοια δράση αποτελεί εκείνη του Αμερικανικού Γεωλογικού Κέντρου (USGS), με την ονομασία Did you feel it? Ενώ όμοια δραστηριότητα έχει πραγματοποιήσει και το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. Τέλος σε μερικές περιπτώσεις η εξόρυξη των μακροσεισμικών παρατηρήσεων πραγματοποιείται από απλές μαρτυρίες, και κείμενα τα οποία δεν έχουν συγκεκριμένη δομή η προέλευση και η διαθεσιμότητα των οποίων εξαρτάται από την αναζήτηση πληροφοριών για ιστορικούς σεισμούς σε βιβλία, ή από την ύπαρξη ελεύθερων κειμένων που αποστέλλονται στα ερευνητικά αυτά κέντρα.

Μία μικρή καινοτομία της διατριβής, ως προς το ερευνητικό πεδίο της σεισμολογίας, αποτελεί το ότι πηγή πληροφόρησης είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συγκεκριμένα το twitter. Το εν λόγω μέσο κοινωνικής δικτύωσης έχει μερικά συγκριτικά πλεονεκτήματα τα οποία το αναδεικνύουν ώς μία από τις ιδανικότερες επιλογές για τη δημιουργία χαρτών μακροσεισμικής έντασης. Αυτά περιλαμβάνουν την άμεση δημοσίευση σύντομων σε έκταση μηνυμάτων, τη δυνατότητα συμπερίληψης γεωγραφικών συντεταγμένων θέσης δημοσίευσης, καθώς και διάφορα άλλα συστατικά της σημασιολογίας των παραγόμενων δεδομένων όπως η καταγραφή της γλώσσας, η δυνατότητα επανα-δημοσιοποίησης μίας είδησης, η καταγραφή της χρονικής στιγμής δημοσίευσης κοκ. Τα αναφερθέντα χαρακτηριστικά μαζί με την τεράστια δημοφιλία του εν λόγω κοινωνικού δικτύου, καθώς εκατοντάδες εκατομμύρια χρήστες δημοσιεύουν πληροφορίες καθημερινά, το αναδεικνύουν ως την ιδανικότερη πηγή εθελοντικών δεδομένων. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω ως αρχική υπόθεση εργασίας αναμένεται η ύπαρξη πολλών χρήσιμων πληροφοριών σχετικά με τα μακροσεισμικά αποτελέσματα ενός σεισμού.

Μεθοδολογία εξόρυξης μακροσεισμικών παρατηρήσεων και κατασκευής μακροσεισμικών χαρτών:

Η ακολουθούμενη μεθοδολογία περιλαμβάνει εννέα ουσιαστικά βήματα. Το πρώτο αφορά στην προετοιμασία δεδομένων από το twitter, επιλέγοντας αρχικά εκείνα τα οποία είναι στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα, εμπεριέχεται στα κείμενα τους τουλάχιστον μία από προσυμφωνημένες λέξεις κλειδιά όπως σεισμός, ζημιές κλπ, ενώ η χρονική περίοδος δημοσίευσης φτάνει έως και τις 48 ώρες από τη χρονική στιγμή του σεισμικού γεγονότος. Το δεύτερο βήμα αποτελείται από τη διάκριση εκείνων των tweets που περιλαμβάνουν μακροσεισμικά αποτελέσματα ενώ το τρίτο βήμα απαρτίζεται από την περαιτέρω διάκρισή τους σε εκείνα που έχουν γεωγραφική αναφορά εντός του κειμένου τους. Το τέταρτο βήμα σχετίζεται με την ταξινόμηση κάθε ενός tweet σε τιμές της μακροσεισμικής κλίμακας EMS 98. Η διαδικασία αυτή αρχικά περιλαμβάνει την ανάγνωση κάθε ενός tweet ξεχωριστά ούτως ώστε, αρχικά να διερευνηθεί η πιθανότητα ύπαρξης μακροσεισμικής πληροφορίας, και δευτερευόντως η δυνατότητα ταξινόμησης σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή της κλίμακας. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας αυτής, ανιχνεύονται διάφορα πρότυπα ταξινόμησης, μερικές συγκεκριμένες λέξεις δηλαδή οι οποίες πάντοτε ταξινομούνται σε συγκεκριμένη τιμή της EMS 98. Επόμενο βήμα της μεθοδολογίας αποτελεί η προσθήκη των γεωγραφικών συντεταγμένων για κάθε tweet που εμπεριέχει γεωγραφική αναφορά στο κείμενό του. Στις περιπτώσεις εκείνες που ένα tweet περιλαμβάνει περισσότερες από μία γεωγραφικές αναφορές, το tweet κλωνοποιείται και σε κάθε ένα προστίθενται οι γεωγραφικές συντεταγμένες για κάθε μία γεωγραφική αναφορά αντίστοιχα. Εν συνεχεία, ως επόμενο βήμα της μεθοδολογίας, τα tweets εισάγονται ως σημειακό θεματικό επίπεδο σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών και πραγματοποιούνται διάφορες τεχνικές επεξεργασίας. Αυτές περιλαμβάνουν την τυχαιοποίηση της χωρικής κατανομής των μακροσεισμικών παρατηρήσεων εντός του πολυγώνου που ορίζει τα όρια της γεωγραφικής αναφοράς που εμπεριέχεται στα κείμενα των tweets. Άλλες διεργασίες αφορούν στη δημιουργία ξεχωριστών θεματικών επιπέδων ανά χρονικές περιόδους και στην αυτόματη καταμέτρηση των μακροσεισμικών παρατηρήσεων ανά γεωγραφική περιοχή και ανά χρονική περίοδο. Τέλος πραγματοποιείται η εφαρμογή της χωρικής παρεμβολής τιμών kriging για τη δημιουργία ενός μοντέλου τιμών έντασης το οποίο μαζί με τη χάραξη ισόσειστων καμπυλών απαρτίζει τους χάρτες μακροσεισμικής έντασης.

Σεισμικά γεγονότα που διερευνήθηκαν:

Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της ορθότητας της μεθοδολογίας, χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από δύο σεισμικά γεγονότα που συνέβησαν στον Ελλαδικό χώρο το 2014 και έχουν τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τα δύο σεισμικά γεγονότα είναι ο σεισμός της Κεφαλονιάς, μεγέθους ML = 5.8 και ο οποίος συνέβη τον Ιανουάριο του 2014 και ο διπλός σεισμός του Ευβοϊκού, μεγέθους ML = 5.2 ο οποίος συνέβη τον Νοέμβριο του 2014.

Ο σεισμός της Κεφαλονιάς, είχε μεγάλες συνέπειες στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το γεγονός ότι το επίκεντρό του εν λόγω σεισμού βρίσκεται αρκετά μακριά από την Αθήνα, και σε περίοδο μη τουριστική άρα χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερα μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα, τον αναδεικνύει ως μία καλή περίπτωση διερεύνησης της μεθοδολογίας σε απομακρυσμένα σεισμικά συμβάντα. Εν συνεχεία ο σεισμός του Ευβοϊκού έχει τελείως αντίθετα σεισμικά χαρακτηριστικά. Αρχικά συνέβη βραδινή ώρα, κοντά στη Χαλκίδα αλλά έγινε αισθητός στο ΠΣ Αθηνών – Πειραιώς. Τέλος τα μακροσεισμικά αποτελέσματα του σεισμού είναι σχετικά αμελητέα καθώς ελάχιστες ήταν οι ζημιές σε κτίρια οι οποίες χωροθετούνται στην περιοχή της Χαλκίδας. Έτσι ο σεισμός αυτός κρίνεται ιδανικός για τη διερεύνηση της καταλληλότητας της μεθοδολογίας σε σεισμικά γεγονότα χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες και που το επίκεντρο των οποίων βρίσκεται κοντά σε μεγάλα αστικά κέντρα.

Δεδομένα:

Για τις ανάγκες της διατριβής αγοράστηκαν δύο σετ δεδομένων twitter από δύο διαφορετικούς παρόχους. Συγκεκριμένα το σετ δεδομένων της Κεφαλονιάς αγοράστηκε από τον πάροχο Gnip και αποτελείται από 167.989 tweets που δημοσιεύθηκαν από τις 26-01-2018 και ώρα GMT 00:00:01 έως τις 17-2-2018 και ώρα 23:59:59. Τα tweets αυτά εμπεριέχουν τουλάχιστον μία από τις λέξεις: σεισμός, ρίχτερ, Κεφαλονιά, (στα ελληνικά, στα αγγλικά και στα λατινοποιημένα ελληνικά). Τέλος περίπου του 1% του συνόλου (1721), εμπεριέχει tweets με γεωγραφικές συντεταγμένες θέσης δημοσίευσης.

Το σετ δεδομένων του Ευβοϊκού αγοράστηκαν από τον πάροχο discover text και αποτελείται από 88,128 tweets τα οποία δημοσιεύθηκαν από τις 17-11-2014 και ώρα GMT 00:00:01 ως τις 20-11-2014 και ώρα 23:59:59. Τα εν λόγω tweets εμπεριέχουν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες λέξεις στα κείμενά τους: Ευβοϊκός, Χαλκίδα, σεισμός, ρίχτερ αισθητός, ζημιές στα Αγγλικά, τα ελληνικά και τα λατινοποιημένα ελληνικά. Το εν λόγω σετ δεδομένων δεν περιλαμβάνει τις γεωγραφικές συντεταγμένες θέσης δημοσίευσης (geo-located tweets).

Ανάλυση και στατιστικά δεδομένα:

Κεφαλονιά:

Σε σχέση με το σεισμό της Κεφαλονιάς, αρχικά πραγματοποιήθηκε ανάλυση των tweets που εμπεριείχαν γεωγραφικές συντεταγμένες θέσης δημοσίευσης. Ο συνολικός αριθμός αυτών των tweets ανέρχεται σε 1721, τα 245 των οποίων χωροθετούνται στον Ελλαδικό χώρο, ενώ 28 από αυτά εμπεριείχαν μακροσεισμικές παρατηρήσεις. Ο αριθμός αυτός των μακροσεισμικών παρατηρήσεων δε κρίθηκε ικανοποιητικός για την εξαγωγή κάποιου γόνιμου συμπεράσματος αφενός, διότι οι 28 αυτές παρατηρήσεις δεν ήταν παρατηρήσεις ειδικών και ως εκ τούτου δεν εμπεριείχαν το σύνολο της κατάστασης της περιοχής στην οποία βρίσκονται, και αφετέρου η χωρική τους κατανομή δεν ήταν ικανοποιητική ούτως ώστε να εφαρμοστεί με επιτυχία κάποια τεχνική χωρικής παρεμβολής τιμών.

Σε συνέχεια της ανάλυσης, κατά τη διάρκεια της δοκιμής της μεθοδολογίας στα δύο σεισμικά γεγονότα, αναγνώστηκαν 17678 tweets στην ελληνική γλώσσα και τα οποία δημοσιεύθηκαν εντός 48 ωρών από το σεισμικό συμβάν της Κεφαλονιάς και το σύνολο σχεδόν των tweets του σεισμικού γεγονότος του Ευβοϊκού . Από αυτά, εν τέλει διακρίθηκαν 578 και 1040 μακροσεισμικές παρατηρήσεις αντίστοιχα οι οποίες εμπεριέχουν και γεωγραφική αναφορά εντός του κειμένου των tweets. Κατά τη διάρκεια της ανάλυσης και κυρίως σε ό,τι αφορά την ανάλυση του σεισμικού γεγονότος του Ευβοϊκού η διάκριση πραγματοποιήθηκε και με τη χρήση διαφόρων λεκτικών ερωτημάτων (text queries) με τα οποία ήταν δυνατή η επιλογή πολλών σχετικών tweet ταυτόχρονα. Εν συνεχεία, τα tweets αυτά ταξινομήθηκαν σε τιμές της μακροσεισμικής κλίμακας EMS 98. Η βαθμονόμηση, σε ότι αφορά το σεισμό της Κεφαλονιάς πραγματοποιήθηκε διαβάζοντας όλα τα tweets 1-1, καθώς ήταν ο μοναδικός τρόπος για να αιτιολογηθεί κάθε ταξινόμηση σε σχέση με την επίσημη περιγραφή της κλίμακας EMS 98. Έπειτα από την ταξινόμηση αυτή, ανιχνεύθηκαν διάφορα λεκτικά πρότυπα ταξινόμησης τα οποία και περιγράφονται στον πίνακα 1. Τα λεκτικά αυτά πρότυπα εφαρμόστηκαν αυτόματα στο σεισμό του Ευβοϊκού ούτως ώστε να διαπιστωθεί η ευστάθειά τους. Κατά τη διάρκεια της ταξινόμησης, εκτός από το κείμενο λήφθηκαν υπόψη και διάφοροι υπερ-σύνδεσμοι που οδηγούσαν σε φωτογραφικό υλικό και τα οποία βοήθησαν ιδιαίτερα τη διαδικασία αυτή. Επόμενο βήμα της μεθοδολογίας αποτέλεσε η προσθήκη των γεωγραφικών συντεταγμένων των γεωγραφικών αναφορών που εμπεριέχονταν στα κείμενα των tweet με τον τρόπο που περιγράφεται στην ενότητα περιγραφής της μεθοδολογίας. Εν συνεχεία, τα δεδομένα αυτά εισήχθησαν ως σημειακό θεματικό επίπεδο σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών όπου και πραγματοποιήθηκε η τεχνική της τυχαιοποίησης της χωρικής κατανομής των σημείων εντός πάντα το πολυγώνου που ορίζει τα όρια των γεωγραφικών αναφορών των tweets. Η τεχνική αυτή πραγματοποιήθηκε ούτως ώστε να γίνει με όσο το δυνατόν πιο ορθό τρόπο η χαρτογραφική αναπαράσταση της πληροφορίας. Είναι βέβαιο ότι οδηγεί σε πιο ορθά συμπεράσματα, γενικευμένα συνήθως σε επίπεδα οικισμού ή δήμου κάτι όμως που μάλλον ενισχύει την ορθότητα της μεθόδου καθώς οι γενικές κατευθύνσεις όπως αυτές διατυπώνονται στην επίσημη περιγραφή της μακροσεισμικής κλίμακας EMS 98 αναφέρουν ξεκάθαρα πως ο στόχος είναι η αποτύπωση της έντασης σε αυτή την κλίμακα. Πραγματοποιήθηκαν ακόμη διάφορες λειτουργίες όπως η αυτόματη καταμέτρηση μακροσεισμικών παρατηρήσεων ανά γεωγραφική περιοχή, και η δημιουργία σημειακών θεματικών επιπέδων ανά χρονική περίοδο δημοσίευσης των παρατηρήσεων (6, 12, 24 και 48 ωρών).

Τέλος για κάθε χρονική περίοδο και για κάθε σεισμικό γεγονός πραγματοποιήθηκε η χωρική παρεμβολή τιμών kriging η οποία εμφανίζεται στη βιβλιογραφία ως η καταλληλότερη μέθοδος για τον υπολογισμό τιμών που σχετίζονται με φυσικά φαινόμενα (βιβλιογραφικές αναφορές).

Αποτελέσματα:

Πίνακας Ι: Πρότυπα λέξεων – ταξινόμησης

Χάρτες μακροσεισμικής έντασης σεισμού Κεφαλονιάς (αριστερά), σεισμού Ευβοϊκού (δεξιά)

Σε ό,τι αφορά το σεισμικό γεγονός της Κεφαλονιάς, αποτυπώνεται ένα εύρος τιμών από I ως VIII. Οι υψηλότερες τιμές έντασης παρατηρούνται στο νησί της Κεφαλονιάς, στο βόρειο τμήμα της Ζακύνθου και στο νότιο τμήμα της Λευκάδας. Η ηπειρωτική Ελλάδα που βρίσκεται Όλες οι υπόλοιπες περιοχές λαμβάνουν τιμές κοντά στο III με εξαίρεση το χάρτη των 6 ωρών που αποτυπώνει στην περιοχή της Θεσσαλίας τιμές έντασης II. Έπειτα από σχετική διερεύνηση η χωρική αυτή ανομοιογένεια παρατηρήθηκε λόγω έλλειψης αρκετού πλήθους δεδομένων στη συγκεκριμένη αυτή περιοχή. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η χωρική κατανομή της έντασης σχηματίζει τις οροσειρές της Πίνδου γεγονός που αποτελεί εμπειρική απόδειξη για την ορθότητα της κατανομής. Σε ό,τι αφορά το χάρτη του Ευβοϊκού, το εύρος τιμών έντασης που αποτυπώνεται κυμαίνεται μεταξύ I και V. Οι υψηλότερες τιμές έντασης παρατηρούνται στην κεντρική και βόρεια Εύβοια με την Βοιωτία και την Αττική να συγκεντρώνουν τιμές III – IV ενώ η υπόλοιπη Ελλάδα εμφανίζει τιμές από Ι ως II.

Έπειτα από σύγκριση των αποτελεσμάτων με χάρτες που έχουν δημοσιευθεί από διεθνή ινστιτούτα όπως το usgs και το emsc και που έχουν δημιουργηθεί με τις παραδοσιακές μεθόδους, παρατηρείται αρκετά καλή ταύτιση, γεγονός που αναδεικνύει την μεθοδολογία ως μία καλή εναλλακτική πρόταση για την ανάπτυξη χαρτών μακροσεισμικής έντασης. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως με την πάροδο του χρόνου τα δεδομένα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναμένεται να είναι ακόμη περισσότερα, μεθοδολογίες αξιοποίησης των παραγόμενων από αυτά δεδομένων αναμένεται να έχουν ραγδαία ανάπτυξη στο μέλλον, αντικαθιστώντας εν τέλη ακόμη και τις παραδοσιακότερες μεθόδους συλλογής δεδομένων.

Βιβλιογραφία:

Arapostathis S. G., Parcharidis I., Stefanakis E., Drakatos G., Kalogeras I. (2016) A method for developing seismic intensity maps from twitter data . Journal of Civil Engineering and Architecture. DOI:10.17265/1934-7359/2016.07.013

Goodchild M. (2007) Citizens as sensors GeoJournal 69 (4), 211-221, 2007

Αραποστάθης Σ. (2016) Το μέσο κοινωνικής δικτύωσης Twitter ως πηγής εθελοντικής γεωγραφικής πληροφορίας για την εξαγωγή μακροσεισμικών παρατηρήσεων και την ανάπτυξη χαρτών μακροσεισμιλης έντασης. Διδακτορική διατριβή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, τμήμα Γεωγραφίας.





Κοινωνικές επιπτώσεις του αστικού σχεδιασμού και του σχεδιασμού βιώσιμης ανάπτυξης των πόλεων

Καλλισθένη Αβδελίδη

Επιστημονική υπεύθυνη του έργου, kavdelidi@ekke.gr

Το ερευνητικό έργο με τίτλο «Κοινωνικές επιπτώσεις του αστικού σχεδιασμού και του σχεδιασμού βιώσιμης ανάπτυξης των πόλεων» 2 αποτέλεσε αυτοτελές πακέτο εργασιών του γενικότερου προγράμματος «Κοινωνικές επιπτώσεις και δημόσιες πολιτικές στους τομείς της ενέργειας, της βιομηχανίας, του αστικού σχεδιασμού, και των υποδομών του διαδικτύου» 3. Το έργο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, στην Αθήνα, κατά τη περίοδο 2015-2017, και οι εργασίες του διεκπεραιώθηκαν από επταμελή ερευνητική ομάδα.

Οι εργασίες διερευνούν το πεδίο της κοινωνικής θεώρησης των αστικών επεμβάσεων στη σύγχρονη πόλη στο πλαίσιο της διεπιστημονικής κατεύθυνσης του αστικού σχεδιασμού, υπό το πρίσμα των θεωρητικών και πρακτικών προβληματισμών των τελευταίων δεκαετιών. Η διερεύνηση συμπεριέλαβε ποιοτική επιτόπια έρευνα και μελέτες περίπτωσης σχετικά με κοινόχρηστους χώρους που αναδιαμορφώθηκαν με επεμβάσεις αστικού σχεδιασμού σε κεντρικές και προαστιακές περιοχές της Αθήνας. Για τις ανάγκες του έργου εφαρμόστηκε συνδυασμός μεθοδολογιών τόσο για τη συλλογή και τη δημιουργία πρωτογενών και δευτερογενών δεδομένων όσο και για την ανάλυσή τους και την αναπαράσταση των αποτελεσμάτων. Στο πλαίσιο των εργασιών του έργου διερευνήθηκαν τα εξής:

  1. Διαφορετικά χαρακτηριστικά των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού με τη συλλογή στοιχείων για την πόλη της Αθήνας και για επιλεγμένα διεθνή παραδείγματα και, στη συνέχεια, με την ένταξη των στοιχείων σε κατάλογο-μήτρα καταγραφής και τυπολόγησης των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού, ο οποίος καταρτίστηκε με αυτή την προοπτική. Βάσει αυτής της προεργασίας, επιλέχτηκαν οι χώροι για τη διεξαγωγή πέντε μελετών περίπτωσης: Α. το σύνολο των τεσσάρων πλατειών Ομόνοιας-Κοτζιά-Βαρβακείου Αγοράς-Μοναστηρακίου, Β. η περιοχή των πεζοδρόμων Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Στρατηγού Μακρυγιάννη μαζί με το Νέο Μουσείο Ακρόπολης, Γ. το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ), Δ. ο πράσινος χώρος κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής ΗΣΑΠ μεταξύ Λεωφόρου Κηφισού και σταθμού ηλεκτρικού Μοσχάτου και Ε. μια σειρά από διάσπαρτους κοινόχρηστους χώρους στην περιοχή Αγ. Ελευθερίου-Εργατικών Κατοικιών στο Αιγάλεω. Πρόκειται για χώρους που αναδιαμορφώθηκαν οριστικά με επεμβάσεις αστικού σχεδιασμού κατά την περίοδο μετά την ψήφιση του νόμου 2508/1997 περί «Βιώσιμης οικιστικής ανάπτυξης των πόλεων και οικισμών της χώρας κλπ.». Οι περιπτώσεις αυτές αναφέρονται σε διαφορετικά είδη δημόσιων κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων (πλατείες, πεζόδρομοι, χώροι πρασίνου και πολιτιστικά πάρκα με εμβληματικά κτίρια), και σε διαφορετικές διαδικασίες σχεδιασμού και υλοποίησης των έργων (με ανοιχτό, κλειστό, εθνικό ή διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, δι’ αυτεπιστασίας από την τεχνική υπηρεσία του δήμου, με εργολαβία ή ανάθεση από τον δήμο). Επίσης, οι γύρω τους περιοχές εμφανίζουν διαφορετικά κοινωνικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά όπως και διαφορετικά χαρακτηριστικά φυσικού περιβάλλοντος.
  2. Η κοινωνικοδημογραφική ταυτοποίηση των γύρω περιοχών των αστικών επεμβάσεων προκειμένου να αναδειχθούν τα κοινωνικά/πληθυσμιακά σύνολα αναφοράς για την ένταξη των χωρικών επεμβάσεων στον τοπικό κοινωνικό αστικό ιστό. Εξετάστηκε το ζήτημα της κοινωνικής μίξης για τις επιλεγμένες περιοχές μελέτης, με την εξής οπτική: καθώς οι περιοχές μελέτης αναφέρονται στον δημόσιο χώρο της πόλης και αυτός συνεπάγεται το δικαίωμα χρήσης για οποιονδήποτε, επιλέγεται η εννοιολογική στόχευση της κοινωνικής μίξης να αποβλέπει στην ανάδειξη της αστικότητας και της ετερογένειας. Έτσι, η κοινωνική μίξη προσδιορίζεται εδώ από τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών/πληθυσμιακών συνόλων αναφοράς. Η ερώτηση που τίθεται είναι κατά πόσο η κοινωνική σύνθεση των κοινωνικών/πληθυσμιακών συνόλων αναφοράς για τις επεμβάσεις αστικού σχεδιασμού, που χαρακτηρίζονται είτε από τη διασπορά όσον αφορά τη γεωγραφική κατανομή στρωμάτων ή/και ειδικών ομάδων πληθυσμού είτε, αντίθετα, από τη συγκέντρωση αυτών, συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών ζωής σε τμήματα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. Η προσέγγιση περιλαμβάνει θεωρητική, περιγραφική, στατιστική και αλγοριθμική ανάλυση δευτερογενών δεδομένων και στοχεύει στην ανάπτυξη μεθόδου διαπίστωσης και παρακολούθησης των μετασχηματισμών των κοινωνικών/πληθυσμιακών συνόλων αναφοράς για τον χώρο επέμβασης και για την περιοχή ένταξής του στον τοπικό κοινωνικό ιστό. Εξετάζεται η περίπτωση συνόλου χωρικών επεμβάσεων, καθώς στο πλαίσιο των αστικών πολιτικών είναι σημαντικό να προγραμματίζονται και να σχεδιάζονται οι αστικές επεμβάσεις με συνάφεια μεταξύ τοπικού και υπερτοπικού, χωρικού και κοινωνικού.
  3. Η μεταβολή των χρήσεων γης που συνοδεύει τις αλλαγές του αστικού χώρου στο πλαίσιο της διερεύνησης της επίδρασης του αστικού σχεδιασμού στη λειτουργική και χωρική οργάνωση της όμορης περιοχής ενός χώρου επέμβασης. Με στόχο τη διαμόρφωση ενός εργαλείου αστικού σχεδιασμού έγινε επιτόπια καταγραφή των χρήσεων γης (πριν και μετά την αστική επέμβαση) και στατιστική και χαρτογραφική ανάλυση στη βάση κατηγοριοποίησης των γενικών και ειδικών χρήσεων γης. Η εξέταση αναφέρεται στις τρεις από τις πέντε μελέτες περίπτωσης του έργου, την Α, Β και Γ. Η διερεύνηση των αναλυτικών χρήσεων γης και της μίξης τους, με αποτυπώσεις της πραγματικότητας σε τακτά χρονικά διαστήματα και με την κατάρτιση δεικτών παρακολούθησης των αλλαγών κατά είδος, ποσοστιαία μεγέθη των επιμέρους χρήσεων στα όμορα προς τον χώρο μελέτης οικοδομικά τετράγωνα, επιτρέπει την αξιολόγηση των επιπτώσεων των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού σε οριοθετημένα τμήματα της πόλης. Η χωρική ανάλυση έχει κατεύθυνση την εκτίμηση της ελκυστικότητας και της ανάπτυξης της περιοχής, σε άμεση συσχέτιση με τις αλλαγές του αστικού χώρου λόγω της συγκεκριμένης επέμβασης.
  4. Η εμπορικότητα και η προσαρμογή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε δημόσιους χώρους μετά την αστική ανάπλασή τους, στο πλαίσιο της εξέτασης της καθημερινής ζωής και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μιας κεντρικής πλατείας της Αθήνας. Καταγράφηκαν όλα τα κτίρια, οι εγκαταστάσεις και εξυπηρετήσεις που βρίσκονται στο επίπεδο του ισογείου με πρόσωπο στις τέσσερις πλατείες της μελέτης περίπτωσης Α του έργου. Με την ανάλυση των καταγραφών σύμφωνα με την κωδικοποίησή τους κατά χρήσεις γης, η εργασία εντάσσεται καταρχάς στην προκαταρκτική φάση της επιτόπιας έρευνας με ερωτηματολόγιο (βλ. παρακάτω). Ταυτόχρονα, αποτελεί αυτοτελή εργασία που διερευνά τη σημερινή πραγματικότητα σχετικά με τις οικονομικές δραστηριότητες των πλατειών και τις αλλαγές τους. Αυτές εντοπίζονται, παράλληλα με τις καταγραφές και τη συλλογή αρχειακού φωτογραφικού υλικού, και από τις απαντήσεις των ερωτώμενων, βάσει των οποίων εκτιμάται η καθημερινή ζωή που συνδέεται με την επιχειρηματικότητα και ειδικότερα με την εμπορικότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε πλατείας. Αναδεικνύεται επίσης το σύνολο των τεσσάρων πλατειών ως μια περίπτωση αναδιαμορφωμένων δημόσιων χώρων που βρίσκονται σε προνομιακή θέση, στην καρδιά του ιστορικού και εμπορικού κέντρου μιας μεγάλης πόλης με μακραίωνη ιστορία, όπως είναι η Αθήνα.
  5. Ο πολιτικός και επιστημονικός λόγος, ο οποίος επιχειρεί να θεμελιώσει τη λογική των επεμβάσεων αστικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, σχετικά με την αναγκαιότητα, την κοινωνική αποδοχή, αλλά και τις δυνατότητες και προοπτικές υλοποίησής τους στις ελληνικές πόλεις και ειδικότερα στην Αθήνα. Η μεθοδολογική προσέγγιση για τη διερεύνηση των ζητημάτων αυτών βασίστηκε στην καταγραφή, για τους χώρους των πέντε μελετών περίπτωσης του έργου, των απόψεων και των αντιλήψεων με βάση την εμπειρία και την οπτική δύο κατηγοριών εμπλεκόμενων δρώντων, η οποία έγινε με ημιδομημένες συνεντεύξεις και με ανασκόπηση δημοσιευμένου και αρχειακού υλικού. Η μία κατηγορία δρώντων είναι αυτή των δημόσιων φορέων λήψης αποφάσεων, σχεδιασμού και υλοποίησης των επεμβάσεων και η δεύτερη είναι αυτή των ειδικών επιστημόνων, μελετητών-δημιουργών ή/και ερευνητών. Η διερεύνηση αποσκοπεί στην εύρεση των χαρακτηριστικών των υπό μελέτη αστικών επεμβάσεων κατ’ είδος και εμβέλεια, καθώς και στη στάθμιση των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων όσον αφορά κυρίως: την κοινωνική τους διάσταση, την ένταξή τους σε ευρύτερες αστικές στρατηγικές, τα πολεοδομικά πρότυπα και μοντέλα που διαπερνούν τον σχεδιασμό και την υλοποίησή τους και τις επιπτώσεις τους αναφορικά με τις «ωφελούμενες» ομάδες πληθυσμού. Επίσης, η διερεύνηση στοχεύει στην εύρεση των σημασιών των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού σύμφωνα με τη θεματολογία που αναγνωρίζεται στον λόγο των προαναφερόμενων κατηγοριών εμπλεκόμενων δρώντων.
  6. Η σχέση ορισμένης ομάδας χρηστών αναδιαμορφωμένων δημόσιων χώρων με τους ίδιους τους χώρους και τις αναπλάσεις τους. Η διερεύνηση υλοποιήθηκε με τη διεξαγωγή έρευνας πεδίου με δομημένο ερωτηματολόγιο σε συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο των ατόμων που δραστηριοποιούνται και εργάζονται εντός του αναδιαμορφωμένου χώρου. Ειδικότερα, το ερωτηματολόγιο απευθύνθηκε στους ιδιοκτήτες, στελέχη ή υπαλλήλους όλων των επιχειρήσεων, των γραφείων υπηρεσιών κτλ. που βρίσκονται στο ισόγειο των κτιρίων στην πρόσοψη των τεσσάρων πλατειών της μελέτης περίπτωσης Α (πλατείες Ομόνοια, Κοτζιά, Βαρβακείου, Μοναστηράκι). Το ερωτηματολόγιο περιλάμβανε κλειστές και ανοιχτές ερωτήσεις κατανεμημένες σε τρεις ενότητες (Ι. Ο Ερωτώμενος, ΙΙ. Ο Επαγγελματικός Χώρος και η Επιχείρηση, ΙΙΙ. Αντίληψη του Ερωτώμενου για τον Κοινόχρηστο Χώρο, τη Γύρω Περιοχή στην οποία εντάσσεται αυτός και την Ανάπλασή του), εξειδικευμένη χαρτογραφική αναπαράσταση και συνοδευτική σελίδα ανά πλατεία. Ο σχεδιασμός και η κατάρτιση αυτών επιδιώκει στην άντληση πληροφοριών με αναφορά στη γνώση, την αντίληψη και τις εμπειρίες των ερωτώμενων σχετικά με τους συγκεκριμένους χώρους, τις αναπλάσεις τους και τον αστικό δημόσιο ανοιχτό χώρο γενικότερα. Η ποσοτική ανάλυση στοχεύει στην εμπειρική εκτίμηση των κοινωνικών, οικονομικών και χωρικών επιπτώσεων των αστικών επεμβάσεων και εστιάζει στην εύρεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα τόσο της κάθε πλατείας ξεχωριστά όσο και του συνόλου των τεσσάρων πλατειών που μελετήθηκαν αναφορικά με τα εξής: (α) την ανάπτυξη των επιχειρηματικών, ειδικότερα εμπορικών, υπηρεσιών και άλλων δραστηριοτήτων που αφορούν στην αστική δημόσια και ιδιωτική λειτουργία των πλατειών σε σχέση με τις προγενέστερες αναπλάσεις, αλλά και με τα πρόσφατα γεγονότα της οικονομικής και προσφυγικής κρίσης, ώστε να σταθμιστούν οι επιδράσεις και οι διαφορετικές αιτίες τους, (β) την ταυτοποίηση της γύρω περιοχής των αναδιαμορφωμένων πλατειών ως περιοχή ένταξής τους στον τοπικό κοινωνικό αστικό ιστό, (γ) τον προσδιορισμό και την εκτίμηση της σημερινής χρήσης των πλατειών σύμφωνα με τις δραστηριότητες που συμβαίνουν εκεί, τη συχνότητά τους και τις κατηγορίες των χρηστών/επισκεπτών τους, (δ) τις αλλαγές των δραστηριοτήτων αυτών μέσα στον χρόνο, (ε) τις απόψεις για τα κύρια προβλήματα των χώρων, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους αναφορικά με τις επεμβάσεις ανάπλασης, σε σύνδεση με τις σχέσεις των ερωτώμενων με τους συγκεκριμένους δημόσιους χώρους και την επιχειρηματική/επαγγελματική δραστηριοποίησή τους σε αυτούς, (στ) τη στάση των ερωτηθέντων αναφορικά με τη συμμετοχή τους και τη διαβούλευση στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού και πολεοδομικού σχεδιασμού για τον χώρο και τη γύρω περιοχή του.
  7. Η κοινωνική μίξη, σχετικά με τους χώρους επέμβασης και τις περιοχές ένταξής τους στον κοινωνικό-αστικό ιστό στο πλαίσιο διερεύνησης των κοινωνικών επιπτώσεων των χωρικών επεμβάσεων, η οποία προσεγγίζεται με όρους προβλήματος προς επίλυση μέσω μετα-ανάλυσης. Η εργασία επιχειρεί να καταρτίσει ένα μοντέλο μετα-ανάλυσης που να μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα πεδίο ετεροειδούς παραγωγής μελετών και ερευνών, με το οποίο συσχετίζεται το αντικείμενο του έργου. Για τον σκοπό αυτό, αποδείχτηκε σημαντικός ο εννοιολογικός προσδιορισμός των ζητημάτων που σχετίζονται με τη μελέτη βάσει συστηματικής ανασκόπησης και μετα-ανάλυσης του προβλήματος προς επίλυση. Επιλέχτηκαν έρευνες που έγιναν κατά το παρελθόν και αφορούν τους χρήστες αστικών δημόσιων ανοιχτών χώρων σε πόλεις της Ευρώπης. Η εργασία επικεντρώθηκε στην εύρεση των ομάδων στόχου και ελέγχου σχετικά με τις χωρικές επεμβάσεις και των παραμέτρων συσχέτισης κοινωνικής θεώρησης και χωρικών δεδομένων ήδη αναδιαμορφωμένων ή υπό αναδιαμόρφωση δημόσιων ανοιχτών χώρων. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στις αντιληπτικές ταυτότητες του αστικού δημόσιου ανοιχτού χώρου που έχουν οι ομάδες που συσχετίζονται με τη λειτουργία ενός δημόσιου ανοιχτού χώρου ή με τη λήψη αποφάσεων σχετικά με αυτόν. Το γενικό συμπέρασμα αφορά τη συσχέτιση δημογραφικών μεταβλητών με τις αντιληπτικές ταυτότητες όσον αφορά την κοινωνική μίξη και την αστική ετερογένεια του αστικού δημόσιου ανοιχτού χώρου.
  8. Το πλαίσιο, οι άξονες αναφοράς των προτάσεων και οι προτάσεις για τη χρήση και την ανάπτυξη της διαδικασίας εκτίμησης των κοινωνικών επιπτώσεων των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού. Από τη συνολική εμπειρική διερεύνηση του έργου στη βάση των μεθοδολογικών προσεγγίσεων, των ερευνητικών αποτελεσμάτων, των συμπερασμάτων και της επεξεργασίας εργαλείων που προέκυψαν, συμπεραίνεται σαφώς η αναγκαιότητα ανάπτυξης πρακτικών για τη διαπίστωση και την παρακολούθηση των επιδράσεων στον αστικό ιστό των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού που προσδιορίζονται στο πλαίσιο προγραμμάτων αστικής πολιτικής. Οι προτάσεις αναφέρονται: (α) στην προώθηση της ερευνητικής διάστασης του γενικότερου πλαισίου επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού και των προϊόντων τους, (β) στην προώθηση της οικολογικής-πολιτιστικής διάστασης της αστικής ανάπτυξης μέσω του αστικού σχεδιασμού, (γ) στην ενίσχυση των διαδικασιών αστικού σχεδιασμού μέσω της θεσμοθέτησης της μελέτης των κοινωνικών επιπτώσεων των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού, του εμπλουτισμού της διαδικασίας των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, της διαδικασίας διερεύνησης μέσω διαβούλευσης της αναγκαιότητας και των προοπτικών των αστικών επεμβάσεων, και (δ) στην καθιέρωση διαδικασιών παρακολούθησης της πραγματικότητας σχετικά με τις αλλαγές του αστικού χώρου με μεθοδολογίες και εργαλεία για τη χρήση ερευνητικών αποτελεσμάτων, στο επίπεδο των δήμων, που στόχο έχουν τη διαπίστωση και την εκτίμηση των κοινωνικών επιπτώσεων των επεμβάσεων αστικού σχεδιασμού.

Χάρτης των περιοχών μελέτης του έργου με τους χώρους αστικών επεμβάσεων και τις γύρω τους περιοχές, οι οποίες προσδιορίζονται ως σύνολα χωρικών ενοτήτων ίσου πληθυσμιακού μεγέθους. Πηγή: Επεξεργασία: Κ. Αβδελίδη, 2017. Στοιχεία: ΙΚΕ/ΕΚΚΕ, 2016 και Πανόραμα ΕΚΚΕ-ΕΛΣΤΑΤ, 2011





Η σφαιρολογία της διαφιλονικούμενης Βηρυτού: Ο δημόσιος χώρος ως εσωτερικό, το έδαφος ως όγκος

Κωνσταντής Καστρισιανάκη

Περίληψη

Δημιούργημα της ουμανιστικής παράδοσης και μιας νεωτερικής προσέγγισης της πόλης, η έννοια του δημόσιου χώρου εμπεριέχει τη δική της τελεολογία και αντιμετωπίζεται με όρους κανονιστικούς. Συγχρόνως, παρέχει ένα μέσο για την παραγωγή και την απεικόνιση των αστικών κοινοτήτων, καθώς και ένα αναλυτικό εργαλείο που εξηγεί τη σχέση ανάμεσα στον αστικό χώρο και το πολιτικό. Ενώ πρόσφατα γεγονότα στη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ έχουν φέρει τις κεντρικές πλατείες στο επίκεντρο της πολιτικής της αμφισβήτησης, θα πρέπει επίσης να ειδωθούν ως η πιο φανερή έκφραση μιας πληθώρας άλλων διαδικασιών που συγκροτούν καθημερινά τον δημόσιο χώρο. Οι πλατείες μπορούν να λειτουργήσουν ως τόποι κρίσιμων σημείων καμπής κατά τη συμβολική ανατροπή καθεστώτων. Μέσω της μελέτης περίπτωσης της Βηρυτού, το παρόν άρθρο μελετά το βαθμό στον οποίο ο δημόσιος χώρος παίζει ρόλο στην οργάνωση μόνιμων αναταραχών και εξετάζει πώς σταθεροποιείται ο χώρος μέσα από διαφορετικά εδαφικά σύνολα που αρθρώνουν διαρκώς μεταβαλλόμενα περιγράμματα. Επανατοποθετεί την έννοια του δημόσιου χώρου ως εσωτερικού παρά εξωτερικού, ενός ενδιαιτήματος παρά ενός απογυμνωμένου ανοιχτού χώρου και αντλεί από τις έννοιες της σχεσιακής εδαφικότητας και των «ανοσολογικών σφαίρων» του Peter Sloterdijk για να μιλήσει για τον δημόσιο χώρο ως χώρο διαθέσιμο, κατοικήσιμο μέσω της “οικοδόμησης σφαιρών”.

The spherology of contested Beirut: Public space as interior, territory as volume

Abstract

Born out of a humanist tradition and a modernist approach to the city, the notion of public space contains its own teleology and is treated in normative terms, providing both an instrument for making or representing urban communities and an analytical tool explicitating the relationship between urban space and the political. While recent events in the Middle East, Europe and the US have brought central squares to the fore of contentious politics, they should also be seen as the most overt expression of a myriad of other processes that constitute everyday public space. Through the case study of Beirut, this paper questions the extent to which public space plays a part in staging constant upheaval and examines how space is stabilised by different territorial assemblages constantly articulating shifting contours. It re-positions the notion of public space as an interior rather than exterior, a habitat rather than a bear open space, and draws on the notions of relational territoriality and Peter Sloterdijk’s “immunological spheres” to talk about public space as space made available, habitable through “sphere-building”.

Μέσα στην τελευταία δεκαετία, οι κεντρικές πλατείες κάποιων πόλεων έγιναν τόποι διαμαρτυριών που στάθηκαν ορόσημο και, λόγω αυτού, έφεραν και πάλι τους μεγάλους δημόσιους χώρους στο επίκεντρο των ακαδημαϊκών συζητήσεων σχετικά με τη δημοκρατία από τα κάτω και την πολιτική αμφισβήτηση. Έως τις μαζικές διαμαρτυρίες που σημάδεψαν την αρχή της δεκαετίας στο Κάιρο, την Αθήνα, την Ισταμπούλ και τη Νέα Υόρκη, το ζήτημα του δημόσιου χώρου αντιμετωπιζόταν κατά πολύ μέσα από την απόφανση ότι ο δημόσιος χώρος έχει χαθεί στην καπιταλιστική πολεοδομία, η οποία δίνει προνομιακή θέση στην αγορά για την διαμόρφωση του κτισμένου περιβάλλοντος και για παροχή δημόσιων υπηρεσιών (Carmona 2015). Κείμενα πάνω στον αστικό δημόσιο χώρο επισήμαιναν την καταπάτησή του από την ιδιωτικοποίηση (Graham & Aurigi 1997), την εμπορευματοποίηση, τις «γεωγραφίες του φόβου» (Dawson 2006), την επιτήρηση (Coleman 2002) και το θέαμα (Harvey 2006) σε καθεστώτα νεοφιλελεύθερα και αυξημένης ασφαλείας (Klauser 2010)

Η Πλατεία Ταχρίρ, η Πλατεία Ταξίμ και η Πλατεία Συντάγματος ή οι Indignados και τα Κινήματα Occupy, από την άλλη, τράβηξαν ξανά το ενδιαφέρον στον δημόσιο χώρο, τον οποίο επιζητούσαν να κυριεύσουν κάποια κινήματα διαμαρτυρίας, καθώς διεκδικούσαν και πάλι το κέντρο των πόλεων και στην προσπάθειά τους αυτή επιτελούσαν αυτό που η Saskia Sassen ονόμασε «πλανητικό δρόμο», «ένας χώρος όπου μπορεί να συμβούν νέες μορφές του κοινωνικού και του πολιτικού, στη θέση ενός χώρου που ενεργοποιεί τελετουργικές ρουτίνες» (Sassen 2011: 574). Ο David Harvey θa έλεγε για τις διαμαρτυρίες αυτές ότι εκφράζουν επιθυμία για την αποκατάσταση μιας χαμένης κεντρικότητας, «που εκδηλώνεται ξανά και ξανά για να δημιουργήσει μεγαλεπήβολα πολιτικά αποτελέσματα» (Harvey 2012 : xvii). 4 Oι δημόσιοι χώροι, με πιο εμβληματική τους τυπολογία την κεντρική δημόσια πλατεία, είναι το μέρος όπου οι πολίτες θα μπορούσαν να επαναδιατυπώσουν τη σχέση τους με το κράτος και να επαναπροσδιορίσουν τη διαδικασία της πολιτικής.

O Adam Ramadan γράφει για την Πλατεία Ταχρίρ ότι «το έτος 2011 η κατασκήνωση της πλατείας νίκησε τον δικτάτορα» (Ramadan 2013), η Λίλα Λεοντίδου λέει για το κίνημα των πλατειών στην Αθήνα ότι αποτελεί μέρος μιας «επανεπινόησης της πολιτικής γύρω από τη Μεσόγειο» (Leontidou, 2012: 310), ενώ ο Eric Swyngedouw προσθέτει ότι «αυτά τα πολιτικά κινήματα, αν και βρίσκονται ακόμα στα σπάργανα, ζητούν μια αναθεώρηση της φύσης “του πολιτικού”, καθώς και τη θεωρητικοποίηση, την ανάδυση και τη διαμόρφωσή του» (Swyngedouw, 2014:123). Πράγματι, οι συγγραφείς αυτοί επεκτείνουν τις στιγμές και τα διδάγματα που αντλήθηκαν από αυτές τις εμπειρίες, ώστε να γίνουν αντιπροσωπευτικά μιας καμπής στην πολιτική της πόλης και στη μελέτη του δημόσιου χώρου. Όμως, όπως θα προσπαθήσει να δείξει το άρθρο αυτό, πίσω από μερικές από αυτές τις συζητήσεις κρύβεται μια πιο μακρόχρονη επιστημολογική συζήτηση που απέκτησε σημασία μέσα στα σημερινά συμφραζόμενα

Tο άρθρο έχει στόχο να αναλύσει και να διερευνήσει τις υποθέσεις που στοιχειοθετούν την έννοια του δημόσιου χώρου, ιδιαίτερα μέσα στα συμφραζόμενα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης της Βηρυτού, όπου ένας λόγος συμφιλίωσης μέσω της ανοικοδόμησης έβλεπε στον δημόσιο χώρο ένα εργαλείο θεραπείας μιας διασπασμένης κοινωνίας και της δημιουργίας κεντρικοτήτων, εκεί που ο πόλεμος είχε επιφέρει διαίρεση. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την υπογραφή των Συμφωνιών της Ταΐφ το 1989, με τις οποίες είχαν τερματιστεί οι εχθροπραξίες, η κοινωνικο-χωρική τάξη της πόλης αναδιαμορφώθηκε σε πολυκομβικά πολιτικά εδάφη που συνδέονται από επικαλυπτόμενα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά δίκτυα και υποδομές. Στο περιβάλλον αυτό, οι δημόσιοι χώροι δεν έφερναν σε επαφή απομονωμένες γειτονιές αλλά είχαν γίνει τόποι αντιπαράθεσης ή ενοποίησης πολωμένων πολιτικών εδαφών – προβάλοντας κάποιες από τις συνέχειες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ρωγμών και ριζικών μετασχηματισμών.

Στην περίπτωση της Βηρυτού, όπου η κρατική κυριαρχία πάνω στο εθνικό έδαφος είναι στην καλύτερη περίπτωση ασαφής και ο πόλεμος θεωρείται διαρκώς επικείμενος, οι στρατηγικές εδαφικοποίησης δεν είναι αντιθετικές προς τον δημόσιο χώρο, αλλά μάλλον τον συγκροτούν. Ενώ ο λόγος της ανοικοδόμησης-συμφιλίωσης εστίασε στη δυναμική της διαβούλευσης και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης με την οποία συνδυάζεται ο δημόσιος χώρος, το άρθρο αυτό εφιστά την προσοχή στους «κανόνες και τις ρουτίνες της ρύθμισης, που θεωρούνται συνήθως εχθροί της δημόσιας κουλτούρας» (Amin, 2008). Στρέφεται επομένως σε ένα λεξιλόγιο που δίνει έμφαση στους τρόπους της αστικής ρύθμισης και τις οικειοποιήσεις του χώρου, ενώ φωτίζει τις πρακτικές εδαφικοποίησης. Ξεκινώντας από το 2005 και την Επανάσταση των Κέδρων ή αλλιώς την Ιντιφάντα της Ανεξαρτησίας, την οποία κάποιοι παρατηρητές θεώρησαν αργότερα ως πρόδρομο των Αραβικών εξεγέρσεων, το άρθρο θα παρουσιάσει πρώτα, συνοπτικά, το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο της ανοικοδόμησης της Βηρυτού μετά την Ταΐφ και τα κανονιστικά ιδεώδη που στηρίζουν τον λόγο της ανοικοδόμησης-συμφιλίωσης. Στη συνέχεια θα πραγματευτεί τις εδαφικές διαστάσεις του δημόσιου χώρου, όπως έχουν αναλυθεί μέσα από επιτόπια έρευνα δύο χρόνων συνολικά, που διεξάχθηκε στο διάστημα 2009-2016. 5

Τέλος, στηριγμένο στο έργο του Isaac Joseph για τον «παρευρισκόμενο κόσμο» και στις «σφαίρες» του Peter Sloterdijk, το άρθρο έχει στόχο να συνεισφέρει στη βιβλιογραφία περί δημόσιου χώρου επισημαίνοντας πώς οι κάτοικοι της Βηρυτού κατασκεύασαν εσωτερικά [interiors] από χώρους, αλληλεγγυότητες, υλικότητες και καθημερινές πρακτικές μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρεί επίσης να διαφωτίσει τις διαδικασίες που ρυθμίζουν τους δημόσιους χώρους πριν από επιδραστικές μαζικές διαδηλώσεις, καθώς και το πώς μπορούμε να προσεγγίζουμε την καθημερινή αναδιάρθρωση του αστικού χώρου πέρα από τη μαζική κινητοποίηση.

1. Εδαφικοποιώντας τον δημόσιο χώρο στη μετά το 2005 Βηρυτό

Η δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι στις 14 Φεβρουαρίου 2005 σημάδεψε την αρχή μιας νέας φάσης στην ιστοριογραφία της Βηρυτού και του Λιβάνου. Στις 8 Μαρτίου, στην πλατεία Ριάντ ελ Σολχ της κεντρικής Βηρυτού έλαβε χώρα η μεγαλύτερη έως τότε διαδήλωση στη σύγχρονη ιστορία της Βηρυτού, σε υποστήριξη του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ-Άσαντ, ενώ κατηγορούνταν ανοιχτά ότι είχε οργανώσει τη δολοφονία. Έξι μέρες αργότερα, ή ακριβώς ένα μήνα μετά τη δολοφονία, έγινε μια ακόμα μεγαλύτερη διαδήλωση – στην οποία λέγεται ότι συμμετείχε έως και το ένα τέταρτο του πληθυσμού αυτής της χώρας των 4,5 εκατομμυρίων – που γέμισε την Πλατεία των Μαρτύρων και ζήτησε να μπει τέλος στην ατιμωρησία, καθώς και την αποχώρηση των συριακών στρατευμάτων. Οι συμμαχίες της 8ης Μαρτίου και της 14ης Μαρτίου, οι μεν υποστηριχτές της Συριακού κράτους και οι δε ενωμένοι από την εχθρότητα απέναντι του, πόλωσαν το πολιτικό τοπίο για μια δεκαετία.

Αρχικά, η δύναμη αυτών των τόσο μαζικών συγκεντρώσεων στο κέντρο της πόλης ενθουσίασε πολλούς παρατηρητές, που είδαν να προβάλλει εκεί η προοπτική διαθρησκευτικών συνασπισμών κινητοποιημένοι γύρω από ένα πολιτικό σχέδιο, που έρχονταν να αντικαταστήσουν τους ατέλειωτους γύρους των φατριαστικών συγκρούσεων, τη συριακή παρέμβαση και την αχαλίνωτη διαφθορά. Για ένα διάστημα, η Πλατεία των Μαρτύρων συγκρινόταν με την Πλατεία Ανεξαρτησίας («Μαϊντάν Νεζαλέζνοστι») του Κιέβου, που λίγους μήνες νωρίτερα ήταν το σκηνικό της Πορτοκαλί Επανάστασης: μια δημόσια πλατεία όπου τα παράπονα εκφράζονταν ανοιχτά, οι δυνάμεις κατοχής έτρεμαν μπροστά στον μαζικό λαϊκό ξεσηκωμό και η πόλη επέστρεφε στην τροχιά του εκσυγχρονισμού (Beyhum 2009).

Χάρτης της Βηρυτού

Ωστόσο ο ενθουσιασμός δεν κράτησε για πολύ, καθώς η αποχώρηση των Σύριων τον Απρίλιο του 2005 απελευθέρωσε τη δημόσια έκφραση των παραταξιακών δεσμεύσεων, τόσο στο επίπεδο του τύπου και των ΜΜΕ όσο και στο πεδίο της εδαφικής σήμανσης (Mermier, 2008). Από την εποχή των Συμφωνιών της Ταΐφ, η πόλη είχε γνωρίσει την παγίωση του κατακερματισμού της πόλης, είχε όμως επίσης υποστεί τεράστιες μορφολογικές αλλαγές και την οριοθέτηση νέων διαιρέσεων και αδιάκοπα μεταβαλλόμενων συμμαχιών. Οι ανενεργές διαχωριστικές γραμμές γρήγορα ενεργοποιήθηκαν και πάλι, μετατρέποντας την πόλη σε ένα σκηνικό για τη διατράνωση και επίδειξη πολιτικών και θρησκευτικών εντάξεων, ενώ οι τόποι όπου αυτές συναντιόντουσαν μετατράπηκαν σε χώρους φατριαστικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Διαμορφώθηκε μια νέα αστική τάξη πραγμάτων, που δεν καθοριζόταν πια από την οριοθέτηση του πολέμου μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Τομέα της πόλης, ούτε βασιζόταν σε μια ιεραρχία κέντρου-περιφέρειας. Απεναντίας, η πόλη είχε γίνει μια μητροπολιτική περιοχή, στην οποία ιστορικές και νέες κεντρικότητες είχαν αναδιατάξει την αστική δομή, εντός της οποίας οι εδαφικότητες είχαν μετατραπεί σε προπύργια του ανταγωνισμού ανάμεσα σε οπαδούς της 8ης Μαρτίου και οπαδούς της 14ης Μαρτίου.

Ο πόλεμος μεταξύ Χεζμπολάχ και Ισραήλ, τον Ιούλιο του 2006, απλώς επέτεινε τις διαιρέσεις. Τον Δεκέμβριο του 2006, η αντιπολίτευση της «Συμμαχίας της 8ης Μαρτίου» απαίτησε την παραίτηση της κυβέρνησης της «Συμμαχίας της 14ης Μαρτίου» οργανώνοντας μια ειρηνική διαμαρτυρία έξω από το γραφείο του πρωθυπουργού στην παλιά πόλη, που κατέληξε να γίνει μια «σκηνούπολη» που κατέλαβε την πλατεία Ριάντ ελ Σολχ και το νότιο κομμάτι της Πλατείας των Μαρτύρων για δεκαεννιά μήνες. Η κλιμάκωση των εντάσεων ανάμεσα σε μέλη των δυο συμμαχιών κατέληξε σε ένοπλες αντιπαραθέσεις τον Ιανουάριο του 2007 και κορυφώθηκε με τις συγκρούσεις του Μαΐου 2008, τις χειρότερες από την εποχή του εμφυλίου πολέμου.

Όπως δείχνει η Mona Harb, το λιβανέζικο κράτος δεν είναι, εξ ορισμού, ένα συγκεντρωτικό βολονταριστικό κράτος [voluntarist state] αλλά «επενεργεί μέσα από ένα σύστημα πολιτικού φατριασμού μέσα στο οποίο η κάθε κοινότητα έχει τους εθνικούς της αντιπροσώπους, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με μια πελατειακή λογική και προσωποποιημένες σχέσεις» (2010: 43). Πράγματι, στην καρδιά του λιβανέζικου κράτους βρίσκεται η κατανομή των ύπατων αξιωμάτων στις δημογραφικά μεγαλύτερες θρησκευτικές ομάδες (μαρωνίτης πρόεδρος, σουνίτης πρωθυπουργός και σιίτης πρόεδρος της βουλής), ενώ η κατανομή των θέσεων της δημόσιας διοίκησης όπως και των κοινοβουλευτικών εδρών γίνεται σύμφωνα με θρησκευτικά καθορισμένα ποσοστά. Επιπλέον, η άσκηση των δημόσιων αξιωμάτων οργανώνεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, γύρω από εκτεταμένες πελατειακές ομάδες, όπου η αναδιανομή της πατρoνίας σκιαγραφεί τον χάρτη της παροχής δημόσιων υπηρεσιών. Οι Συμφωνίες της Ταΐφ, που έβαλαν τέλος σε 15 χρόνια εμφυλίου πολέμου, απλώς παγίωσαν τον πολιτικό φατριασμό μετατρέποντας τον άγραφο κανόνα της κοινοτικής συνύπαρξης του Εθνικού Συμφώνου του 1943 σε ένα ρητό «σύμφωνο κοινής ύπαρξης» (Picard 2005).

Ο μετά την Ταΐφ διακανονισμός δημιούργησε επομένως μια κατάσταση, όπου η «κοινή ύπαρξη» των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι ο κοινός ορίζοντας, χωρίς προοπτική για σταδιακή συγκρότηση ενός ενιαίου δημόσιου μέσα από την οικοδόμηση του κράτους και την ομογενοποίηση του χώρου. Αυτό καθιστά κατά πολύ ανεφάρμοστη την προσέγγιση, που θεωρεί τον δημόσιο χώρο προϊόν του νεωτερικού κράτους και αντιτιθέμενο σε άλλες μορφές εδαφικοποίησης. Η αστάθεια που χαρακτήρισε τη μετά το 2005 περίοδο, καθώς χαράχτηκαν νέες διαχωριστικές γραμμές, συνοδεύτηκε από μια πιο διάχυτη σήμανση του αστικού εδάφους. Οι συνοικίες οριοθετούνται σαφώς, δείχνοντας ότι βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της μίας ή της άλλης πολιτικής παράταξης, με σημαίες, πανό, αφίσες και σύμβολα να πλημμυρίζουν το αστικό περιβάλλον και να σημαδεύουν τον δημόσιο χώρο. Αυτή η «εδαφικοποίηση» της Βηρυτού δεν είναι καινούργια, όμως η ριζοσπαστικοποίηση (radicalisation) αυτών των εδαφικοτήτων και η εντατικοποίηση της αντιπαράθεσής τους μετά το 2005 μετέτρεψε την πόλη, και ιδιαίτερα τη Δυτική Βηρυτό, σε τόπο ανοιχτής και συνεχούς διαμφισβήτησης.

Αφίσα των Χαρίρι, πατέρας και γιος, Tariq el-Jdideh, 30 Ιούνιου
2010

Στο πλαίσιο αυτό, δημόσιος χώρος είναι τόπος διαμφισβήτησης ανάμεσα σε διάφορες παρατάξεις που προσπαθούν να επιβάλουν πάνω του τα δικά τους σύμβολα και την δική τους τάξη. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας περί δημόσιου χώρου, όταν αναφέρεται στη Βηρυτό, προσλαμβάνεται σύμφωνα με τη δυτική κλασική έννοια που βασίζεται σε μια χαμπερμασιανή (Habermassian) αντίληψη της δημόσιας σφαίρας, έχοντας ως πρότυπο τη δημόσια πλατεία και τηρώντας μια αυστηρή διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού (Khoury, 1983; Picard, 1997; Saadeh, 2001; Salaam, 1994). Η μελέτη της Βηρυτού μέσα από αυτό το πρίσμα έχει αλλοιώσει τις αναλύσεις του δημόσιου χώρου και έχει γεννήσει παράταιρες προσδοκίες ως προς τις ικανότητές του να παίξει συμφιλιωτικό ρόλο στην πόλη. Επιπλέον, αν βλέπει κανείς στην οριοθέτηση της Βηρυτού από θρησκευτικές κοινότητες και τις πολιτικές τους παραλλαγές το τέλος του δημόσιου χώρου, αυτό σημαίνει ότι στερεί την αστική συνθήκη της Βηρυτού από ένα πλούσιο σύνολο πρακτικών και χώρων που συγκροτούν την αστική ζωή. Πάντως, το ερώτημα παραμένει: εάν θρησκευτικά οριοθετημένοι χώροι οργανώνουν τη λιβανέζικη πρωτεύουσα, πώς πρέπει να στοχαστούμε τον δημόσιο χώρο;

2. Η ανοικοδόμηση- συμφιλίωση, μια κριτική

Οι Συμφωνίες της Ταΐφ, που υπογράφηκαν το 1989, έβαλαν σταδιακά τέλος σε 15 χρόνια εμφύλιου πολέμου, όμως δεν ξεκίνησαν μια διαδικασία επίσημης συμφιλίωσης, μνημόνευσης ή μεταβατικής δικαιοσύνης. Απεναντίας, η μετά την Ταΐφ ανάκαμψη κατασκευάστηκε ως «κρατικά υποστηριγμένη αμνησία», όπου «η δομική λήθη ενθαρρύνθηκε μέσα από την κλιμάκωση μιας γενικής αμνηστίας του πολέμου το 1991, νόμων για τη λογοκρισία των ΜΜΕ […] και την πλήρη απουσία ποινικών δικαστηρίων, προγραμμάτων αποζημίωσης ή επιτροπών αλήθειας και συμφιλίωσης» (Larkin, 2010: 617-618). Η ανοικοδόμηση της λιβανέζικης πρωτεύουσας, ιδιαίτερα του κέντρου της πόλης και της διαχωριστικής γραμμής που την έκοβε στα δύο, έμελλε λοιπόν να γεννήσει ελπίδες για μια διαδικασία εθνικής συμφιλίωσης μέσω των ανακατασκευών. Ήδη το 1983, η ανοικοδόμηση χαιρετίστηκε ως «χρυσή ευκαιρία για να αποκατασταθούν δεσμοί εμπιστοσύνης και συνεργασίας σε μια πλουραλιστική κοινωνία» (Khoury, 1983: 20). «Ο σχεδιασμός της ανοικοδόμησης, η Βηρυτός του μέλλοντος – υπάρχει πιο συναρπαστικό θέμα προς συζήτηση; Μέσα από τη φρίκη της καταστροφής ξεπροβάλλει η ευκαιρία για αναδημιουργία, για βελτίωση και προσαρμογή στις νέες συγκυρίες» (Ibid: 70). Η ανοικοδόμηση αντιμετωπιζόταν εδώ ως ευκαιρία για να θεραπευτεί μια διασπασμένη κοινωνία, όπου προβλεπόταν να κατασκευαστούν χώροι που θα ενθάρρυναν και θα διευκόλυναν την αμοιβαία προσέγγιση των διάφορων κοινωνικών ομάδων, σύμφωνα με «τις αρχές της ευγένειας, της αστικότητας και της ανοιχτότητας» (Ibid: 22). Με τα λόγια του Joe Nasr, «ήταν η στιγμή για να εκφραστούν ουτοπίες» (1999: 21).

Το ζήτημα του δημόσιου χώρου όπως και εκείνο των κοινών χώρων (shared spaces) παρουσιάστηκαν επανειλημμένα ως προϋποθέσεις για την ειρηνική συνύπαρξη και τη συμφιλίωση κι αυτό γινόταν περισσότερο φανερό στον τρόπο με τον οποίο προωθούνταν και κρινόταν η ανοικοδόμηση της παλιάς πόλης. Όπως εξηγείται σε πολυάριθμες δημοσιεύσεις για τη μεταπολεμική Βηρυτό, επί πρωθυπουργίας του Ραφίκ Χαρίρι, η πρωτεύουσα είδε το κράτος να αναθέτει κάθε μορφή ελέγχου σχετικά με την ανοικοδόμηση του κέντρου της πόλης στην ιδιωτική εταιρεία SOLIDERE 6 , της οποίας κύριος μέτοχος ήταν ο ίδιος ο Χαρίρι (Denoeux, 1998; Makdisi, 1997; Leenders, 2004). Αυτό περιλάμβανε επίσης την παραχώρηση στη SOLIDERE 120.000 τίτλων ιδιοκτησίας που συγκροτούσαν έναν πυκνό ιστό κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων και επομένως την χρηματιστικοποίηση (financialisation) 150 εκταρίων, αδειάζοντας έτσι το κέντρο από τους προπολεμικούς κατοίκους του. Παρότι η SOLIDERE υποστήριξε συχνά ότι ένωσε και πάλι τη χώρα μέσα από την ανοικοδόμηση του κέντρου της πόλης, το αστικό μοντέλο που επέβαλε και η εκτέλεσή του οδήγησαν σε μια εντυπωσιακά σχεδιασμένη αλλά αποκλειστική κεντρική συνοικία. Έτσι, αντί να προσφέρει ένα κοινό κέντρο σε μια διασπασμένη πόλη, η SOLIDERE ενίσχυσε την επιβεβλημένη από τον πόλεμο γεωγραφία των πολιτικο-φατριαστικών εδαφών. Από εδώ προκύπτει συνήθως η παρατήρηση ότι η Βηρυτός είναι μια πόλη χωρίς δημόσιους χώρους και ότι, με εξαίρεση τον παραλιακό δρόμο και μέτωπο (Corniche), η πόλη στερείται χώρων όπου θα μπορούσε να έχει πρόσβαση ο καθένας ελεύθερα (Delpal, 2001).

Στο πλαίσιο αυτό, πώς πρέπει να στοχαστούμε σχετικά με τον δημόσιο χώρο; Διάχυτη στη βιβλιογραφία γύρω από τη Βηρυτό, με ελάχιστες εξαιρέσεις, 7 είναι η δυτική κλασική αντίληψη που θεωρεί πρότυπο τη δημόσια πλατεία και μια αυστηρή διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου, μεταξύ κοσμικού και ιερού. Έχοντας αυτό υπόψη, το άρθρο θα αναλύσει τα κανονιστικά ιδεώδη στα οποία βασίζονται οι κλασικές αντιλήψεις περί δημόσιου χώρου, ιδιαίτερα στο βαθμό που προϋποθέτουν ή επικαλούνται έναν ανοιχτό, ουδέτερο, πιθανώς κοσμικό χώρο διαβούλευσης. Μετά από μια ανάλυση της προσέγγισης του Habermas απέναντι στον δημόσιο χώρο, το άρθρο θα προτείνει μια εδαφική – και σφαιρολογική – προσέγγιση με βάση την οποία να εξετάσουμε τον ρόλο και την διαμόρφωση του δημοσίου χώρου στην Βηρυτό

3. Διερευνώντας την προτεραιότητα της ανοιχτότητας

Στο έργο του The Structural Transformation of the Public Sphere [Ο δομικός μετασχηματισμός της δημόσιας σφαίρας], ο Jürgen Habermas ορίζει την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας ως πολιτικού χώρου διακριτού από το κράτος και την οικονομία, τον οποίο μεταθέτει στη συνέχεια ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το κράτος αλλά ο οποίος εξακολουθεί να εξαρτάται από την ύπαρξη ενός κυρίαρχου κράτους. Εκκινώντας από την έννοια της ελληνικής αγοράς και της κλασικής αστικής πλατείας, και απηχώντας τα έργα των προδρόμων του (του Weber και του Tocqueville, μεταξύ άλλων) στην εξατομίκευση της κοινωνίας, την ορθολογική κρίση και την πολιτική ισότητα, ο Habermas προτείνει ένα θεμελιωδώς αφηρημένο ορισμό του δημόσιου χώρου που έγινε στη συνέχεια κανονιστικός. Σε ένα τέτοιο χώρο, ιδεατοί πολίτες, οι οποίοι έχουν εγκαταλείψει τις κοινωνικές τους ταυτότητες με την είσοδό τους σε αυτό τον δημόσιο χώρο, μπορούν να συζητούν, να αποφασίζουν, να συμφωνούν και να αναλαμβάνουν δράση ως απολύτως ίσοι, χρησιμοποιώντας ορθολογικά επιχειρήματα για να συνάψουν συμφωνίες, αντί για εξαναγκαστικά μέσα για να επιβάλλουν τις επιθυμίες και τις ιδέες τους.

Η θεωρητική αρχή της δημόσιας σφαίρας μπορεί πάντα να διακριθεί από κάθε πραγματικό θεσμό που εμφανίζεται στην κοινωνική ιστορία. Ο Habermas, επομένως, θα εννοούσε ένα μοντέλο κανόνων και τρόπων συμπεριφοράς, το οποίο θα μπορούσε να εγγυηθεί για πρώτη φορά την ίδια τη λειτουργία της δημόσιας γνώμης. Αυτοί οι κανόνες και οι τρόποι συμπεριφοράς περιλαμβάνουν: α) γενική προσβασιμότητα, β) εξάλειψη όλων των προνομίων και γ) ανακάλυψη γενικών κανόνων και ορθολογικών νομιμοποιήσεων (Habermas, Lennox & Lennox 1974:50). Eπικαλούνται ένα χώρο διαβούλευσης, ως ουδέτερο, εκκοσμικευμένο έδαφος για την επίλυση διαφορών, απαλλαγμένο από προσδιοριστικά γνωρίσματα που θα τον καθιστούσαν κατά κάποιο τρόπο προκατειλημμένο ή απρόσιτο. Στη θεωρία του για την επικοινωνιακή δράση, ο Habermas υποστηρίζει ότι οι συμμετέχοντες στη συζήτηση αυτή αναπτύσσουν μια αίσθηση κατανόησης που προκύπτει από τη διαρκή ανταλλαγή και μπορούν να οικοδομήσουν μια κοινή ορθολογικότητα.

Ωστόσο, η δημόσια σφαίρα του Jürgen Habermas έχει επικριθεί, αφενός επειδή δεν αντανακλά τους αγώνες εξουσίας που εξελίσσονται στον δημόσιο τομέα, και αφετέρου επειδή προτείνει μια υπερβολικά αφηρημένη και ιδεαλιστική θεώρηση του δημόσιου χώρου (Fraser 1990). Η κανονιστική ισχύς της δημόσιας σφαίρας, όπως την συνέλαβε ο Habermas για να την προβάλει στην «πόλιν», κατακερματίζεται από διαφοροποιημένες ταυτότητες και αγώνες εξουσίας. Όπως το έχουν αποτυπώσει μεταποικιακές (post-colonial) και φεμινιστικές σπουδές, το φιλελεύθερο μοντέλο της αστικής δημόσιας σφαίρας είναι σημαδεμένο από πρακτικές αποκλεισμού με βάση τη φυλή, την εθνικότητα, το φύλο, τη σεξουαλικότητα κ.λπ. Ταυτόχρονα, έχουν υποδείξει την ύπαρξη ενός «υπάγωγου αντιδημόσιου» (counter-public) με τη μορφή ενδυναμωτικών λογοθετικών χώρων ενάντια στο κυρίαρχο, περιορισμένο, «ευρύτερο δημόσιο», μέσα σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικών δημόσιων σφαιρών (Fraser 1990).

Ενώ η κανονιστική χαμπερμασιανή προσέγγιση έχει επηρεάσει την αντίληψη του δημοσίου χώρου στην Βηρυτό και γενικότερα, η σχολή του teatro mundi ή θεάτρου του κόσμου (Sennett 2008) προτείνει μια τελετουργική αντίληψη της καθημερινής ζωής. Αντίθετα με το ανοιχτό σύστημα των Arendt και Habermas, η σχολή αυτή η οποία αντλεί από τον Richard Sennet, τον Erving Goffman και τον Clifford Geertz, αναγνωρίζει το κλειστό σύστημα της τελετουργίας και της «καθορισμένης φόρμας». Όπως γράφει ο Sennett (2013):

Συχνά το κτίριο ή ο υπαίθριος χώρος που υιοθετούν ευκολότερα οι άνθρωποι είναι μικρής κλίμακας και τοπικού χαρακτήρα, έτσι ώστε αυτή η εκδοχή της δημόσιας σφαίρας δεν ευνοεί τη μεγάλη, πυκνή κλίμακα όπως κάνει η Arendt. Επίσης, αυτή η ανθρωπολογική προσέγγιση δεν οδηγεί στον πολιτικό στόχο που επιζητεί ο Habermas, προς ένα αυξανόμενο αμοιβαίο διαφωτισμό. Όπως κάθε είδος κουλτούρας, η κουλτούρα της πόλης τείνει προς ένα άλλο είδος ανθρώπινου δεσμού, το τελετουργικό.

Εδώ, ο δημόσιος χώρος είναι η σκηνοθεσία [mise en scène] της διαφοράς και ως τέτοια έχει ασχοληθεί περισσότερο με τη χωρικότητα και την υλικότητα του δημόσιου χώρου, καθώς και με όλα τα εξαρτήματα της δημοσιότητας, όπως η ένδυση, η κίνηση και το ύφος της ομιλίας. Για τον Sennett, που ακολουθεί εδώ τη Jane Jacobs, η πυκνότητα και η αταξία τροφοδοτούν τη ζωτικότητα του δημόσιου χώρου, που είναι κρίσιμη για τη ζωή σε πόλεις, αλλά που εξαρτάται επίσης από μια πραγματιστική αντίληψη της υλικότητας, της επανάληψης και της σύμβασης (Sennett 2008). Η δημόσια ζωή υπάρχει εδώ σε θεατρικό ιδίωμα, δηλαδή πέρα από ξεχωριστά ανήκειν αλλά χωρίς να τα απαρνιέται, δημιουργώντας μέσα από ένα κοινό λόγο «μια κοινή σφαίρα» (Sennett 2013).

Από αυτή τη σχολή πηγάζει επίσης, υπερτονίζοντας όμως τις υλικές και μεταιχμιακές όψεις της δημόσιας σφαίρας, το έργο ενός ιδιόμορφου αστικού κοινωνιολόγου, του Isaac Joseph 8 . Με χαϊντεγκεριανή φλέβα, ο Joseph υποστηρίζει ότι ο δημόσιος χώρος πρέπει να έχει ιδιότητες τέτοιες που να επιτρέπει στους ανθρώπους να δράσουν, κάτι που προϋποθέτει ότι πρέπει αυτοί να έχουν κάποιου είδους αντίληψη του χώρου αυτού: η νόηση προσφέρεται από την κατανόηση του χώρου, τη σκηνογραφία του, «ένα κόσμο διαθέσιμης διορατικότητας, έναν “παρευρισκόμενο κόσμο”» (1995:26). Αυτό θα ήταν επομένως ένα περιβάλλον που δεν αποδυναμώνει το άτομο αλλά το καθησυχάζει και του επιτρέπει να δράσει, όχι απλώς να κυκλοφορήσει. Όμως, η δράση αυτή δεν θα ήταν μια μορφή δέσμευσης από μια απονεμημένη θέση, η οποία θα περιόριζε το επίπεδο της «ευνοϊκής συγκυρίας» [serendipity] (ιδιότητας που ο Joseph θεωρεί κρίσιμη για την καθημερινή ζωή στις πόλεις). Αφορά μάλλον τη συμπαρουσία σωμάτων, και τη διάταξη που τα συνδέει με ένα πλήθος πιθανοτήτων. Αυτή η ανάγνωση του δημόσιου χώρου παρακάμπτει το επίπεδο των εδαφικών συμβόλων και σκοπεύει απεναντίας να πραγματώσει τη συμπαρουσία και να προβάλλει την πράξη της ανα-σύνθεσης:

Το να σκεφτόμαστε τον δημόσιο χώρο ως χώρο του συμβάντος, σημαίνει λοιπόν ότι τον απαλλάσσουμε – στην τάξη του χώρου και των αντικειμένων, είτε συμβολικών είτε λειτουργικών – από μια εδαφική λογική που καθιστά μια μορφολογία και μια συμβολική τάξη αντίστοιχη προς ένα χώρο και μια κοινότητα. Από αυτή τη σκοπιά, έργο του περαστικού ή του θεατή είναι πάντα ο ανα-προσδιορισμός ή η ανα-διαμόρφωση 9.

Ο Joseph δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ιδέα ότι η δημοσιότητα (publicness) σχετίζεται με την ανωνυμία και ότι η πρακτική της δεν προϋποθέτει κάποια απόχρωση ή κάποια ταυτότητα. Παρότι δεν το δηλώνει ρητά, ο Joseph δανείζεται από την Arendt (1998) την ιδέα ότι η δημόσια ζωή ξεκινάει τη στιγμή που κατοικεί κανείς έναν χώρο που βρίσκεται εκτός της υποκειμενικότητας και επομένως εισέρχεται σε μια μεταιχμιακή κατάσταση και σε ένα μεταιχμιακό τόπο. Όπως λέει ο ίδιος, «μια αισθητική του δημόσιου χώρου και της δημόσιας ζωής συνεπάγεται μια διπλή μετατόπιση εκτός του κτιρίου και εκτός του υποκειμενικού χώρου, σε ένα “ενδιάμεσο” που δεν είναι αποκλειστικά αφηρημένο και που μπορεί να ονομαστεί οικολογικό» (Joseph 1995:34) 10 . Yπάρχει μια χωρικότητα στη μεταιχμιακότητα αυτή, μια οικολογία και μια αισθητική, όπως το θέτει ο ίδιος. Ωστόσο, και πάλι με αρεντιανό τρόπο, υποστηρίζει ότι μολονότι η προσκόλληση στον χώρο, και επομένως στο έδαφος, αποκλείει τη δημιουργία δημόσιας σφαίρας, το να είσαι πολίτης συνεπάγεται ευθύνες, υποχρεώσεις και δικαιώματα, πράγματα τα οποία έχουν νόημα μόνο εάν εντάσσονται σε κάποιο έδαφος.

Παρότι τα λόγια του Issac Joseph φωτίζουν με διφορούμενο τρόπο το ζήτημα του εδάφους και του δημόσιου χώρου, ωστόσο το φέρνουν στο επίκεντρο και από την άποψη αυτή προσφέρουν μιαν αφετηρία για στοχασμό επί του θέματος. Μολονότι ανώνυμος και αδιάφορος στη διαφορά, ο δημόσιος χώρος πρέπει εντούτοις να είναι αναγνώσιμος για να επιτρέπει την πρακτική του δημόσιου χώρου. Η αμφισημία εδώ είναι ότι ο «παρευρισκόμενος» κόσμος δεν μπορεί να είναι εξίσου προσβάσιμος σε όλους. Διότι κάθε χώρος που είναι «παρευρισκόμενος» προϋποθέτει ένα επίπεδο νοηματοδότησης και διαφοροποίησης, ένα επίπεδο ιδιοποίησης μέσω του «λόγου», μέσω της διάρθρωσης της κατανόησης. Αυτή η αμφισημία μάς οδηγεί στην καρδιά της έντασης μεταξύ δημόσιου χώρου και εδαφικότητας, καθώς ξεκινάμε να ορίζουμε τον δημόσιο χώρο ως προϊόν ανθρώπων, αντικειμένων και συμβόλων, η συμπαρουσία των οποίων δημιουργεί μια σφαίρα με δικούς της κώδικες, με δικές της μορφές αποκλεισμού και προσκόλλησης: είναι μια αίσθηση «θαλπωρής».

4. Έδαφος, μια σχεσιακή προσέγγιση

Παρότι η έννοια του εδάφους χρησιμοποιείται σε πολυάριθμες μελέτες από γεωγράφους, πολιτικούς επιστήμονες, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, ηθολόγους και στρατιωτικούς, μόνο τα τελευταία χρόνια έγινε αντικείμενο μιας διαρκούς και λεπτομερούς γενεαλογίας 11 . Το έδαφος μπορεί να οριστεί ως ένας οριοθετημένος τόπος εντός του οποίου μερικοί άνθρωποι, έχοντας κοινές ορισμένες ιδιότητες, διαφοροποιούνται από άλλους καθορίζοντας χωρικά την κοινότητά τους. «Ηθολογικά» μιλώντας, έδαφος είναι «το περιβάλλον μιας ομάδας (δηλ. μιας αγέλης λύκων, ενός πληθυσμού ποντικών) το οποίο δεν μπορεί να εντοπιστεί αντικειμενικά αλλά αποτελείται από τις διατάξεις της αλληλεπίδρασης, μέσω των οποίων η ομάδα ή ο πληθυσμός εξασφαλίζει μια ορισμένη σταθερότητα και τοποθεσία» (Günzel 2011). Πολιτικά μιλώντας, μπορεί να είναι ο χώρος που ελέγχεται από το κράτος μέσω της διαφύλαξης των συνόρων του, η δημιουργία ενός κρατικού χώρου αποτελούμενου από θεσμούς και πολίτες (είτε συμμορφώνονται είτε όχι προς τη νομοθεσία στην οποία υπόκεινται). ˑ

Στην πολιτική γεωγραφία, το έδαφος θεωρείται από τους περισσότερους ένας περίκλειστος γεωγραφικός χώρος, οριοθετημένος και προικισμένος με πολιτικό σκοπό (Sack 1983). Ο ορισμός αυτός, σύμφωνα με την ανάλυση του Stuart Elden (2009), προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο ορισμό του χώρου που συμφωνεί με τις επιστημονικές επαναστάσεις του 16ου και του 19ου αιώνα, όπου ο χώρος «νοείται ως υπολογιζόμενος και μετρήσιμος, εκτεινόμενος σε τρεις διαστάσεις» (2009: xxvi). Όπως συνεχίζει ο Elden, «[με] άλλα λόγια, τα σύνορα γίνονται εφικτά, με τη νεωτερική τους σημασία, μόνο μέσα από μια έννοια του χώρου – και όχι το αντίστροφο» (ibid. xxvii).

Γίνεται φανερό εδώ ότι πίσω από μια διάχυτη αντίληψη του εδάφους βρίσκεται η ευκλείδεια αντίληψη του χώρου ως περίκλειστου και μετρήσιμου. Για τον Jean Gottman, αυτό σχετίζεται άμεσα με την έλευση του κράτους και είναι η έκταση της δικαιοδοσίας του, ενώ για τον Michel Foucault το έδαφος είναι μία δικαιική-πολιτική συναρμογή, και μπορεί να είναι η εγχάραξη οποιασδήποτε μορφής εξουσίας στον χώρο (Kärrholm 2007:439). Η εξουσία όμως, για τον Foucault (2007), είναι επίσης διάχυτη δύναμη, η οποία δεν επιβάλλεται τόσο όσο εντάσσεται, μεταφέρεται και ενεργοποιείται από μια ποικιλία παραγόντων. Το κράτος, επομένως, επιζητεί να επεκτείνει χωρικά εκείνο που ο Weber θεωρεί ότι το ορίζει πολιτικά: μια «ανθρώπινη κοινότητα που αξιώνει (επιτυχώς) το μονοπώλιο της νόμιμης χρήσης της βίας σε ένα δεδομένο έδαφος» (1946:78). Ο Lefebvre φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει κράτος χωρίς έδαφος και, παρομοίως, ότι δεν υπάρχει έδαφος χωρίς κράτος, υποστηρίζοντας ότι το έδαφος είναι ακριβώς η πολιτική μορφή του χώρου που παράγεται από, και συσχετίζεται με, το νεωτερικό κράτος (Brenner, 2009).

Όταν ο Stuart Elden γράφει ότι «ο έλεγχος του εδάφους είναι εκείνο που καθιστά εφικτό ένα κράτος, επομένως ο έλεγχος του εδάφους παραχωρεί συγκεκριμένη νομιμοποίηση στη βία, ενώ προσδιορίζει τη χωρική της έκταση», επιμένει στο γεγονός ότι τα κράτη είναι οργανισμοί που ασκούν το μονοπώλιο της βίας στο αντίστοιχό τους έδαφος (2009:xxx). Ωστόσο, θα υποστήριζα ότι το κράτος δεν μπορεί να ομογενοποιήσει το έδαφος που οριοθετεί, ούτε να εξουδετερώσει όλες τις άλλες μορφές εξουσίας που το αμφισβητούν. Όταν οι Roy και Alsayyad επινόησαν την έννοια της «μεσαιωνικής νεωτερικότητας» για να περιγράψουν τη σύγχρονη κατάσταση των πόλεων, αναφέρονταν κυρίως στην κατακερματισμένη φύση του εθνικού χώρου, χώρου που είναι η σκηνή του ανταγωνισμού για κυριαρχία μεταξύ κρατών και πόλεων, «μια όξυνση των πάντα διασπαστικών φονταμενταλισμών και τοπικισμών – η πολιτική των φέουδων, διαπραγματευόμενη με ορατούς και αόρατους τρόπους διακανονισμών» (2006:12). Η έννοια της «μεσαιωνικής νεωτερικότητας» εγείρει όμως το ζήτημα της ιδιότητας του πολίτη (citizenship) και του εδάφους της με ενδιαφέροντα τρόπο. Κυρίως μάλιστα η ιδέα ότι τμήματα της πόλης μπορούν να αποκλειστούν ή να αποσχιστούν, και ο εντοπισμός της ανάδυσης νέων μορφών κυριαρχίας, που όχι μόνο ανταγωνίζονται την κρατική κυριαρχία, αλλά αντιλαμβάνονται εντελώς διαφορετικά την ισχύ της νομιμοποίησης, μαρτυρούν εξαιρετική διορατικότητα.

Η κυριαρχία δεν στηρίζεται εδώ τόσο στην ιδιότητα του πολίτη όσο στην ικανότητα να ελεγχθεί το έδαφος και να υποστηριχτεί ο πληθυσμός που περικλείεται εκεί. Επομένως, οι εδαφικές μορφές ιδιότητας του πολίτη έρχονται να αμφισβητήσουν τα αφηρημένα ατομικά δικαιώματα που ενσωματώνονται στην έννοια του έθνους-κράτους. Όπως υποστήριξε πρόσφατα η Saskia Sassen (2013), μπορεί να θεωρηθεί ότι το έδαφος και η εδαφικότητα έχουν εννοιολογική αυτονομία από το έθνος-κράτος. Επιπλέον, όπως έχει δείξει ο Claude Raffestin, δεν είναι απαραίτητο να ορίζεται το έδαφος ως οριοθέτηση του χώρου για να ελέγχονται ο πληθυσμός και οι πόροι που περικλείει. Πράγματι, η εδαφικότητα – η προσπάθεια να δημιουργηθούν εδάφη – μπορεί να θεωρηθεί ως ο τρόπος με τον οποίο ομάδες και άτομα κατοικούν την πόλη, τη σταθεροποιούν και κυκλοφορούν εντός της.

Στην ακάματη προσπάθειά του να ανατρέψει «τη συνηθισμένη γεωγραφική προσέγγιση», η αφετηρία για μια προσέγγιση στην εδαφικότητα έγκειται για τον Raffestin «όχι πια στην ανάλυση του χώρου αλλά στα εργαλεία και τους κώδικες των κοινωνικών δραστών, που αφήνουν σημεία και ενδείξεις στο έδαφος» ((Raffestin 1986:94) στο (Klauser 2012:114)). Παρότι το άρθρο αυτό υποστηρίζει μια σχεσιακή προσέγγιση στο έδαφος και την εδαφικότητα, ο υλικός κόσμος παίζει όντως δραστικό ρόλο στη διάρθρωση της εδαφικότητας. Από αυτή την άποψη, θα συμφωνούσα με τον Alexander Murphy που ζητάει ένα συνδυασμό με την κατά Sack (1983) προσέγγιση στο έδαφος, στο βαθμό που το έδαφος, «από τη στιγμή που έχει προσλάβει αντικειμενοποιημένη και πραγμοποιημένη υπόσταση, μπορεί να υπερβαίνει τις δυνάμεις που το δημιούργησαν και αποχτά δική του ζωή» (Murphy 2012:117).

Υπάρχει επομένως ένα επίπεδο στο οποίο η εδαφικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως «ο παρευρισκόμενος κόσμος»: ένας τρόπος να νοηματοδοτούμε και να κατοικούμε την πόλη μέσω μιας φαινομενολογίας του καθημερινού. Όμως, επίσης, εντοπίζεται και διαρθρώνεται από μια ορισμένη χωρικότητα, που ορίζεται από, και που διαρθρώνει, τον υλικό κόσμο. Τα όριά του, φαντασιακά και πραγματικά, διαρθρώνουν ένα «πολιτικό ενδιαίτημα» εντός της πόλης, σχηματισμένο από καθημερινή ζωή και καθημερινές πρακτικές, αλλά και δημιουργημένο από τις πιο σταθερές δομές της πόλης. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα περιγράμματα των αστικών εδαφών και οι τρόποι εδαφικοποίησης δεν αλλάζουν. Μάλλον ανα-σχηματίζονται διαρκώς, και χρησιμοποιούν την πόλη, την υποδομή της, και την αρχιτεκτονική, τους δρόμους, τις ανισόπεδες διαβάσεις, τους τοίχους και τους χώρους για να οριοθετήσουν αυτούς τους κόσμους.

Καθώς η πόλη είναι ένα διάχυτο και ασταθές περιβάλλον μέσα στο οποίο διάφορες ομάδες επιζητούν να εγκαταστήσουν «χώρους βεβαιότητας» και σταθεροποιημένα περιβάλλοντα σε σχέση με άλλες ομάδες, ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να είναι ένας χώρος από τον οποίο οι κάτοικοι της πόλης είναι αποκομμένοι, ή όπου δεν μπορούν να βρουν μια αίσθηση «θαλπωρής» (at-homeness). Κατά μία έννοια, υποστηρίζω ότι ο δημόσιος χώρος, στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να συναχθεί από την εδαφικότητα όπως την εννοεί ο Raffestin, η οποία μπορεί να συγκριθεί, όπως κάνει ο Klauser, με τις «ζωτικές σφαιρικές γεωμετρίες της ανθρώπινης ομαδικότητας» του Peter Sloterdijk (Klauser 2012:117). Η τριλογία Spheres του Sloterdijk εισάγει επίσης περισσότερη υλικότητα στη «σημειόσφαιρα» του Raffestin, μέσω της οποίας η σύγχρονη καθημερινή ζωή διαμεσολαβείται και αλλοτριώνεται από τον υλικό κόσμο. Η σχέση μεταξύ υλικού και μη υλικού κόσμου, μεταξύ φαντασιακών και καθημερινής αστικής ζωής, τότε, μπορεί να αναλυθεί μέσα από τη «χωροποιημένη οντολογία» (Morin 2009) του Peter Sloterdijk σε σχέση με έναν εδαφικοποιημένο τρόπο του είναι-από-κοινού (« being with ») στην πόλη.

3. Τάξη, Χάος και το
Εσωτερικό

Προτείνοντας την εισαγωγή της έννοιας της «ανοσολογικής σφαίρας [“immunological sphere”] σε μια συζήτηση για τον δημόσιο χώρο, εκείνο που προσπαθώ να δείξω είναι ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι απλώς αντικείμενο διαμφισβήτησης: είναι επίσης ο «παρευρισκόμενος κόσμος» που καθιστά εφικτή την αστική ζωή στις πολυάριθμες πλευρές της. Ο δημόσιος χώρος είναι αυτή η σύνδεση αρχιτεκτονικών και συμβόλων που γεννούν μια αίσθηση καθημερινής «θαλπωρής» (at-homeness). Όχι με την έννοια ενός εντελώς ιδιωτικού χώρου αλλά με την έννοια μιας «σφαίρας» (sphere): μια ατμόσφαιρα «οικειότητας» σε ένα χώρο ανωνυμίας. Αυτό, πολύ απέχει από ένα «ουδέτερο» πεδίο. Απεναντίας, είναι ένας χώρος που γεμίζει με διαφορά και με τη διαρκή της επανεπιβεβαίωση. Οι κάτοικοι της πόλης, επομένως, προσφέρουν οι μεν στους δε προσανατολισμό, κάτι που συγκροτεί ένα χαϊντεγκεριανό «ιστό σημασίας» ή ένα σλοτερνταϊκιανό «εσωτερικό».

Ο δημόσιος χώρος έχει κυρίως συνδεθεί με το αδιάφορο, το απεριόριστο, το ανοιχτό, πιθανώς το ουδέτερο. Όταν δεν είναι το ακαθόριστο εξωτερικό, το δημόσιο είναι ο χώρος του κυρίαρχου κράτους και των πολιτών του, στους οποίους παρέχει αδιακρίτως την περίφραξη των εθνικών συνόρων, όπως προστατεύει και τα δικαιώματα όσων φέρουν διαβατήριο. Ο Bruno Latour απορρίπτει τον ιδεότυπο:

Είστε έξω; Δεν υπάρχει έξω: το έξω είναι ένα άλλο μέσα με άλλο κλιματικό έλεγχο, άλλο θερμοστάτη, άλλο σύστημα κλιματισμού. Είστε στο δημόσιο; Οι δημόσιοι χώροι είναι κι αυτοί χώροι, διάολε! Δεν είναι διαφορετικοί, από αυτή την άποψη, από τους ιδιωτικούς χώρους. Είναι απλώς οργανωμένοι διαφορετικά, με διαφορετικές αρχιτεκτονικές, διαφορετικές εισόδους, διαφορετικά συστήματα επιτήρησης, διαφορετικά ηχοτοπία. Το να προσπαθούμε να φιλοσοφήσουμε σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι «ριγμένος στον κόσμο» χωρίς να ορίζουμε πιο επακριβώς, πιο κυριολεκτικά […] το είδος των περιβλημάτων στο οποίο έχουν ριχτεί οι άνθρωποι, θα ήταν σα να προσπαθούμε να πετάξουμε ένα κοσμοναύτη στο διάστημα χωρίς διαστημική στολή. Οι γυμνοί άνθρωποι είναι τόσο σπάνιοι όσο κι οι γυμνοί κοσμοναύτες. Το να ορίζουμε τους ανθρώπους σημαίνει να ορίζουμε τα περιβλήματα, τα συστήματα υποστήριξης της ζωής, το Umwelt που καθιστά δυνατό γι’ αυτούς να ανασαίνουν. Να τι ακριβώς διέφευγε πάντα από τον ουμανισμό (2008:8).

Στην τριλογία του Spheres (Spheres I: Bubbles,Spheres II: Globes,Spheres III: Foams), ο Peter Sloterdijk στοχεύει να «χωροποιήσει» την ιστορία της νεωτερικότητας γράφοντας το κείμενο που, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, ήθελε να γράψει ο Martin Heidegger, δηλαδή το «Είναι και Χώρος» (2011:333). Το να αναπτύξουμε μια σφαιρολογική αντίληψη της πόλης σημαίνει να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τους τρόπους με την οποίους η πόλη παρέχει «σφαίρες», ένα μορφολογικό και κοσμολογικό εσωτερικό ή σύνολο εσωτερικών. Όταν εξετάζουμε τη σύγχρονη πολεοδομία, αντί να υποθέτουμε μια προϋφιστάμενη ενότητα που χάθηκε με τον κατακερματισμό και την ιδιωτικοποίηση, ο Sloterdijk μας υποχρεώνει να αποκαλύψουμε με ποιους τρόπους οι άνθρωποι οικοδομούν και ζωογονούν τον χώρο ως ανοσοποιητικό και ως περίβλημα [immunising and enveloping], «μια ψυχο-ανοσολογική [psycho-immunological] σφαίρα προστασίας» (Klauser 2012:327). Επεκτείνοντας το είναι-στον-κόσμο του Heidegger, ο Sloterdijk υποστηρίζει ότι κάθε «είναι» είναι «είναι-από-κοινού», και ότι αυτό αποκτά μια χωρική διάσταση με τη μορφή μιας σφαίρας, είτε πρόκειται για «μήτρα, σπίτι, πόλη, έθνος, αυτοκρατορία, ή κάποιο άλλο προστατευτικό περίβλημα» (Thrift 2009:124).

Το Dasein του Heidegger (1967) επιστρατεύεται επομένως για να αποκαλύψει την υπαρξιακή ανάγκη κάθε μορφής ζωής να αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως πεπερασμένο και προσβάσιμο, ως ανοσολογικό [immunological]. Ως «σφαίρες», ο Sloterdijk εννοεί τα αχανή μακροσφαιρικά ανοσοποιητικά συστήματα [immune systems], φτιαγμένα από σύμβολα, μύθους, αρχιτεκτονικές και νοήματα, τα οποία περικλείουν το ανθρώπινο άτομο (μικρόσφαιρα) όπως και τις κοινωνίες (μακρόσφαιρες). Η ανοσολογία [immunology], επομένως, βρίσκεται στην καρδιά της χωροποιημένης οντολογίας του Sloterdijk, διότι, για να κατοικήσουν και να αναπαραγάγουν τον κόσμο, οι άνθρωποι καταφεύγουν διαρκώς στον σχηματισμό ενός εσωτερικού, τόσο σε μικροσφαιρικό όσο και σε μακροσφαιρικό επίπεδο, τοποθετώντας τον εαυτό τους σε μια χωροποιημένη αντίληψη ενός κόσμου που μπορεί να υποστηρίξει την ανθρώπινη ζωή. Τα εσωτερικά που κατοικούμε δεν είναι, λοιπόν, φτιαγμένα από υλικές αρχιτεκτονικές αφενός και μεταφυσικές κοσμολογίες αφετέρου. Ακόμα κι αν είναι διαφορετικά από οντολογική άποψη, αυτά τα δύο συγκροτούνται αμοιβαία. Τα τείχη της πόλης δεν είναι απλώς αμυντικό φράγμα, ούτε τα όρια μιας συνοικίας είναι απλώς διοικητικά σύνορα. Τα σύνορα διευθετούν το δικό μας «είναι-στον-κόσμο» σαν επεκτάσεις των σωμάτων μας που μπαίνουν σε κίνηση μαζί με άλλα σώματα. Δεν μπορούν να νοηθούν ως όρια αλλά μάλλον ως επεκτάσεις των ανθρώπινων σωμάτων και των βιόκοσμών τους (lifeworlds).

Τούτο το άρθρο δεν μπορεί να επιχειρήσει καν να σκιαγραφήσει το σύνολο του έργου του Peter Sloterdijk, που εκτείνεται στους τρεις τόμους των Spheres. Φιλοδοξία μου, ωστόσο, είναι να προωθήσω τους τρόπους με τους οποίους το έργο του Sloterdijk μπορεί να ενημερώσει μια επανεννοιολόγηση του δημόσιου χώρου. Ο Sloterdijk δεν φωτίζει απλώς τα όρια των δυαδικών αντιλήψεων «παράδοση έναντι νωτερικότητας» και «δημόσιο έναντι ιδιωτικού». Ο δημόσιος χώρος νοείται εδώ ως το κοινωνικο-σφαιρικό εσωτερικό που δημιουργείται από συνυπάρχοντα πλάσματα που επικαλύπτονται αμοιβαία και συγκροτούν «το καταφύγιο που προσφέρουν τα μεν στα δε, που επικαλούνται τα μεν στα δε, ένα συγκεκριμένο ψυχο-κοινωνικό χώρο» (Sloterdijk 2005:272). Από αυτή την άποψη, αντί να θεωρεί τον δημόσιο χώρο νομικό ή συμβασιακό κατασκεύασμα, το άρθρο αυτό εξετάζει μια σχεσιακή αντίληψη του δημόσιου χώρου ως κάτι που διαρκώς οικοδομείται και παράγεται, επανακαθορίζεται και γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε σχέση με άλλους δημόσιους χώρους. Στη διαδικασία της «σφαιροδόμησης» [“sphere-building”], οι κάτοικοι των πόλεων αντλούν από μια ποικιλία αναφορών για να διαπραγματευτούν τη θέση τους στην πόλη, είτε μέσα από τη δουλειά, την οικογένεια, την οδική σήμανση, τα καφενεία, το έθνος, τον κόσμο. Αυτή η «χωροποίηση» του δημόσιου περιλαμβάνει απαραίτητα ένα ολόκληρο φάσμα αντικειμένων και πραγμάτων που παρέχουν υπόρρητα νοήματα και πεδία στα οποία κατοικούν άνθρωποι. Μπορεί η εξουσία να είναι ενσωματωμένη μέσα σ’ αυτό τον «ιστό σημασίας», όμως αυτή η «περίφραξη νοηματοδοτημένων μορφών» (Geertz 1983:182) δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της κρατικής εξουσίας. Παράγεται και αναπαράγεται διαρκώς, προσαρμόζεται και διαμφισβητείται, και υιοθετεί διαφορετικές ποιότητες και σημασίες.

4. Αντιμέτωποι με τη βεβαιότητα της αβεβαιότητας στη Βηρυτό: Ανοίγματα μετά το 2015

Επιμένοντας στις πιο δομικές πλευρές του σχηματισμού εδάφους, τούτο το άρθρο υποστηρίζει ότι τα πολιτικο-φατριαστικά εδάφη της Βηρυτού μπορούν να συγκροτήσουν μια πλούσια και πολύπλοκη αστικότητα που δεν επιτελείται με τον τρόπο που προσδοκούν οι κλασικές αντιλήψεις του δημόσιου χώρου, αλλά ως μια αστικότητα αποτελούμενη από διαχωρισμένες σφαίρες «που κατορθώνουν εντούτοις να συνυπάρχουν» [«rubbing along»] (Makdissi 2000 στο Fregonese, 2012) και που ορίζουν την κοσμοαντίληψη και τον χώρο τους, η μία σε σχέση με την άλλη, σε ένα πλαίσιο κατακερματισμένου κράτους και ελλείψει ενός ενιαίου πολιτειακού χώρου που να τις εκπροσωπεί.

Την ίδια στιγμή, οι αυξανόμενες ανισότητες και η διαφθορά, η συνεχιζόμενη υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, των συνθηκών ζωής και του περιβάλλοντος στον Λίβανο, σε βαθμό που δημιουργεί βαθιά υγειονομική και περιβαλλοντική κρίση, προκάλεσαν μια από τις πιο ενιαίες διαθρησκευτικές εκστρατείες ενάντια στην τάξη των πολιτικών και ενάντια στο φατριαστικό σύστημα το καλοκαίρι του 2015. Η χωματερή του Ναάμε, που ήταν η κύρια χωματερή της πόλης από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, είχε μείνει σε λειτουργία για δεκαεφτά χρόνια, αντί για τα προγραμματισμένα έξι. Η χωματερή αποτελούσε προσωρινή λύση ώσπου να στηθεί ένα πιο ολοκληρωμένο σύστημα για τη διαχείριση των απορριμμάτων. Κατέληξε όμως να συμβολίζει τη διαφθορά της χώρας και την διασπασμένη ηγεσία και διοίκησή της.

Διαδηλωτές στην Πλατεία των Μαρτύρων κατά τη διάρκεια της
κρίσης των απορριμμάτων, 8 Οκτωβρίου 2015

Όταν τον Ιούλιο του 2015, οι κάτοικοι του Ναάμε απαίτησαν το κλείσιμο της χωματερής φράζοντας για μια ακόμα φορά τον δρόμο στα απορριμματοφόρα, η Βηρυτός ξεχείλισε από τα αμάζευτα σκουπίδια προκαλώντας περιβαλλοντική και υγειονομική κρίση. Οι κινητοποιήσεις σχετικά με το πρόβλημα των σκουπιδιών έφεραν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό διαδηλωτών στους δρόμους, ιδιαίτερα νέους, και γέννησαν ακόμα περισσότερες νέες κινητοποιήσεις που ζητούσαν μια λύση στο πρόβλημα. Η κρίση των σκουπιδιών και η ανικανότητα της κυβέρνησης να την αντιμετωπίσει υπογράμμιζαν τις σοβαρές ανεπάρκειες και τη διαφθορά της κυβέρνησης, κάτι που ώθησε το κίνημα προς πιο μεγαλεπήβολους στόχους, φτάνοντας να ζητήσει την κατάργηση του φατριαστικού συστήματος και την απόσυρση ολόκληρης της τάξης των πολιτικών.

Παρότι τα κινήματα είχαν περιορισμένη επιτυχία σε ό,τι αφορά το ίδιο το ζήτημα των σκουπιδιών, βρήκαν ανταπόκριση σε ένα άλλο επίπεδο, αυτή τη φορά στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, Το σχήμα Beirut Madinati («Βηρυτός Η Πόλη Μου», ΒΜ) δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2016, ως πολιτική κίνηση από μια λίστα 24 ανεξάρτητων υποψηφίων που προέρχονταν από την κοινωνία των πολιτών, το πανεπιστήμιο, το μάρκετινγκ, την αρχιτεκτονική, την ιατρική, τις τέχνες ή την ένωση των ψαράδων. Είχε ίσο αριθμό Χριστιανών και Μουσουλμάνων, ίσο αριθμό αντρών και γυναικών. Το BM παρουσίασε επίσης, πράγμα σπάνιο σε λιβανέζικες εκλογές, ένα πρόγραμμα 10 σημείων, που περιλάμβανε μέτρα για τις δημόσιες μεταφορές και τους δημόσιους χώρους, για προσιτή στέγαση, για τη μόλυνση, για την καταπολέμηση της φτώχιας ή για τη διοίκηση του δήμου. Μετά από δυο μήνες δημόσιων συζητήσεων και μια προεκλογική εκστρατεία με πολύ περιορισμένα μέσα, το BM κέρδισε το περίπου 40% των ψήφων στις δημοτικές εκλογές του Μαΐου 2016 – οι πρώτες εκλογές που έγιναν μετά τις κοινοβουλευτικές του 2009 – αλλά καμία έδρα στο δημοτικό συμβούλιο, λόγω του απόλυτα πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος. Τις εκλογές κέρδισε ένας συνδυασμός υποψηφίων από τους δύο, κατά άλλα αντιτιθέμενους, πολιτικούς συνασπισμούς της 8ης Μαρτίου και της 14ης Μαρτίου.

Καθώς οι σε εθνικό επίπεδο θεσμοί βρίσκονται κατά μεγάλο βαθμό κάτω από τον έλεγχο των πολιτικών κομμάτων και σε διαρκές αδιέξοδο, το τοπικό και το δημοτικό επίπεδο θεωρούνται βασικές κλίμακες διακυβέρνησης, στις οποίες μπορεί να ασκηθεί μια πιο τεχνοκρατική διαχείριση που να ανταποκρίνεται σε άμεσες ανάγκες και να κερδίσει νομιμοποίηση. Είναι επίσης, ρεαλιστικά μιλώντας, μια κλίμακα στην οποία μια ομάδα με περιορισμένους πόρους μπορεί να δημιουργήσει ρωγμές στην περιχαρακωμένη κομματική πολιτική. Παρότι η εκστρατεία βρήκε θετική ανταπόκριση, έστω κι αν αντιμετωπίστηκε μερικές φορές με κυνισμό, και παρότι άνοιξε τον δρόμο για μια αμφισβήτηση του πελατειακού φατριαστικού συστήματος, το εν λόγω σύστημα απέδειξε πως, όταν αντιμετωπίζουν υπαρξιακή απειλή, οι κατά τα άλλα ασυμφιλίωτοι αντίπαλοι μπορούν να συσπειρωθούν για να υπερασπίστουν τα προνόμιά τους. Όπως όταν ο Ουαλίντ Τζουμπλάτ, επικεφαλής της Δημοκρατικής Συγκέντρωσης, λέγεται ότι είπε στον Σαάντ Χαρίρι – τότε υποψήφιος και πλέον πρωθυπουργός – για την ανάγκη να εκλεγεί πρόεδρος: «προχώρα και διάλεξε οποιονδήποτε πρόεδρο […] γιατί το ουσιαστικό είναι να διασωθεί το σύστημα» (Saleh 2016).

Η ανθεκτικότητα αυτού του συστήματος απέναντι σε εσωτερικές και εξωτερικές απειλές και απέναντι στην παρατεταμένη αστάθεια έχει κάνει την τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων πιο προβλέψιμη αλλά και λιγότερο αποδεχτή. Καταφεύγοντας στην κάλπη, οι ακτιβιστές και η κοινωνία των πολιτών, που προηγουμένως είχαν αναζητήσει την αλλαγή μέσω διαμαρτυριών και ΜΚΟ, προσπαθούν να μειώσουν την κυριαρχία της τάξης των πολιτικών πάνω στο κράτος και τους πόρους του διεκδικώντας κοινοβουλευτικές έδρες – καθώς ο εκλογικός νόμος που επικυρώθηκε τον Ιούνιο του 2017 κάνει την εκλογή ανεξάρτητων υποψηφίων ευκολότερη απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ωστόσο, οι εθνικές εκλογές που διεξήχθησαν τον Μάιο του 2018 απέδωσαν μόνο μία θέση στον συνδυασμό Kulluna Watani, που αποτελείται από μέλη της κοινωνίας των πολιτών.

Την ίδια στιγμή, για ορισμένους ακτιβιστές, μόνο αν δημιουργηθεί ένα διαφορετικό πολιτικό ενδιαίτημα [political habitat] μπορεί να αμφισβητηθεί και να αντιμετωπιστεί η υφιστάμενη πολιτική τάξη πραγμάτων. Όπως λέει ο Καρίμ, ένας ακτιβιστής που έχει λάβει μέρος σε διάφορες αντιφατριαστικές (anti-sectarian) εκστρατείες από το 2011:

«πρέπει να δημιουργήσουμε νέους χώρους και να δημιουργήσουμε νέους τρόπους ύπαρξης […] Πρέπει να πάρουμε τον έλεγχο των ζωών μας, των επιλογών μας, ακόμα και των σωμάτων μας, τα οποία υποχρεώνονται να ακολουθούν δρόμους και τρόπους που δεν θέλουμε. Είμαστε καθημερινά υποχρεωμένοι, σε μια χώρα όπως ο Λίβανος, να διαμορφώνουμε τη ζωή μας με έναν ορισμένο τρόπο για να αποφύγουμε τον θάνατο, να αποφύγουμε να γίνουμε ένοπλοι μαχητές ή διεφθαρμένοι, ή απλώς για να μη φύγουμε. Το να δημιουργήσουμε αυτούς τους νέους χώρους, νέους τρόπους ζωής και νέες πρακτικές είναι λοιπόν πολύ σημαντικό» (Βηρυτός, 31 Μαΐου 2016).

Ως προς αυτό, μοιάζει να απηχεί τη δουλειά του Rahul Rao σχετικά με την κατασκευή υπάγωγων συνόρων [subaltern boundary making] και τον μεταποικιακό εθνικισμό, όταν λέει: «πράγματι, το να είσαι υπάγωγος δεν σημαίνει ότι έχεις έναν ασφαλή χώρο αλλά ότι πρέπει πάντα να παλεύεις για να δημιουργήσεις ένα τέτοιο χώρο» (Rao, 2014: 172). Ο δημόσιος χώρος λοιπόν δεν προϋπάρχει, αλλά δημιουργείται συνέχεια μέσω των κινήσεων, λόγων και υλικοτήτων που κάνουν τον χώρο κατοικήσιμο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι αποκλείει ενώ ταυτόχρονα ορίζει τρόπους και τόπους φιλοξενίας.

Συμπέρασμα

Καθώς οι πόλεις αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο μέσα από το πρίσμα της «ατέλειωτης πόλης», ή σύμφωνα με ιδέες σχετικά με την «πλανητική πολεοδομία» ή τη «μεσαιωνική νεωτερικότητα», όπου η μαχητική και ανταγωνιστική πολιτική έχει επιστρέψει στον δρόμο όχι με τη μορφή διαδηλώσεων αλλά με κινήματα καταλήψεων που προσπαθούν να ριζώσουν σε ένα πεδίο, θα υποστήριζα ότι ο δημόσιος χώρος μπορεί επίσης να επωφεληθεί από μια επιστημολογική στροφή προς την εδαφικότητα και τη σφαιρολογία. Οι πόλεις δεν προσδιορίζονται πια από έντονες κεντρικότητες σε μια σθεναρή ιεραρχία μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Ωστόσο, σχεδιαστές των συγκοινωνιών και εννοιολογικοί αναλυτές χρησιμοποιούν δισδιάστατους χάρτες δικτύων για να περιγράψουν ένα ασταθές περιβάλλον που αποτελείται από ροές, κόμβους και γραμμές και επεκτείνεται σαν ρίζωμα. Αυτή η μάλλον αποστεγνωμένη αναπαράσταση της αστικότητας δεν κατορθώνει να προβάλει κατοικήσιμα αστικά εσωτερικά, απεναντίας αυτά υλοποιούνται μέσα από καθεστώτα ασφαλειοποίησης [securitisation], εμπορικά κέντρα και το «μοντέλο SUV» της ιδιότητας του πολίτη (SUV citizenship) (Mitchell, 2005).

Οι φυσαλίδες της έριδας που είναι τα κινήματα κατάληψης στους περιορισμένους λογοθετικούς χώρους του Πάρκου Τζουκότι, της Πλατείας Συντάγματος, της Πλατείας Ταξίμ ή στον Άγιο Παύλο του Λονδίνου, μαρτυρούν περισσότερο την εδαφική λογική της σύγχρονης αμφισβήτησης παρά διαδικασίες μέσω των οποίων διατυπώνεται η αστική ιδιότητα του πολίτη και ενεργοποιείται το δικαίωμα στην πόλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χώροι αυτοί δεν ασκούν επιρροή σε ευρύτερα αστικά και παγκόσμια αρμολογήματα (assemblages) αλλά ότι μοιάζει να τροφοδοτούν περισσότερο έναν ανταγωνισμό για σφαιροδόμηση [competing sphere-building] παρά την κατασκευή νέων κοινών κεντρικοτήτων. Ακολουθώντας αυτή την άποψη, η αμφισβήτηση του δημόσιου χώρου δεν εκτυλίσσεται μέσα από την υπέρβαση των διαφορών ή την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Μάλλον η σύγκρουση διευθετείται με τον διαρκή ανασχεδιασμό της μεμβράνης της σφαίρας, καθώς αυτή αγγίζεται με άλλες, συρρικνώνεται, φουσκώνει και σκάει.

Βιβλιογραφία

Alsayyad, Nezar, & Ananya Roy (2006). “Medieval Modernity: on Citizenship and Urbanism in a Global Era.” Space & Polity 10(1): 1–20.

Amin, Ash (2008). “Collective Culture and Urban Public Space.” City 12(1): 5–24.

Arendt, Hannah (1998). The Human Condition. Chicago: University of Chicago Press.

Benhabib, Seyla (1993). “Models of Public Space: Hannah Arendt, the Liberal Tradition, and Jürgen Habermas,” in Habermas and the Public Sphere, edited by Calhoun, Craig. Cambridge Massachusetts: The MIT Press.

Beyhum, Nabil (2009). “Le Rôle Du Symbolisme Dans La Planification Urbaine: Le Cas De La Place Des Canons”, in Z. Akl and N. Beyhum, eds, Conquérir Et Reconquérir La Ville: L’aménagement Urbain Comme Positionnement Des Pouvoirs Et Contre-Pouvoirs.

Brenner, Neil & Elden, Stuart (2009). “Henri Lefebvre on State, Space, Territory.” International Political Sociology 3(4): 353–377.

Carmona, Matthew (2015). “Re-Theorising Contemporary Public Space: A New Narrative and a New Normative”, Journal of Urbanism: International Research on Placemaking and Urban Sustainability, 8(4): 373-405.

Coleman, Roy (2002). “Reclaiming the Streets: Closed Circuit Television, Neoliberalism and the Mystification of Social Divisions in Liverpool, UK.” Surveillance & Society, 2(2/3): 293-309.

Davie, May (2007). “Théories et Réalités Historiques de la Publicité dans La Ville Arabe: Le Cas de Beyrouth”, in Davie, May Fonctions, Pratiques Et Figures Des Espaces Publics Au Liban: Perspectives Comparatives Dans L’aire Méditerranéenne. Beirut: ALBA, Université de Balamand Académie Libanaise des Beaux-Arts : 277–301.

Dawson, Ashley (2006). “Geography of Fear: Crime and the Transformation of Public Space in Post-Apartheid South Africa”, in The Politics of Public Space, edited by Low, Setha and Smith, Neil. New York: Routledge: 123–142.

Delpal, Christine (2001). «La Corniche de Beyrouth, un nouvel espace public.» Annales de la Recherche Urbaine 91(Villes et Guerres): 74-82.

Denoeux, Guilain & Springborg, Robert (1998). «Hariri’s Lebanon: Singapore of the Middle East or Sanaa of the Levant?» Middle East Policy 6(2), 158-173.

Elden, Stuart (2007). “Governmentality, Calculation, Territory.” Environment and Planning D 25 (3): 562–580.

Elden, Stuart (2009). Terror and Territory: The Spatial Extent of Sovereignty. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Elden, Stuart (2010). “Land, Terrain, Territory.” Progress in Human Geography 34(6): 799–817.

Elden, Stuart (2013). The Birth of Territory. Chicago: The University of Chicago Press.

Foucault, Michel, (2007). Security, Territory, Population: Lectures at the Collège De France, 1977-78 edited by Senellart, Michel, Ewald, François & Fontana, Alessandro. New York: Palgrave Macmillan.

Fraser, Nancy (1990). “Rethinking the Public Sphere: A Contribution to the Critique of Actually Existing Democracy.” Social Text (25/26): 56–80.

Fregonese, Sara (2012). “Beyond the Weak State. Hybrid Sovereignties in Beirut”, Environment and Planning D: Society and Space, 30(4): 655-674.

Geertz, Clifford (1983). Local Knowledge: Further Essays in Interpretive Anthropology. New York: Basic Books.

Gottmann, Jean (1973). The Significance of Territory. Charlottesville: University Press of Virginia.

Graham, Stephen & Alessandro Aurigi (1997). “Virtual Cities, Social Polarization, and the Crisis in Urban Public Space.” Journal of Urban Technology 4 (1):19-52.

Graham, Stephen & Simon, Marvin (2001). Splintering Urbanism: Networked Infrastructures, Technological Mobilities and the Urban Condition. London; New York: Routledge.

Günzel, Stephan (2011). “Immanence and Deterritorialization: The Philosophy of Gilles Deleuze & Félix Guattari.” Twentieth World Congress of Philosophy. Boston, Massachussetts. http://www.bu.edu/wcp/Papers/Cont/ContGunz.htm. Accessed 24 January 2018.

Habermas, Jürgen, Lennox Sara & Lennox, Franck (1974). “The Public Sphere: An Encyclopaedia Article (1964).” New German Critique 1(3): 49-55.
Habermas, Jürgen (1991). The Structural Transformation of the Public Sphere. The MIT Press.

Harvey, David (2006). “The Political Economy of Public Space,” in The Politics of Public Space, edited by Low, Setha & Smith, Neil. New York: Routledge: 17-34.

Harvey, David (2012). Rebel Cities: From the Right to the City to the Urban Revolution. London: Verso Books.

Heidegger, Martin (1967). Being and Time. Translated by John MacQuarie and Edward Robinson. 1st ed. Oxford: Basil Blackwell.

Isaac, Joseph (1995). Prendre Place : Espace Public Et Culture Dramatique : Colloque De Cerisy. Edited by Joseph Isaac. Paris: Editions Recherches – Plan urbain.

Kärrholm, Mattias (2007). “The Materiality of Territorial Production: A Conceptual Discussion of Territoriality, Materiality, and the Everyday Life of Public Space.” Space and Culture 10 (4): 437–453.

Khoury, Pierre & Ragette, Friedrich (1983). Beirut of Tomorrow. Beirut: American University of Beirut.

Klauser, Francisco R (2010). “Splintering Spheres of Security: Peter Sloterdijk and the Contemporary Fortress City.” Environment and Planning D: Society and Space 28(2): 326–340.

Klauser Francisco R (2012). “Thinking Through Territoriality: Introducing Claude Raffestin to Anglophone Sociospatial Theory.” Environment and Planning D: Society and Space, 30(1): 106-120.

Larkin, Craig (2010), “Beyond the War? The Lebanese Post-memory Experience.” International Journal of Middle East Studies 42(4): 615-35.

Latour, Bruno (2008). “A Cautious Prometheus? a Few Steps Toward a Philosophy of Design (with Special Attention to Peter Sloterdijk).” Networks of Design. Meeting of the Design History Society Falmouth (3-6 September), Universal Publishers: 2-10.

Latour, Bruno (2009). “Spheres and Networks: Two Ways to Reinterpret Globalisation.» Harvard Design Magazine 30 (Spring/Summer).

Leenders, Reinout (2004). “Nobody Having too Much to Answer for: Laissez-Faire, Networks, and Postwar Reconstruction in Lebanon” in Heydemann S, Networks of Privilege in the Middle East: The Politics of Economic Reform Revisited. New York: Palgrave Macmillan.

Lefebvre, Henri (1974). La Production De L’espace. Paris: Éditions Anthropos.

Makdisi, Saree (1997). «Laying Claim to Beirut: Urban Narrative and Spatial Identity in the Age of Solidere.» Critical Inquiry 23(3): 660-705.

McFarlane, Colin (2011). “Assemblage and Critical Urbanism.” City 15(2): 204-224.

Mermier, Franck (2008). Liban, Espaces Partagés Et Pratiques De Rencontre Beyrouth : Presses de l’Ifpo.

Mitchell, Don (2005). “The S.U.V. model of citizenship: floating bubbles, buffer zones, and the rise of the “purely atomic” individual.” Political Geography 24(1): 77-100

Morin, Marie-Eve (2009). “Cohabitating in the Globalised World: Peter Sloterdijk’s Global Foams and Bruno Latour’s Cosmopolitics.” Environment and Planning D: Society and Space 27 (1): 58–72.

Murphy, Alexander B (2012). “Entente Territorial: Sack and Raffestin on Territoriality.” Environment and Planning D: Society and Space 30: 159–172.

Nasr, Joe (1999). “Reconstruction”, in Huybrechts, Eric & Douayhi Chawqi (Eds) Reconstruction et réconciliation au Liban: négociations, lieux publics, renouement du lien social. Beyrouth : Cahiers du CERMOC.

Picard, Elizabeth (1997). «Le communautarisme politique et la question de la démocratie au Liban.» Revue internationale de politique comparée 4(3): 639-656.

Raffestin, Claude (1984). “La Territorialité : Miroir Des Discordances Entre Tradition Et Modernité.” Revue De l’Institut De Sociologie (3-4): 437–447.

Ramadan, Adam (2013). “From Tahrir to the World: The Camp as a Political Public Space”, European Urban and Regional Studies, 20(1): 145-149.

Saadeh, Sofia (2001). «Les conséquences du sectarisme sur l’espace public de Beyrouth.» Cahiers de la Villa Gillet 15, «Villes et Religions»: 67-80.

Sack, Robert D (1983). “Human Territoriality: A Theory”, Annals of the Association of American Geographers 73(1): 55–74.

Salaam, Assem (1994). «The Reconstruction of Beirut: A Lost Opportunity.» AA Files 27.

Saleh, A (2016). “Who is better in the Saudi eyes: Al Hariri or Siniora?” Ad-Diyar Newspaper 19 August 2016 (translated by MideastWire). Available at: https://mideastwire.com/page/article.php?id=61466 [Accessed 20 December 2017].

Sassen, Saskia (2008). Territory, Authority, Rights. Princeton, NJ; Oxford: Princeton University Press.

Sassen, Saskia (2011). “The Global Street: Making the Political”, Globalizations, 8(5): 573-579.

Sassen, Saskia (2013). “When Territory Deborders Territoriality.” Territory, Politics, Governance 1(1): 21-45.

Sennett, Richard (2008). “Reflections on the Public Realm”, in Bridge, Gary & Watson, Sophie The New Blackwell Companion to the City, Chapter 34: 390-397.

Sennett, Richard (2013). “Quant.” Richardsennett.com. http://www.richardsennett.com/site/SENN/Templates/General2.aspx?pageid=16. [Accessed 29 May 2017].

Sloterdijk, Peter (2002). Bulles: Microsphérologie (Sphères I). Paris: Hachette Littératures.

Sloterdijk, Peter (2005). Écumes: Sphérologie Plurielle (Sphères III). Paris: Maren Sell.

Sloterdijk, Peter (2008). Le Palais De Cristal À L’intérieur Du Capitalisme Planétaire. Paris: Hachette littératures.

Sloterdijk, Peter (2010). Globes: Macrosphérologie (Sphères II). Paris: Libella – Maren Sell Editions.

Sloterdijk, Peter (2011). Bubbles: Spheres Volume I: Microspherology. Los Angeles: Semiotext.

Thrift, Nigel (2009). “Different Atmospheres: of Sloterdijk, China, and Site.” Environment and Planning D: Society and Space 27(1): 119-138.

Weber, Max (1946). From Max Weber: Essays in Sociology. Edited by Gerth, Hans & Wright Mills, Charles. New York: Oxford University Press.





Public Space and Refugee Studies: Performing Emancipation, Resistance and Opposition at Train Stations in Budapest and Vienna in 2015

by Sabine Knierbein 12

Abstract

Public space in and around train stations in Vienna have become repurposed by refugees, activists and by different institutions offering emergency humanitarian support in September 2015. Yet they have also, as in the case of Budapest’s Keleti station, been controlled by the police preventing refugees from continuing their journey. As the cases show, train stations and their platforms can be appropriated and used in quite different ways: (a) as an institutionalized sphere of oppositional politics within the wider field of managerial governance’s regimes of care (through recognized NGOs such as the Caritas), as (b) relational counter space where political resistance is enacted through embodied performance and the staging of dissent (through the formation of an insurgent movement, that is, Train of Hope), and (c) as a place where state power is exerted and where public authorities organize the management of a population through biopolitics and the installment of police order, towards which the excluded subjects take a position of explicit disavowal resulting in liberating action to change their own condition. This act of liberation, the March of Hope by over a thousand refugees, has marked a key moment of transformation in politics around the world, particularly but not exclusively in Europe. This chapter sheds a light on the role of local train stations’ appropriation in quite different ways by, for and against refugees. Train stations have witnessed this moment of transformation on the local ground of everyday space, and thus deserve new attention in empirical and conceptual research at the interface of public space and refugee studies. Train stations therefore play an important role as public space in times of increasing international mobility, particularly amongst displaced populations. They offer the opportunity to stage dissent against hegemonic national(ist) politics and weak European governmental regimes under post-political conditions.

Δημόσιος χώρος και πρόσφυγες: Επιτελώντας χειραφέτηση, αντίσταση και αντίθεση σε σιδηροδρομικούς σταθμούς της Βουδαπέστης και της Βιέννης το 2015

Ο δημόσιος χώρος μέσα και γύρω από σιδηροδρομικούς σταθμούς στη Βιέννη τροποποιήθηκαν από πρόσφυγες, ακτιβιστές και διαφορετικούς θεσμούς/οργανισμούς που πρόσφεραν ανθρωπιστική βοήθεια τον Σεπτέμβριο του 2015. Ωστόσο, όπως συνέβη στην περίπτωση του σταθμού Keleti της Βουδαπέστης, βρέθηκαν επίσης υπο τον έλεγχο της αστυνομίας που εμπόδιζε τους πρόσφυγες από το να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Όπως δείχνουν οι διαφορετικές περιπτώσεις, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί και οι πλατφόρμες τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αρκετά διαφορετικούς τρόπους: α) ως μια θεσμοθετημένη σφαίρα αντιθετικής πολιτικής μέσα στο ευρύτερο πεδίο καθεστώτων φροντίδας της διαχειριστικής διακυβέρνησης (μέσα από αναγνωρισμένες ΜΚΟ όπως η Caritas, β) ως σχεσιακοί αντι-χώροι, όπου η πολιτική αντίσταση γίνεται πράξη μέσα από σωματοποιημένη επιτέλεση και την σκηνοθεσία της διαφωνίας (μέσα από τη δημιουργία ενός κινήματος με τη μορφή εξέγερσης, όπως το Τρένο της Ελπίδας) και γ) ως τόπος όπου η κρατική εξουσία ασκείται και όπου οι δημόσιοι φορείς οργανώνουν τη διαχείριση των πληθυσμών μέσα από την βιοπολιτική και την εγκαθίδρυση της αστυνομικής τάξης, απέναντι στην οποία τα αποκλεισμένα υποκείμενα στέκονται με σαφή άρνηση, που οδηγεί στην απελευθερωτική πράξη αλλαγής της κατάστασής τους. Αυτή η πράξη της απελευθέρωσης, η Πορεία της Ελπίδας από περισσότερους από χίλιους πρόσφυγες, σηματοδότησε μια στιγμή κλειδί στον μετασχηματισμό της πολιτικής στον κόσμο, και συγκεκριμένα στην Ευρώπη, αλλά όχι μόνο σε αυτήν. Το άρθρο αυτό φωτίζει τον ρόλο της οικειοποίησης των τοπικών σιδηροδρομικών σταθμών με διαφορετικούς τρόπους, για τους πρόσφυγες, από τους πρόσφυγες, και εναντίον τους. Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί υλοποίησαν αυτήν τη στιγμή του μετασχηματισμού στο τοπικό επίπεδο του χώρου της καθημερινότητας και γι αυτό αξίζει να τους μελετήσουμε με προσοχή μέσα από εννοιολογική και εμπειρική έρευνα, που αναπτύσσεται στην τομή των σπουδών για τον δημόσιο χώρο και για τους πρόσφυγες. Έτσι, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί παίζουν σημαντικό ρόλο ως δημόσιοι χώροι σε εποχής αυξανόμενης παγκόσμιας κινητικότητας, κυρίως εκτοπισμένων πληθυσμών. Προσφέρουν την ευκαιρία οργάνωσης έμπρακτης διαφωνίας ενάντια στην ηγεμονική εθνι(κιστι)κή πολιτική και τα αδύναμα Ευρωπαϊκά κυβερνητικά καθεστώτα σε μετα-πολιτικές συνθήκες.

Local Public
Space and Geopolitical Transitions in 2015

This paper establishes a bridge between public space research and refugee studies to contextualize the emancipatory actions of hundreds of refugees who became part of the “March of Hope” between Hungary and Austria in 2015. Activities at train stations in Budapest and Vienna will be empirically analyzed, as both served as hubs for displaced people’s journeys from southern and eastern states of Europe to northern regions at a time when the Western Balkan Route was still accessible (see fig. 1). 13 By the end of October 2015, approximately 700.000 people – from Syria, Pakistan, Afghanistan and other countries – had travelled along the Western Balkan Route from Greece to Central Europe (cf. European Commission Online 2015, 1). Just within a couple of weeks, 300,000 refugees passed through Vienna, with 21,600 refugees registering in Vienna for welfare support (Henley 2016). 14

Fig. 1: Western Balkan Route particularly frequented by refugees
in 2015. Source: A. Gabauer

In this article, different approaches to emancipatory action, humanitarian aid and refugee support in and around train stations will be analyzed to demonstrate very different political roles of ephemeral public spaces emerging around mobility hubs. The article features (1) a conceptual part, followed by (2) an introduction to Austria’s post-political humanitarian governance context. Afterwards, attention is shifted to (3) the spatial, social and political conditions which set the scene for the March of Hope (case study Budapest Keleti pályaudvar [Eastern Train Station]), before presenting (4) further empirical research on two train stations in Vienna, followed by (5) an investigation of the political dimension of different patterns of appropriation in these stations, (6) concluding with an assessment of different forms of opposition, resistance and emancipation in humanitarian politics in public space.

The empirical cases presented draw upon qualitative social research that was carried out between June 2015 and February 2016 in Vienna, consisting of a qualitative content analysis of social media postings, daily and weekly newspapers, and online journals, as well as interviews and ethnographic observation. Focus is on train stations as these are key infrastructural hubs of refugee mobility and thus of refugee agency and support. The goal is to investigate the extent to which train stations can be considered public spaces for (a) emancipatory spatial praxis, (b) oppositional politics and (c) acts of radical urban resistance pertaining to the field of alter politics in times of enhanced (forced) migration.

Refugee Agency and Post-Political Humanitarian Governance

1. Conceptual crossovers between public space research and refugee studies

Researchers have observed the reduction of institutionalized politics to broad superficial consensus among actors in power who, regardless of social status seek to reify the capitalist free market and the liberal state as social foundations (Wilson and Swyngedouw 2015). Swyngedouw (2007) has coined this consensual type of governance as post-political condition, whose patterns of depoliticalization diminish political action; erode democracy; weaken the public sphere and propel a politics of violent disavowal . These post-political “spaces of depoliticization” are contrasted with places that foster “specters of radical politics”. These places offer an agonistic sphere where contemporary post-political governance can be challenged and contested (ibid.)

Debates about emerging spaces of solidarity with a potential to contest and alter the post-political condition have raised issues of emancipatory action in public space. García-Lamarca (2017, 42) sees insurgent public-space related practices as “not only reactive and resistance-based, but also active and propositional”. Affective practices, processes, and places of solidarity-making are one viable alternative to the dominant order of production and power (Arampatzi, 2016). This finding has qualified the empirically informed debate on acts of urban resistance as active dissent, capable of altering prevailing neoliberal politics and post-political governance (Hou and Knierbein, 2017).

Yet public space researchers have also surpassed the overemphasis on public space as discursive public sphere in favor of a performative conception of public space as place of embodied formation of counter publics and meaningful change (Bridge and Watson, 2011). A gap between public space and public sphere literatures has been identified, while conceptually reactivating public space as the integral “geography of the public sphere” (Low and Smith 2006, 6) meaning that “an understanding of public space is an imperative for understanding the public sphere”. In these debates, public space has been analyzed as a (potential) place of insurgence, dissent, and the staging of an egalitarian politics of difference (Watson, 2006; Hou, 2010; Kaika and Karaliotas, 2014), where the political can be reclaimed through embodied action and acts of spatially exposing (vulnerable) bodies as a part of face-to-face politics. Positions in radical anthropology, in this respect, have distinguished the role of the body in protest from rather discursive claims (Moore, 2013): Moore states that “politics” (including oppositional politics) allows for contention within certain given parameters (of the institutionalized state), whereas “the political” challenges the very foundations of these parameters (ibid.: 12). Rather than understanding insurgent acts of dissent as “anti”politics, Moore suggests unraveling the embodied action of space occupations by grasping its full mobilizing potential as “alter”politics (ibid.: 12, referring to Hage, 2012). These debates on public space, however, have rarely been linked to a public staging of civic dissent, aimed at enacting, protecting and supporting refugee rights against post-political conditions, which have been shaped by national states failing to guarantee basic living conditions

In the field of refugee studies, self-organization and emerging resistance of displaced people is given a similar weight as a mobilizing agent for change: A post-colonial reading depicts western humanitarian agencies and public authorities represent refugees “in terms of helplessness and loss” (Rajaram, 2002: 247). Refugee subjectivities are consequently reduced “to a mute and faceless physical mass … Narration of refugee experiences becomes the prerogative of Western “experts”: the lives of refugees become a site where Western ways of knowing are reproduced” (ibid.). Other accounts have discussed refuge in the context of urbanity, and cities (Sanyal, 2014), while emphasizing the growing relevance of urban practices of refugees that are no longer exceptions, but become the norm (ibid.: 568). While refugee camps have been seen as a denial of the right of mobility (ibid.: 560), Sanyal states that “refugees have often preferred to go to cities: work is more readily available, plus cities afford a degree of anonymity allowing them to escape the apparatus of humanitarian assistance and the stigma of refugeeness, and also promise easier assimilation into the host population.” The movement of refugees into urban areas further complicates the mission of humanitarian agencies attempting to “care” for them (Sanyal, 2014: 560-1, referring to Malkki 1995).

Research on refuge is often focusing on the relations between those who flee (their country, city, or region), and those who “offer” support. Referring to Holston and Appadurai (1996: 195-6), Malkki (2002: 356) argues that “refugee-ness is negotiated” (by persons who are framed as ‘refugees’ and the institutions whose mandate they are) “in a world in which migration and the complexities of immigrant status are ever more acutely politicized and economically consequential”. Migration can thus be understood as a “central link between classical issues of citizenship – imaged as a right-bearing form of membership in the territorial nation-state – and the city as this dense and heterogeneous lived space” (ibid., referring to Holston and Appadurai, 1996: 195–6). It is exactly the ethnography of urban lived spaces that public space research has traditionally been concerned with, while (post)structural perspectives have been introduced only recently (Tornaghi and Knierbein, 2015).

In 2015, train stations were increasingly converted into make-shift temporary shelters for refugees. The following empirical analysis sheds light on the multiple roles of train stations as lived space, a potential counter space to renew (urban) democracy. For refugees, being able to access central mobility hubs is a key factor to take on decisions and decide not only their own mobility but also their emancipation. Increasing privatization of public train stations and shifting domestic authority to private maintenance companies, demonstrates the importance of understanding the multiple roles of train stations beyond mobility, as key sites of emancipatory spatial action and humanitarian support of refugees

2. Austria’s Post-Political Context and Public Space Mobilization

In Austria, broad public recognition of the emerging needs of an increasing number of arriving refugees did not begin until June 2015, when the news reports covered the unbearable circumstances in the nation’s largest refugee shelter camp in Traiskirchen. 15 A media-based critique had been triggered by Traiskirchen’s mayor in 2015 who criticized the conditions created by the Austrian Ministry of the Interior: Instead of organizing more first-aid refugee camps all over the country to prepare for the predicted increase in refugee flows, Austria’s then Minister of the Interior ordered that more tents be erected on the already overcrowded camp grounds, thus increasing stress factors and tightening the precarious living conditions that many of the camp’s inhabitants were already facing.

The surge of negative media regarding Traiskirchen steadily increased as 4,500 refugees had been placed in a facility originally meant for a maximum of 1,500, by the end of July 2015. This triggered public awareness of new migratory flows of displaced people within Austria: Press reports detected not just state failure concerning the Traiskirchen camp, but particularly the weaknesses and pitfalls of commodifying humanitarian aid governance, since the management of the camp had been privatized in 2003: The site is now run by the Austrian branch of a Swiss company, ORS Service AG (ORF Online, 2015a, Profil.at Online 2015). In critical theory, these shifts are reflected through thoughts concerning the concept of the “camp” (Diken, 2004) and the privatization of humanitarian camp facility management to private corporations (Webber, 2012: 43). Malkki (2002: 355) also offers a wider perspective on the biopolitics of camps when stating that

“…refugee camps are not ‘test beds’ of global segregations yet to come, but, rather, part and parcel of well-established international technologies of power for the control of space and movement. In those technologies, the refugee camp is ‘standard equipment’, along with transit centers, reception centers, holding cells, prisons, labor compounds, ghettoes, and other familiar features of the modern sociopolitical landscape.”

In late July 2015, Amnesty International, Médecines san Frontiers, Red Cross, and Caritas, joined forces to denounce the inhumane conditions in the refugee camp. They also pointed out the paradox of this situation occurring in the wealthy countries of Europe, just a couple of minutes car-drive away from Vienna, a city promoted as “the World’s Most Livable City” in Mercer’s commercial city ranking and known for its socially friendly welfare culture (Forbes Online, 2015; Presse Online, 2016). 16

The situation in Traiskirchen, however, was mobilizing individuals and groups in Vienna’s civil society. They wanted to explicitly welcome the refugees and to protect their rights. Most were ashamed that the national state was failing on so many fronts at its humanitarian, social, and democratic affairs, and many of them followed the call “Mensch sein in Österreich” [being human in Austria] by a single private person: Nadia Rida. She was a young Viennese youth worker, who filed a request with the municipality to organize a public demonstration.

Yet preparations for the protest march were deeply overshadowed by the tragic death of 71 refugee children, women and men who suffocated during their hidden transfer to Austria, where their dead bodies were found on a motorway closeby the Hungarian border on 27 August (Aljazeera Online, 2015a), just four days before the march for solidarity took place. Shaken and deeply impacted by this tragedy and the catastrophic conditions in Traiskirchen, the last week of August was characterized by a seemingly growing critical climate in Vienna: More and more people started to position themselves explicitly for the protection of asylum and human rights

3. Budapest: Keleti Train Station and Refugee’s March of Hope

Media attention would now shift to the many refugees daily making their way on foot from Greece to Hungary, where they likely arrived at Budapest Keleti station (Keleti) to buy tickets for trains to Austria and Germany (BBC Online, 2015). International and local NGOs increasingly stressed that Hungary was facing a humanitarian crisis, because of little state support. Many refugees were stranded at Keleti not allowed to board trains to Austria. Frustration among the refugees grew, as many had spent their last savings on tickets for trains that never arrived, temperatures were high, hygienic conditions were precarious, and they had already undergone physical and psychological stress and trauma during their journey. In one first action, hundreds of refugees poured into two trains bound for Austria. Afterwards the station was shut down again on 1 September, as a state attempt to stop those waiting to board the next trains. Police law was reinstated and the train station was declared a legal transit zone, from where refugees were not allowed to leave. In this case, “the governmental order of the police determine[d] the ‘distribution of the sensible’ – the systematic organization and naturalization of inequality as common sense” (Wilson and Swyngedouw 2015, 12, referring to Rancière 1999)

Finally, some thousand refugees were stranded in limbo on the square outside Keleti station, as train services towards Austria and Germany remained cancelled (Aljazeera Online, 2015c). The situation in the underpass alleys of Keleti was getting increasingly tense again, when far-right-wing football hooligan groups attacked a group of refugees prior to an EU soccer qualification match (BBC Online, 2015). This situation set the scene for the emancipatory moment when the refugees stuck at Keleti started to self-organize more systematically: On Friday, 4 September, a small group decided to mobilize their fellows, and to continue their journey on foot, literally by appropriating the central motorways between Budapest and Vienna with their bodies. This was the initial spark for the so-called “March of Hope”, in which approximately 1,000 refugees participated, freeing themselves from the inhumane conditions in the controlled and policed public spaces of Keleti by squatting a European motorway and turning it into a space of protest and emancipation. While moving their battered bodies through the Pannonian landscape on that Friday afternoon, Austrian and German governments successfully negotiated and opened their borders the following night, hoping to prevent a humanitarian crisis. Upon receipt of the Austro-German decision, Hungary sent buses to collect the protestors on the motorway at night and let them off close to the Austrian border near Nickelsdorf (located in the Austrian Federal State of Burgenland). In light of these incidents, the media focus then shifted towards those publics that welcomed the refugees and towards their gestures of solidarity (Aljazeera Online 2015b). At Vienna’s train stations, emergency aid unfolded in two quite different ways in terms of mobilization and political approach. 

4. Vienna: Train Stations as Emerging Public Spaces for Humanitarian Aid

While recognizing Vienna as just one of the places where many inhabitants show embodied solidarity towards refugees, this article argues that Vienna could be seen as a particular geopolitical interface, within a Europe of different regions and resources. Solidarity for refugees and their rights has been initially expressed via the traditional form of political demonstration, starting on one of Vienna’s main shopping streets, Mariahilfer Straße, and ending in front of the Austrian parliament on 31st August 2015, when the first large groups of refugees simultaneously started to arrive at Vienna’s two main train stations. The stations became appropriated quite differently in the successive days and weeks: While a station that was about to lose its core relevance (Westbahnhof) was chosen as the place for official humanitarian governance, Vienna’s New Main Station (Hauptbahnhof) was seeing self-organized and independent humanitarian aid emerging. The main station was still under construction at the time when more and more refugees started to arrive (see fig. 2). The following sections will offer insights into how humanitarian aid was organized at both stations

Fig. 2: Vienna’s two stations where support for refugees was organized in 2015. Source: A. Gabauer

4.1. Humanitarian Aid at Wien Westbahnhof

Following Nadia Rida’s call, on 31 August, finally 20,000 people took to the streets around Westbahnhof. They marched to demand a radical change in (national) politics to guarantee basic human rights and a global welcoming culture (#refugeeswelcome, Guardian Online, 2015), and an immediate improvement of the living conditions in the Traiskirchen camp. The protest eventually also became a realm where people expressed their grief for the refugees who had died during on the Austrian motorway.

In the evening of that same day, a unique coalition of demonstrators, police staff, railway employees, and third sector workers at Westbahnhof finally welcomed the arriving refugees coming from Hungary with applause. Protestors allocated a banner stating : “Say it loud and say it clear, refugees are welcome here!” (Vice Online, 2015a,b). The City of Vienna distributed a friendly welcoming letter stating that everyone was welcome and that – among others – Vienna Paramedics and Interpreters would support them

Caritas, a confederation of Roman Catholic relief, development, and social service organizations, started to install their emergency aid point directly at one of the stations’ train platforms to provide those in need with water, food, and clothes. Caritas received further support by staff from the Austrian Federal Railways (OEBB) and the Vienna police, who had each been instructed to follow a friendly policy and help those in need. Some of the refugees interviewed upon arrival reported they had spent days in risky boats, slept in woodlands, faced police, and other violence on their route through the Balkans and had not slept for days. That same night, the Westbahnhof became overcrowded, as many Viennese spontaneously poured into the station to bring donations and offer support.

Fig. 3: Wien Westbahnhof in the wake of the March of Hope and its aftermath. Source: A. Gabauer

The built space used at Westbahnhof (see fig. 3) included the main platforms of the rail head, stretching through the building towards the front part of the Europaplatz eastward, and towards the rear part of the Europaplatz and the Langauergasse southward where Caritas and their volunteers were serving food, organizing medical care, donations, or shelter. The rear plaza became the main gathering point where refugees and supporters – in a somewhat hidden manner – would ‘rub along’ in public space (Watson 2006)

In the following weeks, the main humanitarian player at Westbahnhof remained Caritas. The Christian Alliance has decades of experience in international development work and emergency aid, its organization is institutionalized, and its work is realized in cooperation with other humanitarian aid alliances. Caritas’ President Michael Landau was one of the public actors trying to shape a refugee-friendly argument against a mainstream public discourse that increasingly adopted populist right-wing rhetoric. Landau repeatedly called for a politics of welcoming in Europe, thus rendering Caritas a key player in local as well as transnational asylum politics. Westbahnhof in this sense became one of the reference points in that debate. Whereas here,humanitarian support was thus operated by institutional hands, the situation at Hauptbahnhof resulted quite differently

4.2. Egalitarian Support at Wien Hauptbahnhof

On 1 September, a core group of eight loosely related initial volunteers (all in their 20s) met at the Hauptbahnhof to begin a relief effort for refugees in a corridor of the train terminal’s east wing (New York Times Online, 2015). Once they realized that there was no aid organization in charge of supporting the refugees at the Hauptbahnhof, they decided to remain and do the humanitarian support themselves. While the number of arriving refugees skyrocketed during the first week of September 2015, the group grew in number, organized themselves into an ad-hoc collective which started to offer help more systematically through ‘learning by doing’. By 5 September, when the protestors of the March of Hope arrived at Vienna’s train stations, a new insurgent movement had emerged: Train of Hope Vienna (#hbfvie, Train of Hope Online 2015, 2018). In the first days, they took donations and provided people with food, supplies, clothing, electricity, and with necessary information about further steps as well as legal advice regarding asylum possibilities in Austria. Some days later, they started to establish a professional medical treatment and a childcare area (including professional therapists for traumatized children). Part of the movement later formed a new subgroup, which searched for people and family members who went missing during the traumatic refuge, and tried to offer help to reunify families and friends throughout the wider region. What was initially considered as an informal action by young people, dedicating their vacation time for political engagement, developed into a horizontal and networked group of approximately 1,000 residents, citizens, former refugees, migrants, tourists and all those willing to offer a helping hand, financial support, a shower or a shelter just within two weeks:

“There is a lot of hustle and bustle at Vienna Hauptbahnhof… What is really happening here is … civil society…. organizing the care of thousands of refugees … Yet the astounding thing is that none of this is the product of an institution or state organization, but a network that has virtually formed itself… A wild bunch, …, and maybe that’s what it first was, with the most important things being personal commitment and idealism … But an organized division of labor has been established for a while now. Volunteers are asked what they can do to help — and will then be given a suitable task … hierarchies are flat. Admission is possible for everyone.”

(Presse Online, 2015)

The self-organized collective behind the solidary movement considers itself as “a cross-bench association of volunteers that works independently from organizations and coordinates the emergency support for refugees at the Hauptbahnhof on a horizontal base” (Train of Hope Online, 2015). Their main goal is to provide refugee travelers with food, goods, and information until further provisions are secured or they proceed with their journey, regardless of whether people decide to stay in Austria or seek to apply for asylum abroad. The horizontal network “wishes to make the travelers feel welcome and to facilitate a moment of tranquility for them” (Train of Hope Online, 2015). The movement’s core action is locally embedded and affectively embodied action: “It does not matter what language you speak, I tell volunteers”, an activist emphasized: “You have to be kind and loving to these people who have been through so much” (Ibid., 2015).

Fig. 4: Wien Hauptbahnhof where a self-organized movement emerged to support refugees. Source: A. Gabauer

Regarding the spatial dimensions of Train of Hope’s appropriation of the train station, the self-organized movement mobilized by first setting up a wallpaper table in the station’s main hall where they initially supported 1000 refugees daily. The movement then spread within the premises of Vienna’s new main station building which was still under construction (see fig. 4). Activists occupied an underpass in the Eastern rear part of the station with a growing infrastructure of self-organized humanitarian aid (Train Of Hope Online 2018). A bike garage and further rooms were used to provide sheltered space. Other emergency shelters throughout Vienna were mainly organized by the City of Vienna Authority, in collaboration with different institutionalized humanitarian aid institutions (Caritas, Red Cross, Arbeiter-Samariter-Bund, among others, in collaboration with universities and other public and private entities). Numbers of incoming refugees skyrocketed to over 5,000 a day by 12th September 2015. Further storage space for donations was erected at the South-Eastern entrance of the station where Train of Hope used some rooms to set up the digital infrastructure and the NGOs headquarter. The rear entrance of the station became the canteen where cooks and activists offered their services, providing a range of halal food. The rising numbers of incoming refugees also caused echoes in the new urban district under construction nearby: In the new central business district Quartier Belvedere, the Erste Bank offered to turn their new future headquarter building , still under construction, into an emergency shelter to host up to 250 people/night. Bank employees, workers of the Arbeitersamariter-Bund and volunteers of Train of Hope jointly organized the shelter. In cooperation with Train of Hope, TU Wien’s architecture student union turned their drawing studios into sleeping shelters as well. Yet Train of Hope’s base at Hauptbahnhof also reacted to emergency calls from the nearby region: They sent medicines and remedies to the Croatian-Slovenian border (Bregana, Rigonce), preparedthousands of sandwiches needed at the Austrian-Hungarian border (Hegyeshalom/Nickelsdorf), organizedfive thousand blankets for refugees at the Austrian-Slovenian (Spielfeld) and became a main contact point in the wider region to coordinate the search for missing refugees (Train of Hope Online 2018)

In December 2015, after the arrival flows at the Hauptbahnhof had decreased, Train of Hope withdrew from the stationwhile announcing that they would use the time to reorganize and reinvent themselves for the (political and humanitarian aid) challenges to come.

Understanding the Political Dimension of Use Value

5.1. Resistance – Train of Hope Activists as Human Rights Performers

The volunteers at Hauptbahnhof did not have any public recognition beforehand. Being observed as just a bunch of loosely connected people in the first days of its emergence, the group established new and different ways of promoting refugees’ rights and egalitarian solidarity. Besides achieving operational standards in refugee support within few days, the movement is held together by an overarching critique:

“The team that helps here is very well connected, but the question is whether it should actually be the State’s responsibility to cope and to deal with refugees in a useful and humanitarian way,” emphasized one helper. Since this is “obviously not happening,” doing nothing is not a solution. “That’s why this was initiated” (ORF Online, 2015b)

Here, the train station first serves as the ‘geography of the public sphere’ (Low and Smith 2006) as it has the material arrangements of emerging lived spaces to mobilize counter publics. Train of Hope’s open access organization brought in new types of diversity and horizontality fostering grassroots innovation. Its networked form of self-organization allowed the exploration of niches that humanitarian aid actors, such as the Caritas, often cannot do, because the latter are deeply involved in institutional politics and partly rely on fixed contracts, to procure food from supermarket chains or the military sector. In this sense, the activists identified the refugees’ new and changing needs quite quickly, which in turn resulted in direct action.

The approach by which Train of Hope’s participants enacted egalitarian action was also mirrored in how they treated the incoming refugees, in which the body and face-to-face encounters and affective politics played a key role (Viderman and Knierbein 2018). Train of Hope thereby introduced a ‘worlded version of pro-refugee activism’ in which Vienna’s multicultural society is seen as a key resource (Knierbein and Gabauer 2017).
This is illustrated by an interview with Ragad al-Rachid, a 19-year-old Train of Hope volunteer and Syrian Muslim student in psychology. She states she is also benefiting from supporting the incoming refugees at Wien Hauptbahnhof,because for the first time since coming to Vienna she has found herself among Austrians who “look like me and think like me” (New York Times Online, 2015). Through the emergence of Train of Hope, a “worlded” view of the current living conditions of refugees, their demands, needs, and voices was introduced.

Train of Hope, in summary, needs to be understood by studying its own dynamics of self-organization, insurgence, and emergence, as Moore (2013) has suggested, as itoffered much space for those, who wanted to work beyond institutionalized frames as human rights performers. Through their embodied practice, members of Train of Hope have (re)politicized the activities around humanitarian aid for refugees and have thus transformed the Hauptbahnhof into a relational public space, where counter publics have emerged. Human rights performers, in this sense, can be understood as activists pertaining to a political movement, which reinstates human and refugee rights through embodied action in public space, to achieve a truly lived democracy on the premises of egalitarian difference and inclusive spatial practice. Members of the movement have repeatedly criticized the national government’s failing to guarantee decent living conditions and to secure human and refugee rights. As Rancière stated, “egalitarian effects occur only through a forcing, that is, the instituting of a quarrel that challenges the incorporated, perceptible evidence of inegalitarian logic” (Rancière, 2004: 5). Through altering action (alter politics), Train of Hope activists have transformed the Hauptbahnhof into an insurgent geography of resistance and critique.

5.2 Opposition – Caritas at Westbahnhof as Humanitarian Aid Managers

While new voluntary workers at Hauptbahnhof reportedly did not find any obstacles when offering their help, resources and expertise within Train of Hope’s open structure, some people wishing to volunteer at Westbahnhof criticized Caritas for patronizing voluntary efforts that were made there under its auspices. Particularly in Vienna, Caritas’ actions are characterized by a sequence of social innovations throughout the last decade. Such innovations, however, usually stem from managerial reflection within its institutional structures, and may fail to smoothly adapt to changing needs and demands of refugee-subjects or to ideas of external volunteers. The role of Caritas also needs to be understood as humanitarian aid manager with a continuous tradition of deploying themselves quickly in humanitarian governance contexts and at new sites. Their ability to perform quickly in times of crisis has been indispensable: they were able to provide humanitarian aid to more than 10,000 of refugees arriving at the Westbahnhof in only a couple of days and have worked as a central interface between those who provide short-term shelters and those creating long-term homes for refugees. They can be considered a local, but also a global player with (technical, managerial and social) expertise in organizing shelter and humanitarian aid, and as such are indispensable in situations of paradigmatic transitions affected by forced migration, crisis and conflict. Caritas works in cooperation with a variety of volunteers and institutional players and receives individual donations as well as state and church subsidies for their humanitarian work in the third sector. While some of the Caritas workers at the Westbahnhof are paid, the confederation relies on voluntary workers who help to realize work on the ground. As this is how many of humanitarian aid NGOs work, their employed staff are highly trained to quickly and pragmatically instruct voluntary workers and to channel the NGOs respective expertise via these instructors’ practices. Therefore, Caritas can be understood as a humanitarian aid manager with a strong ethical stand regarding the support of refugee rights and Christian solidarity. As such, they are fully institutionalized in the urban, regional, and national politics of humanitarian governance. However, their own firm positioning is in liaison with the Christian church, which partly goes in line with national politics or stands in opposition to it, once humanitarian aspects remain insufficiently dealt with at the national political level. Thus, they took the position of fierce oppositional player denouncing the lack of responsibility and response of the Austrian Ministry of the Interior e.g. in the case of Traiskirchen. The institution is an integral part of “politics” as a recognized player in humanitarian governance and, for this particular situation, engages – in Moore’s terms – as part of oppositional politics, allowing for contention within the given parameters

The set practices and knowledge used by Caritas dictates more or less the same rational organizing principle that is applied to any location, and can thus be considered as less place-specific then Train of Hope’s engagement. Also, the organization is different in how they conceive of subjects in the situation of refuge: Caritas firstly approaches refugees as people who need emergency aid or those who are taken care of. Conversely, Train of Hope’s social structure is characterized by heterogeneity and horizontal negotiations, and this inherent attitude is precisely where egalitarian diversity is emphatically produced and displayed. This is also reflected in Train of Hope’s approach to understand refugees as subjects with agency.

Emerging urban publics in Vienna’s two train stations need to be understood according to Sennett (1970) who states “that the importance of the public in the city is performative rather than rational. This is the idea that differences can be overcome through style of public address and bodily behavior that cut across or disrupt social and cultural divisions” (Bridge and Watson, 2011: 380). Caritas has established a different use value within the premises of the Westbahnhof. The political dimension of this use value lies in Caritas’ role within institutionalized politics of the organization. This politics led to the fact that an agency of activists with profound claims for political change was tamed and the agency of refugees was not considered by the organization as being of crucial importance, as refugees were rendered passive subjects in need of being cared for by Caritas. Following Rajaram’s earlier argument, their role as a humanitarian aid manager, might bear the risk of contributing to further victimizing and stigmatizing refugees. Humanitarian aid managers may thus fail to provide refugees with a means to speak for themselves. Rather, they tend to contribute to a de‐politicized and de-historicized image of refugees (ibid., 2002, 247). At the same time, such post-colonial critique might help these organizations improve their positionality towards the subjects they frequently deal with. Despite this criticism, affective interaction does not depend so much on institutions, but on the way individuals and groups interact with one another, thus allowing further research distinctions between institutional and subjective positionality, between refugee-subjects and supporter-subjects. Public space research facilitates different types of social and societal interrelations: between subjects and other subjects, but also between subjects (micro-scale), institutions (meso-scale) and the state and market relations of urban political economy (macro-scale).

5.3. Emancipation – Overcoming Biopolitics, Control and Regulation

Refugees’ actions at Keleti went far beyond a mere discursive claim on the individual level, as they performed spatial geopolitics through the occupation of central motorways. They took action because Keleti had been used as a space of policing, regulation and control, a regulatory regime of biopolitical contention through police force. In this sense, public spaces in Keleti both were transformed into a hegemonic space (by the Hungarian state and its police), but also into “a specter of radical politics” (Wilson and Swyngedouw 2015) from which insurgent action emerged, as dissent against a political regime that fails to deliver human and refugee rights and thus democratic conditions have been triggered by the affected group itself (by the refugees). Routinized regulatory and economic practices tend to approach urban space as a financial product devoid of affect and solidarity. With far-right parties, authoritarian discourses and attempts to impose control on public space on the rise around the globe, space that is increasingly produced foregrounding exchange value and favouring the “we” against the fearsome “other”. Spaces of nurturing a critical public response to this utilize an astonishing knowledge of self-organization, rational management and technical proficiency while endorsing affect and bodily encounters as empowering acts for the under(re)presented, silent and absent, thus making a meaningful contribution to endeavours of reinventing the use value of train stations, regardless of their ownership status (cf. Viderman and Knierbein 2018).

While ownership models can vary, different actors and institutions position themselves towards an understanding of train stations as lived space, enhancing its socio-political meaning. While Keleti station has seen the activation of state hegemony (and thus its character as public infrastructure has been co-opted by a non-democratic state power), Vienna’s Hauptbahnhof was appropriated both because national and city-wide authorities and the Austrian Railways Company (OEBB) were supporting the reception of refugees in 2015. However, Austria’s political climate has turned in the aftermath of the fall of 2015, and a conservative-far right national government has now replaced the former centre-left coalition, with anti-refugee and anti-migration laws on the horizon.

The momentum of constituting both political resistance (Hauptbahnhof) as well as a spectre of radical politics (Keleti) in train stations has been provoked by the March of Hope (refugees). This momentum has been perpetuated by the Train of Hope Movement (human rights performers) in an embodied way and acknowledged by Caritas as incentive to take institutional action (Westbahnhof) in a more discursive way. Claiming, enacting and embodying egalitarian politics in public spaces needs to be understood on all analytical scales: in the micro-spaces of face-to-face encounter, the meso-scales of institutional politics and humanitarian governance, and on the macro-scale of geopolitical causes of refuge. Connecting empirical research in three train stations in two countries on the former Western Balkan Route, therefore, is a scholarly attempt to show how public spaces can be understood at the same time as local, regional and global socio-political space, not just as an urban morphology with clear borders in the built environment. Where each station provides a unique set of different patterns of appropriation, use values and mobilization dynamics, considering the public spaces across the three train stations as one public space of international (forced) migration, mobility and refuge helps position lived space as a key element to analyse the social impacts of wider global transitions.

Train Stations as Spheres of Opposition, Resistance and Emancipation

I have argued in this article that a certain geopolitical momentum – the March of Hope –, and particular events that mark this turning point, can be understood as a catalyst for new and embodied counter publics to spark and mobilize. By using three case studies of analyzing refugees’ actions and humanitarian aid at Budapest’s Keleti pályaudvar and Vienna’s Hauptbahnhof and Westbahnhof, this research has shown that political action towards welcoming refugees can emerge in three quite distinct forms: (a) Opposition: an institutionalized political praxis that allows for contention within the given political parameters; (b) Resistance: a political enactment indicating how egalitarian difference can be embodied as acts of dissent against the prevailing post-political condition; and (c) Emancipation: from state power and the biopolitical management of policed train stations from which refugees’ liberating act to occupy central motorways emerged.

While acknowledging for the case of Vienna’s stations that these forms of humanitarian aid have been indispensable during the early weeks of September 2015, when many refugees traveled to and through Vienna, the ways of supporting them in train stations carried very distinct political meanings. Also, Vienna’s sociocultural history as an urban society expressing solidarity towards refugees has been a key aspect for construing empirical findings, as its inhabitants have been very accustomed to receiving refugees throughout the last decades, and this historical career facilitated a worlded view on refugee-ness.

This view, however, stands in stark opposition to how the Austrian and other neighboring national states currently define their politics, and increasingly disrespect established international standards of human and refugee rights, declared in the aftermath of Second World War. The March of Hope and the emergence of a related urban political movement – the Train of Hope – has highly influenced and re-politicized the current post-political stage of national politics. Nevertheless, the limitations of such a movement are also quite clear, and although Austria has voted for a pro-European president, the main government is now in the hands of conservative and (far) right-wing political parties who continuously restrict the rights for refugees, and their relatives. Vienna’s last municipal elections, however, have shown that the urban society is much more open towards accepting a pro-refugee policy to deal with these new geopolitical challenge on the local scale of action, everyday life and resistance, as it is in urban public space where tolerance and affect between people from different religions, nations and cultures can be experienced through shared encounters

As far as the “urban” practices are concerned, the case of Vienna can be used to exemplify Sanyal’s (2014) findings that a shift from the refugees’ routes in (peripheral) regions towards the social centralities of cities might be an emancipatory act. It is in cities where social and political life, debate and action intensively take place. This is not just relevant to train stations, but as well to the interstitial and temporary places of mobility, for instance trains, buses and ferries. An ethnographic understanding of a refugee’s lifeworld thus requires more translocal and transnational mobility research to be undertaken. First insights from Budapest and Vienna have shown that train stations serve as an important analytical entry window, as a translocal geography of a transnational public sphere, because they are precisely the interconnected sites where the receiving and the arriving population might share common everyday life experiences as they rub along (Watson 2006).

In this essay, which examines this transformative geopolitical moment in the larger region, it seems pertinent to not dismiss the affective significance of the days and weeks of August and September 2015: Among Vienna’s inhabitants, a collective feeling was growing from witnessing and becoming part of a potential paradigmatic shift, both in national politics and on the level of geopolitical decision making and humanitarian aid governance. The March of Hope and the successive emergence of Train of Hope indeed marked “Weeks of Hope,” where a new promise for an alternative political approach to democracy could be already sensed, practiced and experienced. This felt historical momentum of institutional opposition and urban resistance, combined with a growing civic discontent regarding national politics under post-political conditions, has been an essential catalyst for “alter”politics: for mobilizing, embodying, and enacting the political through an emancipatory praxis that was active, affective and propositional.

Yet, it was not Train of Hope that initially triggered this optimism. It was the emancipatory power of the refugee’s embodied enactment of dissent against global and intercontinental politics of discrimination in a Europe of failing national states, which had been the key catalyst of this hope. Thus, we need to expand our reading of relational counter space from the protected realms of Vienna’s train stations to Budapest’s contested Keleti station. In an era of globalized humanitarian governance regimes, where national states fence their blurring borders, where the EU Dublin III Regulation 17 has been again reinforced as the exclusive mechanism to encapsulate shrinking national cultures and prides, the appropriate answer and real political dissent is to ‘world’ the spheres and spaces of resistance. Thus, the true liberators are the refugees who exposed their bodies to march for their rights and needs. Secondly, their supporters acknowledged this emancipatory and courageous act as an incentive to take solidary action, inspired by the hope which was transmitted by the long line of humans marching for their rights, embodying their own claims.

Bibliography
Newspaper Online Articles and Social Media Sources

Aljazeera Online (2015a) Arrests over refugee truck deaths as toll rises to 71, including children. Published on 28 August 2015 [WWW document]. URL http://america.aljazeera.com/articles/2015/8/28/three-arrested-over-austria-refugee-deaths.html (accessed 20 February 2018).

Aljazeera Online (2015b) Thousands of refugees arrive in Vienna and Munich. Published on 1 September 2015 [WWW document]. URL www.aljazeera.com/news/2015/09/refugees-standoff-budapest-rail-station-150902020744649.html (accessed 15 February 2016).

Aljazeera Online (2015c) Thousands of refugees in limbo at Budapest rail station. Published on 2 September 2015 [WWW document]. URL http://www.aljazeera.com/news/2015/09/refugees-standoff-budapest-rail-station-150902020744649.html (accessed 15 February 2016).

BBC Online (2015a) Migrant crisis: Hungary station “feels like a refugee camp.” Published on 24 August 2015, by Ed Thomas [WWW document]. URL http://www.bbc.com/news/world-europe-34038779 (accessed 08 February 2016).

Business Insider Online (2015) Budapest train stations morph into makeshift refugee camps. Published on 27 August 2015, by Peter Murphy, AFP [WWW document]. URL http://www.businessinsider.com/afp-budapest-train-stations-morph-into-makeshift-refugee-camps-2015-8?IR=T (accessed 19 October 2015).

Forbes Online (2015) Vienna Tops 2015 List Of The Most Livable Cities On Earth. Published on 5 March 2015, by Kathryn Dill [WWW document]. URL http://www.forbes.com/sites/kathryndill/2015/03/05/vienna-tops-2015-list-of-the-most-livable-cities-on-earth/ (accessed 27 October 2015).

Guardian Online (2015) Vienna stages protest welcoming refugees. Published on 1 September 2015 [WWW document]. URL http://www.theguardian.com/world/2015/sep/01/vienna-stages-protest-welcoming-refugees (accessed 19 October 2015).

Guardian Online (2016) After the flood: Vienna’s struggle to make its refugee residents feel at home”. By Henley, Jon. Published on 4 April 2016 [WWW document]. URL https://www.theguardian.com/cities/2016/apr/04/vienna-migration-crisis-refugees-refuge-cities-residents (accessed 26 April 2018).

Kurier Online (2015) Hunderte Flüchtlinge kamen in Wien an. Published on 31 August 2015 [WWW document]. URL http://kurier.at/politik/weltchronik/fluechtlinge-stuermen-in-budapest-zuege-am-abend-ankunft-in-wien/150.037.718 (accessed 08 February 2016).

New York Times Online (2015) Volunteers, Many Once Refugees Themselves, Help as Guides in Vienna. Published on 24 September 2015, by Barbara Surk [WWW document]. URL http://www.nytimes.com/2015/09/25/world/volunteers-many-once-refugees-themselves-help-as-guides-in-vienna.html (accessed 15 February 2016).

Presse Online (2016) Wien wieder Welthauptstadt der Lebensqualität [Vienna again World Capital of Quality of Life]. Published on 23 February 2016 [WWW document]. URL http://diepresse.com/home/panorama/oesterreich/4931640/Wien-wieder-Welthauptstadt-der-Lebensqualitaet?_vl_backlink=/home/panorama/index.do (accessed 24 February 2016).

Presse Online (2015) Erich Kocina: Die freiwilligen Helfer vom Hauptbahnhof [Voluntary helpers at the Main Station]. Published on 12 September 2015 [WWW document]. URL http://diepresse.com/home/politik/innenpolitik/4820006/Die-freiwilligen-Helfer-vom-Hauptbahnhof (accessed 19 October 2015).

Profile.at Online (2015) Traiskirchen: Umstrittener Flüchtlingslager-Betreiber ORS [Dubious refugee camp private operator ORS]. Published on 25 August 2015, by Edith Meinhart [WWW document]. URL http://www.profil.at/oesterreich/traiskirchen-fluechtlingslager-betreiber-ors-5827938 (accessed 27 October 2015).

ORF Online (2015a) Traiskirchen-Betreiberfirma ORS: Eine Mio. Bilanzgewinn. Published on 19 October 2015 [WWW document]. URL http://orf.at/stories/2304813/ (accessed 27 October 2015).

ORF Online (2015b) Hauptbahnhof: Hilfe in privater Hand [Hauptbahnhof Vienna: Help in private hands]. Published on 11 September 2015 [WWW document]. URL http://wien.orf.at/news/stories/2731230/ (accessed 10 February 2016).

The Independent Online (2015) This was the note that greeted refugees when they arrived in Vienna. By Matthew Champion, i100 Independent [WWW document]. URL http://i100.independent.co.uk/article/this-was-the-note-that-greeted-refugees-when-they-arrived-in-vienna–ZJDnSe93Hl (accessed 28 October 2015).

Train of Hope Online (2015). Train of Hope. Flüchtlingshilfe Wien Hauptbahnhof [Aid for refugees at Hauptbahnhof Vienna]. [WWW document]. URL http://www.trainofhope.at/home/wer-wir-sind/ (accessed 28 October 2015).

Train of Hope Online (2018). Train of Hope. Flüchtlingshilfe Wien Hauptbahnhof. Wie alles begann [Aid for refugees at Hauptbahnhof Vienna. How everything started]. [WWW document]. URL http://www.trainofhope.at/www/wie-alles-begann/ (accessed 20 February 2018).

Vice News Online (2015a) “Refugees welcome“ – So wurde am Wiener Westbahnhof geholfen [“Refugees Welcome – this is what aid looks like at Hauptbahnhof Vienna d]. Published on 1 September 2015, by Michael Bonvalot [WWW document]. URL http://www.vice.com/alps/read/refugees-welcome-so-wurde-am-wiener-westbahnhof-geholfen-654 (accessed 29 October 2015).

Vice News Online (2015b) Was Montagabend am Westbahnhof mit Hunderten Flüchtlingen passiert ist, macht Mut [What happened to the refugees at Hauptbahnhof inspires courage]. Published on 31 August 2015, by Hanna Herbst [WWW document]. URL http://www.vice.com/alps/read/ungarn-fluechtlinge-bahnhof-965 (accessed 29 October 2015).

hbfvie (2015): Twitter page [WWW document]. URL https://twitter.com/hashtag/hbfvie (accessed 24 February 2016).

marchofhope (2015): Twitter page [WWW document]. URL https://twitter.com/hashtag/marchofhope (accessed 24 February 2016).

refugeeswelcome (2015): Twitter page [WWW document]. URL https://twitter.com/hashtag/refugeeswelcome (accessed 24 February 2016).

trainofhope (2015): Twitter page [WWW document]. URL https://twitter.com/hashtag/trainofhope (accessed 24 February 2016).

Bibliography

Arampatzi, A. (2016) The spatiality of counter-austerity politics in Athens, Greece: Emergent “urban solidarity spaces.” Urban Studies February 3,2016, 1-16.

Bridge, G. and Watson, S. (2011) The New Blackwell Companion to the City. Chichester: Wiley-Blackwell.

Diken, B. (2004) From refugee camps to gated communities: biopolitics and the end of the city. Citizenship Studies 8.1, 83-106.

European Commission (2015) Managing the refugee crisis. Western Balkans Route: State of Play Report. [WWW document]. URL https://ec.europa.eu/home-affairs/sites/homeaffairs/files/what-we-do/policies/european-agenda-migration/background-information/docs/western_balkans_route_state_of_play_report_en.pdf (accessed 26 April 2018).

García-Lamarca, M (2017) From Occupying Plazas to recuperating Housing: Insurgent Practices in Spain. International Journal of Urban and Regional Research 41.1, 37-53.

Hage, G. (2012) Critical anthroprological thought and the radical political imaginary today. Critique of Anthropology 32.3, 285-308.

Holston, J. and Appadurai, A. (1996) Cities and citizenship. Public Culture 8.2, 355-376.

Hou, J. (2010) Insurgent public space. Guerilla Urbanism and the Remaking of Contemporary Cities. New York: Routledge.

Hou, J. and Knierbein, S. (eds.) (2017) City Unsilenced. Urban resistance and public space in the age of shrinking democracy, New York: Routledge.

Kaika, M. and Karaliotas, L. (2014) The spatialization of democratic politics: Insights from Indignant Squares. European Urban and Regional Studies 14.8, 1-15.

Knierbein, S. (2015) Public Space as relational counter space. Scholarly minefield or epistemological opportunity? In C. Tornaghi and S. Knierbein (eds.), Public space and relational perspectives: New challenges for architecture and planning, New York/London: Routledge, pp. 42-63.

Knierbein, S and Gabauer, A (2017) Worlded resistance as ‚alter politics‘ : Train of Hope and the Protest Against the Akademikerball in Vienna. In J Hou and S. Knierbein (eds) City Unsilenced. Public space in the age of shrinking democracy, Routledge: New York/London, pp. 214-228.

Low, S. and Smith, N. (eds.) (2006) The politics of public space, New York/London: Routledge.

Malkki, L. H. (1995) Purity and exile: violence, memory and national cosmology among Hutu refugees in Tanzania, Chicago/London: University of Chicago Press.

Malkki, L. H. (2002) News from nowhere. Mass-displacement and globalized “problems of organization.” Ethnography 3.3, 351–60.

Moore, S. (2013) Taking Up Space: Anthropology and embodied protest. Radical anthropology 13.11, 6-16.

Rajaram, P. K. (2002) Humanitarianism and Representations of the Refugee. Journal of Refugee Studies 15.3, 247-64.

Rancière, J. (1999) Disagreement: Politics and Philosophy, Minneapolis:University of Minnesota Press.

Rancière, J. (2004) Introducing disagreement. Angelaki: Journal of Theoretical Humanities 9.3, 3-9.

Sanyal, R. (2014) Urbanizing Refuge: Interrogating Spaces of Displacement. International Journal of Urban and Regional Research 38.2, 558–72.

Sennett, R. (1970) The Uses of Disorder, Harmondsworth: Penguin.

Swyngedouw, E. (2007) The Post-Political City. In BAVO (eds.) Urban Politics Now Reflect Series. Urban Politics Now. Re-imagening Democracy in the Neoliberal City. Rotterdam: Netherland Architecture Institute (NAI) Publishers.

Tornaghi, C. and Knierbein, S. (2015) Public Space and Relational Perspectives. New Challenges for Architecture and Planning, London: Routledge.

Viderman, T and Knierbein, S (2018, forthcoming shortly) Reconnecting public space and housing research through affective practice. Journal of Urban Design. Issue 24/25 (tbc), 2018

Watson, S. (2006) City publics. The (dis)enchantments of public encounters, London: Routledge.

Webber, F. (2012): Borderline Justice. Race and Class 54.2, 39-54.

Wilson, J. and Swyngedouw, E. (eds.) (2015) The post-political and its discontents. Spaces of depoliticization, spectres of radical politics, Edinburgh: Edinburgh University Press.





Πολιτικές για τον δημόσιο χώρο: πιέσεις για αλλαγή σε μια επικράτεια με επίμονες συνέχειες

Παρασκευή Κούρτη 18

Public Space Policies in Greece: pressures for change in a realm with persistent continuities

Paraskevi Kourti 19

Εισαγωγή

Ο δημόσιος χώρος των ελληνικών πόλεων θεωρείται ένα αγαθό σε γενική ανεπάρκεια. Οι χαρακτηρισμοί «ανεπαρκής», «ελάχιστος» και «υπολειμματικός» (Πανέτσος, 2003) συνοδεύουν την υπόστασή του.  Εκτός από την ποσοτική του έλλειψη, άλλα διαπιστωμένα προβλήματα του δημόσιου χώρου της ελληνικής πόλης είναι η επιθετική κατάληψή του από πάσης φύσεως δραστηριότητες, η κακή αισθητική και υλική ποιότητά του, η έλλειψη χαρακτήρα και ταυτότητας (Στεφάνου, 1999) που προκύπτει από την καθολική επικράτηση της πολυκατοικίας και την απουσία εμβληματικών κτηρίων (Δραγώνας, 2011) και τεχνουργημάτων (Κονταράτος, 2003). Για όλα αυτά τα ζητήματα έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις οι οποίες συγκλίνουν στο ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ εκ των άνω πολιτικές ή από τα κάτω διεκδικήσεις που θα διαμόρφωναν ένα πλαίσιο παρέμβασης αποφασιστικά διαφορετικό για τη βελτίωση του τρόπου παραγωγής του κτισμένου περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση των ανεπαρκειών του δημόσιου χώρου (Γιαννακούρου & Οικονόμου, 1993; Αίσωπος, 2003; Πανέτσος, 2003).

Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί μια σειρά από εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη δημόσια δράση και τις εφαρμοζόμενες πολιτικές που χρήζουν διεξοδικότερης διερεύνησης, εάν λάβει κανείς υπόψη τις σημαντικές αλλαγές που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα (Economou et al, 2007). Μπορούμε να υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η αυστηροποίηση του πλαισίου περιβαλλοντικής προστασίας τα τελευταία χρόνια, ίσως και κάποια ενεργητικά μέτρα επαύξησης των διαθέσιμων χώρων πρασίνου, έχουν πιθανά ενισχύσει τις «από τα πάνω» πολιτικές για τον δημόσιο χώρο. Όπως και να υποθέσουμε ότι οι συχνές πια «από τα κάτω» πρωτοβουλίες κατάληψης και διαμόρφωσης αστικών κενών από ομάδες αλλά και η πιο έντονη, ίσως και πιο πυκνή, εκδήλωση της δράσης των κινημάτων πόλης και της κοινωνίας των πολιτών προβάλλουν σήμερα διαφορετικά αιτήματα για τον χώρο της πόλης (Μπελαβίλας & Βαταβάλη, 2009; Καβουλάκος, 2015). Το παρόν άρθρο επιδιώκει να συμβάλει σε αυτό τον προβληματισμό παρουσιάζοντας θεωρητικά και εμπειρικά δεδομένα που αφορούν την υπόθεση διεκδίκησης – παραχώρησης των αστικών κενών των πρώην στρατοπέδων της δυτικής Θεσσαλονίκης. Η έρευνα χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία από τη μεθοδολογία της ανάλυσης δημόσιων πολιτικών20 και αποτελεί μέρος της διδακτορικής μου διατριβής η οποία μέσα από την προβληματική που παρουσιάστηκε συνοπτικά παραπάνω διερεύνησε την ύπαρξη ή μη αλλαγών καθώς και το είδος και το βαθμό διείσδυσής τους στα θέματα της διαχείρισης του δημόσιου χώρου.

Το ευρύτερο πλαίσιο δημόσιας δράσης και διαχείρισης των αστικών κενών των στρατοπέδων

Οι πρώην στρατοπεδικοί χώροι και η διαχείρισή τους αποτελεί ένα σχεδόν παγκόσμιο ζήτημα κι αυτό γιατί με το τέλος της ψυχροπολεμικής περιόδου, οι στρατιωτικές δυνάμεις περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις περισσότερες από 8.000 στρατιωτικές εγκαταστάσεις, έκτασης περί τα 1 εκατ. εκτάρια, μπορούσαν να διατεθούν σε νέες χρήσεις (IABG – BICC, 1997). Το φαινόμενο πήρε ιδιαίτερες διαστάσεις στην Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία και στις πρώην κομμουνιστικές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπου ένα μεγάλο εύρος από διοικητικά κτήρια, επικοινωνιακές δομές, χώροι εκπαίδευσης και στρατιωτικές βάσεις, εγκαταλείφθηκαν από τα σώματα ασφαλείας. Στην Ελλάδα, η διαχείριση των μεγάλων αστικών κενών των στρατοπέδων θα αναδειχθεί σε πεδίο δημόσιας δράσης μετά τη μεταπολίτευση και κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Με την αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού, τα στρατόπεδα δεν είχαν πια λόγο να βρίσκονται εντός των αστικών συγκροτημάτων. Παράλληλα, ωρίμαζε σταδιακά και υιοθετήθηκε τελικά επίσημα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 μια πολιτική αναδιοργάνωσης των δομών των ενόπλων δυνάμεων, σημαντικό σκέλος της οποίας ήταν και η νέα χωροταξική οργάνωση του στρατού ξηράς. Μέσα από αυτές τις διαδικασίες αλλαγών, διαμορφώθηκαν συνθήκες «διαθεσιμότητας» μεγάλων τμημάτων δημόσιας γης «εγκλωβισμένων» στους πυκνούς ιστούς των πόλεων, που θα μπορούσαν εν δυνάμει να αποτελέσουν λύση στο πρόβλημα της μεγάλης έλλειψης δημοτικής και εν γένει δημόσιας γης για την ανάπτυξη κοινόχρηστων και κοινωφελών χρήσεων.

Η δημόσια δράση που αφορά τους χώρους των πρώην στρατοπέδων ξεκινά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 από την τοπική αυτοδιοίκηση. Η αφετηρία της δεν βασίζεται σε κάποιο κοινωνικό αίτημα ή σε κάποια διεκδικητική δραστηριότητα πολιτικού ή κοινωνικού περιεχομένου για τον χώρο της πόλης αλλά ούτε σε κάποιο συστηματικό σχεδιασμό από την πλευρά του κράτους κεντρικού ή τοπικού για την αξιοποίηση των εκτάσεων αυτών. Με βάση θεσμικές ρυθμίσεις που περιλαμβάνονταν στον N. 719/1977, τμηματικές παραχωρήσεις γης των στρατοπέδων σημειώνονται μετά από πρωτοβουλίες των αυτοδιοικήσεων και άλλων φορέων του δημοσίου που κατάφεραν τον αποχαρακτηρισμό στρατοπεδικών τμημάτων και τη χρήση τους για κοινωφελείς σκοπούς και υποδομές (βλ. Πιν. 1). Οι περιπτώσεις παραχώρησης τμημάτων γης των στρατοπέδων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), στον Οργανισμό Σχολικών Κτηρίων, σε πανεπιστήμια, σε αθλητικούς οργανισμούς ή και για έργα υποδομής, όπως διανοίξεις δρόμων, έγινε μια πολύ συνηθισμένη πρακτική που παρά τον μη συστηματικό της χαρακτήρα ενίσχυε τη σταδιακή διαμόρφωση ενός «δημόσιου συλλογικού αιτήματος». Η επιτυχής έκβαση των διεκδικήσεων τμημάτων των στρατοπέδων κορυφώνεται σε «παραδείγματα» απόδοσης του συνόλου της έκτασης, όπως στην περίπτωση του στρατοπέδου Στρεμπενιώτη που θα εξετάσουμε αναλυτικά στην συνέχεια.

Πίνακας 1

Η απόδοση του στρατοπέδου Στρεμπενιώτη

Το στρατόπεδο Στρεμπενιώτη παραχωρήθηκε στον δήμο Νεάπολης μετά από πολυετείς διεκδικήσεις τον Μάιο του 1989. Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 είχε εγκαταλειφθεί από τον στρατό και φαίνεται ότι δεν αποτελούσε ποτέ αναπτυγμένο χώρο στρατωνισμού εφόσον στο διαθέσιμο χαρτογραφικό και φωτογραφικό υλικό σημειώνονται μόνο σποραδικά κτίσματα αποθήκευσης στρατιωτικού υλικού.  Το στρατόπεδο αποτελούσε αρχικά ιδιοκτησία 273 στρεμμάτων της οικογένειας Μοδιάνο που απαλλοτριώθηκε υπέρ του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ) με δαπάνες του δημοσίου, ενώ για το σύνολο της έκτασής του υπήρχε από τη δεκαετία του ’60 πρόγραμμα ανάπτυξης κοινωφελών χρήσεων και χρήσεων ιδιωτικής κατοικίας. Σύμφωνα με το διάταγμα ρυμοτομίας του στρατοπέδου που εκδόθηκε το 1971, το πρόγραμμα των κοινωφελών χρήσεων ήταν μακροσκελές, περιλαμβάνοντας πλήθος αθλητικών, εκπαιδευτικών και διοικητικών εγκαταστάσεων, ενώ τα συγκροτήματα των κατοικιών αποτελούνταν από πανομοιότυπες μονάδες και ύψη που κυμαίνονταν από 8 έως 17 ορόφους (ΒΔ 10-3/1-4-1971)!

Εικόνα 1: Το πρώην στρατόπεδο Στρεμπενιώτη την δεκαετία του 1970

Η περιοχή του Δήμου Νεάπολης, λόγω της εγγύτητάς της στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, κατοικήθηκε σχεδόν εξολοκλήρου και σε ελάχιστο χρόνο κατά τα χρόνια του προσφυγικού εποικισμού (Κούρτη, 2017:152-160). Λόγω του απρογραμμάτιστου τρόπου εποίκισης  καθώς και λόγω του περιορισμού που έθεταν τα διοικητικά όρια του δήμου, οι διαθέσιμες εκτάσεις για κοινωφελείς και κοινόχρηστες χρήσεις ήταν μηδαμινές. Η παραχώρηση του στρατοπέδου Στρεμπενιώτη αναδείχθηκε από νωρίς ως μια διέξοδος για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών σε δημοτική γη και ανάλογα αιτήματα υποβάλλονταν ήδη από την πρώτη μετά τη μεταπολίτευση αριστερή διοίκηση του δημάρχου Αλ. Μπινιώρη. Ωστόσο, η επόμενη μακρόβια διοίκηση του δήμου θα επιδιώξει με συστηματικό τρόπο την παραχώρηση του στρατοπέδου από την πρώτη χρονιά της θητείας της (το 1987), κορυφώνοντας όμως τη δράση της το 1989. Εξετάζοντας ποικίλο υλικό που αφορούσε την υπόθεση της διεκδίκησης (δημόσια έγγραφα, δημοσιεύματα, συνεντεύξεις κλπ.), διαπιστώνεται ότι η δράση του δήμου για παραχώρηση του στρατοπέδου εκδηλωνόταν προς τις εξής κατευθύνσεις:

α) προς την κατεύθυνση της θεσμικής κατοχύρωσης και της αποτροπής ανάπτυξης ιδιωτικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επί του χώρου του στρατοπέδου μέσω ενεργειών που στόχευαν κυρίως στην τροποποίηση του διατάγματος του 1971,

β) προς την κατεύθυνση άσκησης έντονης πίεσης προς ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια με σκοπό την εύρεση συμμαχιών και γενικά την παρουσίαση του ζητήματος ως ένα κρίσιμο λαϊκό αίτημα,

γ) προς την κατεύθυνση της «κατάληψης» του φυσικού χώρου μέσα από την υλοποίηση διάφορων προπαρασκευαστικών εργασιών και τεχνικών υποδομών,

δ) προς τη συνεχή διατήρηση του θέματος της παραχώρησης του στρατοπέδου σε επικοινωνιακή αιχμή και προς τα κάτω, υποκινώντας σε αγωνιστική δράση με «εξεγερσιακό» θα λέγαμε χαρακτήρα.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε σχέση με την ανάληψη τοπικής δράσης που συγκροτούνταν από όλα τα παραπάνω υπήρχε μια σύμπλευση όλων των τοπικών πολιτικών παρατάξεων. Οι αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου που αφορούσαν το θέμα λαμβάνονταν ομόφωνα, η αντιπολίτευση συμμετείχε σε όλες τις δράσεις ενώ οργανώνονταν και διαπαραταξιακές ομάδες για την υλοποίηση των επί μέρους ενεργειών. Ομόφωνες ήταν ακόμη και οι αποφάσεις που αφορούσαν ενέργειες παράτυπες ή και παράνομες ή τουλάχιστον υπήρχε μια σιωπηρή αποδοχή αυτών των ενεργειών, καθώς δεν καταγράφεται πουθενά κάποια απόρριψη ή εναλλακτική πρόταση διαχείρισης του θέματος.

Εικόνα 2: Φωτογραφία από την «παλλαϊκή» συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την παραχώρηση του στρατοπέδου Στρεμπενιώτη το 1989

Από όλα τα στοιχεία της έρευνας καταδεικνύεται ότι η διεκδίκηση του χώρου του στρατοπέδου έγινε ένα «αυτονόητο» αίτημα για τις διοικήσεις του δήμου Νεάπολης, λόγω των πολιτικών και οικονομικών δυσκολιών που επέσυρε η υιοθέτηση άλλων εναλλακτικών εξασφάλισης της αναγκαίας γης. Η διεκδικούμενη έκταση του στρατοπέδου αποτέλεσε έτσι την πλατφόρμα συντονισμού και διεύρυνσης συνολικά της τοπικής πολιτικής και διοικητικής δράσης, λειτουργώντας ως ένας «υπερ-πολιτικός» στόχος  γύρω από τον οποίο διαμορφωνόταν ένα κλίμα συναίνεσης που διευκόλυνε τις διαδικασίες στο εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον του δήμου. Καταλυτικές για την έκβαση της υπόθεσης ήταν επίσης οι πολύ στενές σχέσεις του πολιτικού προσωπικού της Νεάπολης με τον κομματικό μηχανισμό και τους αντιπροσώπους που κατείχαν σημαντικές θέσεις στους κυβερνητικούς σχηματισμούς του ΠΑΣΟΚ και οι οποίες λειτουργούσαν μέσα από τα κομματικά δίκτυα και στη βάση των σχέσεων του πολιτικού προσεταιρισμού 21 .

Πέρα από αυτές τις τοπικές ιδιαιτερότητες, σημαντικές για τη διαχείριση της υπόθεσης παραχώρησης ήταν και μια σειρά παραμέτρων που συνθέτονται μέσα σε μια ευρύτερη και «μεταβατικού» χαρακτήρα πολιτική συνθήκη για την αυτοδιοίκηση. Η συνθήκη αυτή διαμορφώνεται από μια σταδιακή και αργή απομάκρυνση από το έντονα πολιτικοποιημένο και ιδεολογικό πλαίσιο δράσης των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων και την μετάβαση σε μια νέα αντίληψη για το ρόλο της αυτοδιοίκησης ως φορέα «ανάπτυξης». Προς την κατεύθυνση αυτή υιοθετούνται και ενθαρρύνονται πολιτικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, νέοι θεσμοί δημόσιου παρεμβατισμού της αυτοδιοίκησης όπως οι δημοτικές και διαδημοτικές επιχειρήσεις και οι συνεταιρισμοί διαφόρων μορφών (Τριανταφυλλοπούλου, 2004: 63-69). Πυκνώνουν επίσης και πρωτοβουλίες γύρω από τα θέματα του αναπτυξιακού προγραμματισμού και της επιχειρησιακής οργάνωσης που αποτελούσαν μια καθαρά «εισαγόμενη» μέθοδο οργάνωσης της πολιτικής από την έως τότε εμπειρία της χώρας στον ευρωπαϊκό σχηματισμό (Μαϊστρος, 2009: 51). Ο νέος αυτός «αναπτυξιακός» ρόλος εμπεδώνεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στους πολιτικούς και υπηρεσιακούς αυτοδιοικητικούς κόσμους, κυρίως δε ως συστηματική δράση για την εξασφάλιση των αναγκαίων κοινωφελών υποδομών και τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων των δήμων στους τομείς της κοινωνικής πολιτικής και του πολιτισμού (Κούρτη, 2017: 242).

Η δημόσια δράση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90

Η ολοκλήρωση της παραχώρησης του στρατοπέδου Στρεμπενιώτη φαίνεται να επέφερε μια έντονη κινητοποίηση στα δημόσια πράγματα της πόλης. Κι αυτό γιατί σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 καταγράφονται ενέργειες που σχηματοποιούν ένα πιεστικό αίτημα το οποίο αφορούσε πια την παραχώρηση όλων των στρατοπέδων της δυτικής Θεσσαλονίκης (Παύλου Μελά, Μεγ. Αλεξάνδρου, Παπακυριαζή, Καρατάσιου και Ζιάκα). Το αίτημα αυτό συνεχίζει να εκπορεύεται «από τα πάνω» εφόσον κύριοι συντελεστές των ενεργειών που θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια είναι το πολιτικό και υπηρεσιακό προσωπικό των θεσμικών φορέων του τοπικού και του κεντρικού κράτους και ένα «δίκτυο γνώσης» που σχηματίζουν αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι πανεπιστημιακών κυρίως κύκλων. Μια άλλη βασική διαπίστωση κατά τη διερεύνηση ανάδυσης και άρθρωσης αυτού του δημόσιου αιτήματος αφορά τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γίνονται κατανοητά και αναπαριστώνται από τους δρώντες τα αστικά προβλήματα τα οποία καλείται να επιλύσει η εκπλήρωση του αιτήματος, δηλαδή η παραχώρηση των στρατοπέδων.

Εικόνα 3: Αεροφωτογραφία της περιοχής της δυτικής Θεσσαλονίκης με τη θέση των στρατοπεδικών εκτάσεων και την περίμετρο παρέμβασης του δυτικού τόξου

Ξεκινώντας από το «δίκτυο γνώσης», πρέπει να ειπωθεί ότι η δράση του συμπυκνώνεται την περίοδο που εξετάζουμε μέσα από τις δραστηριότητες του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης 1997 (ΟΠΠΕΘ ’97). Η διατύπωση του σχετικού αιτήματος για παραχώρηση όλων των δυτικών στρατοπέδων αναδεικνύεται αρχικά από αυτό το δίκτυο και μέσω μιας ιδέας σχεδιασμού στην αστική κλίμακα που έγινε γνωστή ως το «δυτικό τόξο». Με βάση πρωθύστερες ιδέες και συζητήσεις διοργανώθηκε, από τον ΟΠΠΕΘ ’97 και τον ευρωπαϊκό θεσμό Europan το 1997, αρχιτεκτονικός διαγωνισμός με τίτλο «Το δυτικό τόξο στη Θεσσαλονίκη. Νέοι κοινόχρηστοι χώροι για την πόλη» και αντικείμενο τα στρατόπεδα και άλλους ελεύθερους χώρους της δυτικής Θεσσαλονίκης. Οι διαδικασίες του διαγωνισμού (ημερίδες, δημοσιεύσεις) προκάλεσαν μια ευρεία δημόσια συζήτηση με τη συμμετοχή δημάρχων και άλλων θεσμικών συντελεστών και το εγχείρημα θεωρήθηκε στην εποχή του «μια πρόκληση και μια δυναμική» και μια «μεγάλη ελπίδα για το μέλλον της πόλης» 22. Στα κείμενα και τις σχεδιαστικές αναπαραστάσεις – προτάσεις που παρήχθησαν στον διαγωνισμό διακρίνεται με σαφήνια ότι τα κενά των στρατοπέδων αντιμετωπίζονται κυρίως ως χώροι κοινωφελών δραστηριοτήτων, χωρίς περιορισμούς ως προς το ποσοστό ανοικοδόμησής τους και προκειμένου αυτοί να αποτελέσουν τοπικά κέντρα και πόλους έλξης επισκεπτών στους περιφερειακούς δυτικούς οικισμούς της πόλης. Η κατεύθυνση αυτή εκπορεύεται από μια – χαρακτηριστική για την εποχή – στροφή του ενδιαφέροντος του σχεδιασμού από τα αυστηρότερα και συνολικότερα πλαίσια παρέμβασης της πολεοδομικής κλίμακας προς τα προγράμματα μεγάλης κλίμακας αναπλάσεων – επανάχρησης συγκεκριμένων περιοχών. Πρόκειται για τα «ειδικά προγράμματα» ή τα προγράμματα «μιας επιχείρησης» που χαρακτήρισαν την εποχή αυτή τη μεταμόρφωση της Βαρκελώνης (Busquets, 2005).

Σημαντικό ρόλο στην ανάδυση του ίδιου αιτήματος έπαιξε την περίοδο αυτή και η θεσμική ομάδα που σχημάτιζαν τα στελέχη του Οργανισμού Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης (ΟΡΘΕ).
Ο ΟΡΘΕ διατηρούσε την ίδια αντίληψη για τους χώρους των πρώην στρατοπέδων με το «δίκτυο γνώσης» του δυτικού τόξου. Ενδεικτική της παραπάνω οπτικής είναι και η μελέτη που ανέθεσε ο ΟΡΘΕ το 1994 για την πολεοδομική οργάνωση του στρατοπέδου Παύλου Μελά. Η μελέτη στην τελική της φάση (Αδαμογιάννης, 1996) απέδιδε μια πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης με την οποία διευθετούνταν ένα πλήθος κοινωφελών χρήσεων αντιμετωπίζοντας το στρατόπεδο ως ένα ενιαίο προς οικοδόμηση οικόπεδο.
Όριζε, επίσης, συντελεστή δόμησης 0,2 και ποσοστό κάλυψης 15% και τελικά δεν επέτρεπε παρά ελάχιστο και υπολειμματικό κοινόχρηστο χώρο. Σχετικά με τον ρόλο του ΟΡΘΕ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο οργανισμός λειτουργούσε ως πυκνωτής των διαφόρων «από τα πάνω» οπτικών και συμφερόντων εφόσον βρισκόταν εξίσου κοντά στο πολιτικό προσωπικό της αυτοδιοίκησης (μέσα από τη λειτουργία των θεσμοθετημένων επιτροπών του) αλλά και στους φορείς του κεντρικού κράτους.

Η δράση των τοπικών διοικήσεων των δήμων της δυτικής Θεσσαλονίκης διατηρεί την ίδια περίοδο έναν συνεκτικό χαρακτήρα και υπό την προϋπόθεση μιας πλειοψηφίας εκλεγμένων που προέρχονταν από τον κεντρώο πολιτικό χώρο. Ο χαρακτήρας αυτός εκδηλώνεται μέσα από τη δημιουργία ενός κοινού πεδίου επιδιώξεων με αιχμή την παραχώρηση των δυτικών στρατοπέδων (και την υλοποίηση της ιδέας του «δυτικού τόξου») και την υιοθέτηση ενός κοινού πολιτικού λόγου. Ο πολιτικός αυτός λόγος αναπτύσσεται πάνω στη ρητορική της «υποβαθμισμένης δυτικής Θεσσαλονίκης», της «στερημένης» και «κακής» πλευράς της πόλης που χρήζει αντισταθμισμάτων. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα απλουστευτικό – για την πολυπλοκότητα των δεδομένων ενός πολεοδομικού συγκροτήματος – νοητικό σχήμα που κατέλαβε τη δημόσια σφαίρα και αναπαράχθηκε τόσο συστηματικά (αρχικά στον πολιτικό λόγο, στον δημοσιογραφικό και τελικά και στον επιστημονικό) που ακόμη και σήμερα αρκεί για να συμβολίσει μονολεκτικά όλο το χωρικό αχανές δυτικά του νοητού ορίου της πλατείας Βαρδαρίου. Με βάση αυτή την επιχειρηματολογία η παραχώρηση των στρατοπεδικών εκτάσεων μπορούσε να θεωρηθεί ένα αυτονόητο αντιστάθμισμα.

Σταθερή στην υπόθεση της δημόσιας πολιτικής των στρατοπέδων της δυτικής Θεσσαλονίκης και για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’90 είναι και η παρουσία της κεντρικής διοίκησης. Η δράση της αποτυπώνεται μέσα από τη συστηματική συμμετοχή πολιτικών προσώπων που κατείχαν θέσεις ευθύνης στον κυβερνητικό σχηματισμό των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ σε συναντήσεις και εκδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη σχετικές με το θέμα23. Η δράση των κυβερνητικών στελεχών ανιχνεύεται επίσης στα εγχειρήματα μελετών και έργων που διαμέσου του ΟΡΘΕ κατευθύνονταν ή αφορούσαν τη δυτική Θεσσαλονίκη και αποτελούσαν χειρονομίες μιας ιδιότυπης αναδιανεμητικής πολιτικής. Ένα τέτοιο έργο ήταν η παρέμβαση «Δυτική Θεσσαλονίκη» (1994 – 1999) που χρηματοδοτήθηκε από την ευρωπαική πρωτοβουλία Urban I και επιχειρούσε την υλοποίηση των αναπλάσεων που προέβλεπε η ιδέα του δυτικού τόξου, χωρίς ωστόσο το βασικότερο σκέλος αυτής, δηλαδή τα κενά των στρατοπέδων (ΟΡΘΕ, 1995). Η δράση της κεντρικής διοίκησης φαίνεται να αποκτά μια κλιμάκωση στο τέλος της δεκαετίας του ’90 κυρίως μέσω του εγχειρήματος θεσμικής επίλυσης του θέματος παραχώρησης των πρώην στρατοπέδων, συνολικά και σε εθνική κλίμακα.

Το «πολιτικό παράθυρο» του Ν. 2745/1999

Σύμφωνα με τον θεωρητικό της ανάλυσης δημόσιων πολιτικών J. Kingdon (1984), ένα «πολιτικό παράθυρο» ανοίγει, οπότε και διαφαίνονται οι προοπτικές επίλυσης ή ανταπόκρισης σε ένα δημόσιο ζήτημα, όταν συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: ένα πρόβλημα έχει πάρει σημαντικές διαστάσεις στην δημόσια σφαίρα, έχουν διαπιστωθεί οι δυνατότητες επίλυσης του προβλήματος αυτού και κάποιες πολιτικές παράμετροι λειτουργούν ευνοϊκά προς την κατεύθυνση αυτή (Kingdon, 1984: 21). Θεωρούμε ότι η θεσμική επίλυση που επιχειρήθηκε δια μέσου του ν 2745/1999 αποτέλεσε ουσιαστικά ένα τέτοιο «πολιτικό παράθυρο» που «άνοιξε» κατά τη θητεία της πρώτης κυβέρνησης Κ. Σημίτη (1996 – 2000). Ειδικότερα, το 1998 υπογράφηκε μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ το Εθνικό Πρόγραμμα Στρατηγικής Αναδιάταξης Στρατοπέδων που πήρε τελικά μια κανονιστική μορφή με την ψήφιση του σχετικού νόμου. Στόχος του προγράμματος ήταν η μετεγκατάσταση των στρατοπέδων που βρίσκονται στις πόλεις, η απόδοση των χώρων στην αυτοδιοίκηση σε ποσοστό έως 40% για κοινωφελείς και κοινόχρηστες χρήσεις και η πολεοδόμηση με σκοπό την οικονομική αξιοποίηση από το Ταμείο Εθνικής Άμυνας του υπόλοιπου 60% των εκτάσεων προκειμένου να εξασφαλιστούν τα κονδύλια που απαιτούσε η μετεγκατάσταση των στρατοπέδων (ΥΕΑ-ΥΠΕΧΩΔΕ, 1998: 2). Στο αρχικό σχέδιο περιλαμβάνονταν 82 στρατόπεδα που βρίσκονταν σε μεγαλύτερα και μικρότερα αστικά κέντρα, στον Έβρο αλλά και σε νησιωτικές περιοχές. Από αυτά, αποδεσμευόμενα πρώτης προτεραιότητας προωθούνταν τα 46. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονταν και τέσσερα στρατόπεδα της δυτικής Θεσσαλονίκης (Παύλου Μελά, Καρατάσιου, Ζιάκα και Μεγάλου Αλεξάνδρου).

Στο κείμενο του προγράμματος (ΥΕΑ-ΥΠΕΧΩΔΕ, 1998: 2), στον νόμο αλλά και στην ίδια τη συζήτηση στη Βουλή (Πρακτικά Βουλής, 1999:11), η αξιοποίηση μέρους των εκτάσεων των αποδεσμευόμενων στρατοπέδων από τον στρατό συνδεόταν με την ανάγκη κάλυψης του κόστους μετεγκατάστασης των στρατοπέδων, ενώ ως αιτία της αναδιάταξης προβάλλονταν η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων, τεχνικά και λειτουργικά αναβαθμισμένων επιχειρησιακών μονάδων, ανάγκη στην οποία αναφέρθηκε αναλυτικά και ο εισηγητής του νομοσχεδίου Κυριάκος Σπυριούνης. Στο σχέδιο γίνονται επίσης επανειλημμένες αναφορές για την αδυναμία διάθεσης των αναγκαίων πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό ή άλλες πηγές χρηματοδότησης, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια τεχνοοικονομική μελέτη ή ακόμη και κατά προσέγγιση εκτίμηση αυτού του κόστους. Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην ελληνική βουλή και μόνο στον καταληκτικό του σχολιασμό, ο τότε Υπουργός Άμυνας, Άκης Τσοχατζόπουλος, αναφέρθηκε στο «τρομακτικό κόστος των πεντακοσίων δισεκατομμυρίων και πάνω» που απαιτούνταν για τη μετεγκατάσταση, σημειώνοντας ότι κάθε νέο στρατόπεδο θα «κόστιζε πάνω από σαράντα δισεκατομμύρια» (Πρακτικά Βουλής, 1999:27).

Οι ενστάσεις της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης επί του νομοσχεδίου αφορούσαν κυρίως στην ίδρυση ειδικής υπηρεσίας που προέβλεπε το νομοσχέδιο και η οποία θα διαχειριζόταν την απόδοση και εκμετάλλευση των στρατοπέδων καταγγέλλοντας, δηλαδή, ψηφοθηρικούς και κομματικούς λόγους, εφόσον η υπηρεσία αυτή θα υπαγόταν απευθείας στον υπουργό άμυνας και θα στελεχωνόταν από μη αξιωματικούς. Η αξιοποίηση θα γινόταν – όπως καταγγέλθηκε – μια «εξωστρατιωτική» διαδικασία (Πρακτικά Βουλής, 1999:15). Οι εκπρόσωποι των υπολοίπων κομμάτων (Συνασπισμός, ΔΗΚΚΙ) αλλά και κάποιοι βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας είχαν ενστάσεις επί του ποσοστού που θα αποδιδόταν ως ελεύθεροι χώροι στην τοπική αυτοδιοίκηση, μερικοί δε συμφωνώντας στον περιορισμό του ποσοστού ανοικοδόμησης στο 25% της διαθέσιμης γης. Ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ πρότεινε την εξ ολοκλήρου παραχώρηση των στρατοπέδων στους ΟΤΑ.

Στο τελικό κείμενο του νόμου, το ποσοστό της έκτασης των στρατοπέδων που θα παραχωρούνταν στην τοπική αυτοδιοίκηση διαμορφώθηκε στο 50%. Στο ίδιο κείμενο προβλεπόταν η πολεοδόμηση τμημάτων των στρατοπέδων και ο καθορισμός χρήσεων γης σε αυτά ανεξάρτητα από τις ισχύουσες και προβλεπόμενες χρήσεις και τους όρους δόμησης που μπορεί να καθόριζαν τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ) ή οι Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) κάθε περιοχής (άρθρο 3, παρ.2). Επιπλέον, σημειωνόταν η δυνατότητα μεταβίβασης, εκμίσθωσης ή παραχώρησης τμημάτων γης της ακίνητης περιουσίας του ΤΕΘΑ (στο πλαίσιο του προγράμματος) κατά παρέκκλιση των ρυθμίσεων διαχείρισης ή διοίκησης της περιουσίας του αλλά και κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων για τα δημόσια κτήματα και τα ακίνητα και κινητά του δημοσίου (άρθρο 5, παρ.1).
Ως εχέγγυο της ορθής αξιοποίησης των αστικών κενών των στρατοπέδων αλλά και της εξασφάλισης των “fast track” διαδικασιών για την υλοποίηση των παρεμβάσεων αυτών, προβαλλόταν η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και του ΥΠΕΧΩΔΕ.  

Η συζήτηση αυτή αφορούσε βέβαια δεκάδες ακίνητα σε κάθε μεγάλη και μικρότερη πόλη της χώρας. Για δεκαπέντε και πλέον έτη οι περισσότερες περιπτώσεις παραχώρησης των αποδεσμευμένων πια στρατοπέδων παρέμειναν χωρίς ιδιαίτερη εξέλιξη. Οι λόγοι αυτής της καθυστέρησης σχετίζονται με διάφορες παραμέτρους που αναδεικνύουν ως μη αποτελεσματικό το πλαίσιο που όριζε ο νόμος για την απόδοση των χώρων. Στις παραμέτρους αυτές θα πρέπει αρχικά να σημειώσουμε τις ιδιαιτερότητες διαχείρισης των υποθέσεων από την πλευρά του στρατού σε συνάρτηση με τις αντιδράσεις της αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών για την πολεοδόμηση ενός τόσο μεγάλου ποσοστού των χώρων που για χρόνια έμεναν ως αστικά κενά. Ιδιαίτερη εντύπωση σε όλη αυτή την υπόθεση προκαλεί επίσης η συσκότιση των ιδιοκτησιακών ιδιαιτεροτήτων κάθε στρατοπεδικής έκτασης καθώς όπως αναδείχθηκε σταδιακά – και ιδιαίτερα σε όσες πόλεις εφαρμόστηκε αργότερα το εθνικό κτηματολόγιο – τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ΤΕΘΑ δεν αποδεικνύονταν για πολλές περιπτώσεις στρατοπέδων. Η παράμετρος αυτή αλλοίωσε την δυναμική των συλλογικών πιέσεων και δυναμίτισε την αποτελεσματικότητα της πολιτικής που είχε επιλεγεί, εφόσον αναδεικνυόταν σταδιακά η ανάγκη της κατά περίπτωση διαχείρισης κάθε υπόθεσης.

Το αίτημα παραχώρησης των στρατοπέδων της δυτικής Θεσσαλονίκης, σχηματοποιημένο πάνω στην ιδέα του δυτικού τόξου, παρέμεινε συμπαγές και για ελάχιστα χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου το 1999. Οι εξαγγελίες από την πλευρά της κεντρικής διοίκησης για παραχώρηση των διαθέσιμων εκτάσεων του δυτικού τόξου επικαιροποιήθηκαν 24 χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις στη ρητορική του θέματος. Εκτιμούμε, δε, ότι ο ΟΡΘΕ ανέλαβε ξανά έναν «διαμεσολαβητικό» ρόλο αναθέτοντας την εκπόνηση τεχνοοικονομικής μελέτης που θα επιχειρούσε να απεικονίσει σενάρια μιας εν δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών (της αυτοδιοίκησης και του στρατού) για το σύνολο των στρατοπέδων της Θεσσαλονίκης. Η μελέτη εκπονήθηκε σε δύο στάδια από τα οποία το δεύτερο είναι το πιο εξειδικευμένο και αναλυτικό, καθώς αποδίδει ένα σενάριο διευθέτησης και εξορθολογισμού της διαπραγμάτευσης επί των παραχωρούμενων ποσοστών σε επίπεδο πολεοδομικού συγκροτήματος (Δοξιάδης, 2002). Σύμφωνα με την πρόταση – για τη σύνθεση της οποίας αναφέρουν οι μελετητές ότι απαιτήθηκαν εκτεταμένες και αλλεπάλληλες συζητήσεις με το ΤΕΘΑ, την Υπηρεσία Αξιοποίησης και Μετεγκατάστασης Στρατοπέδων (ΥΑΜΣ), του δήμους και τον ΟΡΘΕ – τα στρατόπεδα Ζιάκα, Μ. Αλεξάνδρου, Π. Μελά και Φαρμάκη αποδίδονταν εξ ολοκλήρου στους δήμους στα όρια των οποίων ανήκουν ενώ στην ιδιοκτησία του ΤΕΘΑ παρέμενε το 50% του στρατοπέδου Μακρή στη Θέρμη, καθώς και το 78% του στρατοπέδου Καρατάσου στην Πολίχνη. Φαίνεται δηλαδή να επικρατεί ένα σενάριο πλήρους παραχώρησης των πιο «πολυ-διεκδικημένων» αστικών κενών που βρίσκονται και στις πιο αστικοποιημένες περιοχές της πόλης, και διατήρησης στην ιδιοκτησία του ΤΕΘΑ μεγάλου ποσοστού των χώρων που βρίσκονται σε ακραίες περιφερειακές θέσεις του πολεοδομικού συγκροτήματος.

Το παραπάνω σχέδιο δεν έτυχε καμίας περαιτέρω τύχης. Από τα μέσα μάλιστα του 2000 και μετά, ο ρόλος τόσο των κεντρικών κυβερνήσεων όσο και της συλλογικής διεκδίκησης από την πλευρά των δυτικών δήμων ατονεί μαζί με το σκέλος της ιδέας του «δυτικού τόξου» που αφορούσε τα στρατόπεδα. Εφεξής, οι λόγοι – πολιτικοί ή τεχνοκρατικοί – που αναφέρονται σε μια πιθανή συνολική λύση του θέματος θα είναι όλο και πιο σπάνιοι και μάλλον ευκαιριακοί, χωρίς να μπορούν να αντιστρέψουν τη μορφή που έχουν πάρει οι διαπραγματεύσεις και που χαρακτηρίζονται από την κατά περίπτωση διαχείριση.

Η παραχώρηση έναντι ανταλλάγματος του στρατοπέδου Παύλου Μελά

Μεγάλο μέρος του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά, έκτασης 332 στρεμμάτων παραχωρήθηκε κατά χρήση, έναντι ανταλλάγματος και για 99 χρόνια στον ομώνυμο Δήμο στις 27 Οκτωβρίου του 2017. Πρόκειται για έναν χώρο με εκτεταμένο πράσινο αλλά και για έναν τόπο ιδιαίτερης ιστορικής βαρύτητας στον οποίο εγγράφονται τόσο ίχνη της ύστερης οθωμανικής ιστορίας της πόλης όσο και μνήμες της κατοχής και της εθνικής αντίστασης, εφόσον λειτούργησε ως ναζιστικό στρατόπεδο την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Εικόνα 4: Όψη του στρατοπέδου Παύλου Μελά από την οδό Δαβάκη το 1994

Το αίτημα παραχώρησης του στρατοπέδου από πλευράς του δήμου Σταυρούπολης (στου οποίου τα διοικητικά όρια ανήκε τότε το στρατόπεδο) διατυπωνόταν από όλες τις μεταπολιτευτικές διοικήσεις του δήμου. Ο συντονισμός όμως των ενεργειών προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται να γίνεται πιο έντονος και πιο συστηματικός από το 2004 και μετά. Την περίοδο από το 2004 έως το 2006, γίνεται μια προσπάθεια επίτευξης μιας σχετικής ετοιμότητας για τη συγκρότηση προτάσεων αξιοποίησης του στρατοπέδου. Αν και δεν γνωρίζουμε αναλυτικά στοιχεία για τις συζητήσεις αυτές, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι προϋποθέσεις και οι όροι της συναίνεσης ανάμεσα στον Δήμο και το ΤΕΘΑ εκφράζονται στη μελέτη που ολοκληρώθηκε το 2005 και έχει τίτλο «Σχέδιο Αξιοποίησης Στρατοπέδου Παύλου Μελά» (Δήμος Σταυρούπολης, 2005). Το βασικό  χαρακτηριστικό της πρότασης της μελέτης ήταν η διατήρηση στην ιδιοκτησία του ΤΕΘΑ έκτασης 30 στρεμμάτων στη μέση της βορειοδυτικής πλευράς και σε γειτνίαση με τον υφιστάμενο αστικό ιστό. Στην έκταση αυτή προβλεπόταν η οικοδόμηση στρατιωτικών κατοικιών, ενώ για την υπόλοιπη έκταση του στρατοπέδου σχεδιαζόταν ένα «φιλόδοξο» πρόγραμμα διοικητικών, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών χρήσεων και χρήσεων αναψυχής. Οι συζητήσεις δεν είχαν περαιτέρω εξέλιξη καθώς το 2006 ήταν χρονιά δημοτικών εκλογών στις οποίες αναδείχθηκε νέα διοίκηση του δήμου Σταυρούπολης. Βασικό στοιχείο της προεκλογικής καμπάνιας της νέας διοίκησης ήταν οι «αντιπολιτευτικές» της θέσεις σχετικά με την παραχώρηση του στρατοπέδου, που κινούνταν προς την κατεύθυνση της εξ ολοκλήρου παραχώρησης του στρατοπέδου στον δήμο και του αποκλεισμού της περίπτωσης ανοικοδόμησής του. Καμιά εξέλιξη επί της υπόθεσης παραχώρησης δεν παρατηρείται την περίοδο αυτή.

Το 2010 ήταν χρονιά διαρθρωτικών αλλαγών για την αυτοδιοίκηση, καθώς εφαρμόστηκε το Σχέδιο Καλλικράτης (Ν. 3852/2010) αλλά και χρονιά αλλαγής της πολιτικής διοίκησης  του διευρυμένου πια δήμου Παύλου Μελά που περιελάμβανε τη Σταυρούπολη, την Πολίχνη και την Ευκαρπία. Η διαχείριση του θέματος του στρατοπέδου κατευθύνθηκε και πάλι προς την εύρεση μιας συναινετικής λύσης και κυρίως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης των απαιτήσεων του στρατού για παραχώρηση με ανταλλάγματα. Αρχικά, και για δύο περίπου χρόνια, εξετάστηκε η περίπτωση παραχώρησης στο ΤΕΘΑ τμήματος γης 30 στρεμμάτων στην περιαστική έκταση του δήμου. Τη λύση αυτή εκφράζει απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του ΤΕΘΑ (Πρακτικό υπ’αριθμ.3 της 20ης Απριλίου 2011) όπου περιγράφεται η κατά χρήση παραχώρηση της έκτασης του στρατοπέδου στον δήμο για 30 χρόνια, η δεσμευτική υποχρέωση με καταληκτική προθεσμία έξι μηνών παραχώρησης τουλάχιστον 30 στρεμμάτων στην περιφέρεια του δήμου και τέλος η παραχώρηση του ιερού ναού της Αγ.Βαρβάρας μαζί με περιβάλλοντα χώρο 2 στρεμμάτων στη Μητρόπολη Νεαπόλεως – Σταυρουπόλεως. Η λύση αυτή δεν ευδοκίμησε, οπότε και επανήλθε η πρόταση διατήρησης στην ιδιοκτησία του ΤΕΘΑ τμήματος της έκτασης του στρατοπέδου και με σκοπό την ανέγερση στρατιωτικών κατοικιών. Τα χαρακτηριστικά της νεότερης συμφωνίας περιλαμβάνονται στο υπ.αριθμ.6/20-8-2014 πρακτικό της Διοικητικής Επιτροπής του ΤΕΘΑ, όπου οι ουσιαστικοί όροι περιγράφουν την παραχώρηση 284 στρεμμάτων στον δήμο Παύλου Μελά κατά χρήση και για 49 χρόνια, τη διατήρηση 52 στρ. στην ιδιοκτησία του ΤΕΘΑ και την παραχώρηση του Ι. Ν. Αγίας Βαρβάρας μαζί με περιβάλλοντα χώρο 8 στρεμμάτων, αυτή τη φορά γύρω από τον ναό, στη Μητρόπολη Νεαπόλεως – Σταυρουπόλεως.

Γενικά και για την κλίμακα του οικείου δήμου θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην υπερ-δεκαετή πορεία διεκδίκησης του χώρου, δεν είχε επιτευχθεί μια ευρεία συναίνεση σχετικά με τους όρους που θα πρέπει να διέπουν την παραχώρηση του στρατοπέδου. Η ίδια δε η υπόθεση του στρατοπέδου και της τύχης του αναδεικνύονταν κατά καιρούς σε μείζον θέμα αντιπολιτευτικής κριτικής εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς. Μετά την ατόνηση της ιδέας του «δυτικού τόξου», την απόσυρση του κεντρικού κράτους από τον ρόλο του «μεσεγγυητή» της υπόθεσης και την υποβάθμιση του μητροπολιτικού ρόλου του ΟΡΘΕ, η διαχείριση της υπόθεσης του στρατοπέδου Παύλου Μελά χαρακτηρίστηκε από μια κατάσταση αδιαφανούς και ακραίου ανταγωνισμού για  την εξασφάλιση των συμφερόντων της κάθε πλευράς. Οι μόνες πλευρές για τις οποίες τα συμφέροντα αυτά εκφράζονται με έναν συστηματικό διαχρονικά τρόπο είναι η εκκλησία και ο στρατός.

Εικόνα 5: Αντιπολιτευτικά φυλλάδια σχετικά με την παραχώρηση του στρατοπέδου Παύλου Μελά

Ωστόσο, με την πάροδο των ετών και δια μέσου της αυξανόμενης περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, το αίτημα για την παραχώρηση των στρατοπέδων άρχισε να αποκτά σημαντικές διαστάσεις στην κοινωνική βάση, όπως θα δούμε αναλυτικότερα και στο παράδειγμα της περίπτωσης Καρατάσιου. Οι «από τα κάτω» αντιδράσεις επί των όρων της συμφωνίας παραχώρησης εντατικοποιήθηκαν μέσα και στο ευρύτερο κλίμα συγκρουσιακής πολιτικής που επικράτησε στα χρόνια της κρίσης. Οι αντιδράσεις αυτές κορυφώθηκαν όταν η δημοτική διοίκηση που αναδείχθηκε στις εκλογές του 2014 εσηγήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο την έγκριση της σύμβασης (με τους όρους όπως αποτυπώνονται στο υπ.αριθμ.6/20-8-2014 πρακτικό της ΔΕ του ΤΕΘΑ) και αφού εξάντλησε ένα νέο κύκλο επαφών με την κεντρική διοίκηση και το ΤΕΘΑ για τη βελτίωση των όρων της. Η συνθήκη αυτή φαίνεται να οδήγησε σε ένα νέο κύκλο πρωτοβουλιών για βελτίωση των όρων παραχώρησης οπότε και μια νέα συμφωνία ανακοινώθηκε από τον ίδιο των Πρωθυπουργό επί τόπου στο στρατόπεδο τον Μάρτιο του 2017. Στη νέα αυτή συμφωνία αυξάνονταν τόσο το παραχωρούμενο εμβαδόν όσο και η διάρκεια της κατά χρήση παραχώρησης, ενώ ως αντάλλαγμα παραχωρούνται κατά κυριότητα στο ΤΕΘΑ 83 διαμερίσματα ιδιοκτησίας του δήμου. Η σύμβαση περιελάμβανε επίσης δύο καινοφανείς για την εξέλιξη της υπόθεσης  όρους: τον αποκλεισμό της δυνατότητας νέας δόμησης εντός του στρατοπέδου και την υπαγόρευση για ίδρυση και λειτουργία δύο μουσείων – του μουσείου Εθνικής Αντίστασης και του μουσείου Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού – σε υφιστάμενα κτήρια του χώρου. Για την ολοκλήρωση αυτής της συμφωνίας παραχώρησης απαιτήθηκε η έκδοση δύο ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων (άρθρο 51 του ν 4465/2017 και άρθρο 118 του ν 4488/2017) προκειμένου να καμφθούν τα ιδιοκτησιακά προβλήματα και τα προβλήματα νομιμότητας λήψης των σχετικών δημοτικών αποφάσεων για την παραχώρηση του ανταλλάγματος στο ΤΕΘΑ.

Η διεκδίκηση του στρατοπέδου Καρατάσιου

Η περιφερειακή θέση στον πολεοδομικό ιστό, η πολύ μεγάλη έκταση αλλά και το πλούσιο φυσικό τοπίο του στρατοπέδου Καρατάσιου αποτελούν ιδιαιτερότητες που διαμορφώνουν συνθήκες «αμηχανίας» στην διαχείριση του. Το σύνολο της υφιστάμενης σημερινής έκτασης του στρατοπέδου περιλαμβάνεται στη γεωργική διανομή του αγροκτήματος Πολίχνης, φέρει τον χαρακτηρισμό «στρατόπεδο» και καταλογογραφείται στον πίνακα διανομής ως «δημόσιον». Μετά το 1933 και σε διάφορες χρονικές φάσεις, άλλες εκτάσεις προσκυρώθηκαν και άλλες αποσπάστηκαν από την αρχική έκταση του στρατοπέδου. Μετά από τις παραπάνω προσκηρώσεις – αποσπάσεις το εναπομείναν τμήμα του – που ταυτίζεται περίπου ως θέση και έκταση με το τμήμα που σημειώνεται στην αγροτική διανομή του 1933 – φτάνει τα 639 στρέμματα. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χώρου αποτελεί ένα πολύ σημαντικό και χρόνιο πρόβλημα εφόσον την ιδιοκτησία του χώρου διεκδικούν – από την δεκαετία του ’50 και μέσα από συνεχείς διαμάχες – το ΤΕΘΑ και το Υπουργείο Οικονομικών.

Εικόνα 6: Αεροφωτογραφία του στρατοπέδου Καρατάσιου

Τον Οκτώβριο του 2005 μετά από σχετικά αιτήματα, η Διεύθυνση Υποδομών του ΓΕΣ αποφάσισε την κατά χρήση παραχώρηση τμήματος 120 στρεμμάτων εκ του στρατοπέδου Καρατάσιου στον δήμο Πολίχνης. Οι διεκδικήσεις του δήμου αναφέρονταν στην ανάγκη υλοποίησης ενός εκτεταμένου προγράμματος στέγασης κοινωφελών αναγκών στα υφιστάμενα κτήρια και στον υπαίθριο χώρο του στρατοπέδου. Η παραχώρηση του τμήματος αυτού ήταν εφικτή μόνο κατόπιν αντίστοιχης απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής του ΤΕΘΑ και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ λόγω των διαφορών επί του ιδιοκτησιακού. Ωστόσο, ο Δήμος Πολίχνης υλοποίησε έργα διαμορφώνοντας παιδική χαρά και αθλητικά γήπεδα, ανακαινίζοντας και εξοπλίζοντας υφιστάμενο κτήριο που προοριζόταν για κυλικείο και κατασκευάζοντας δημοτικό φωτισμό σε όλη την παραχωρούμενη έκταση. Είναι αυτονόητο ότι καθώς δεν είχε επιλυθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς, οι εργασίες αυτές γίνονταν χωρίς τις απαραίτητες οικοδομικές άδειες και άλλες αναγκαίες αδειοδοτήσεις.

Οι διεκδικήσεις για την απόδοση του στρατοπέδου δεν σταμάτησαν βέβαια εδώ. Αντίθετα, είναι η μόνη περίπτωση από αυτές που εξετάζουμε κατά την εξέλιξη της οποίας αναδύθηκε «από τα κάτω», δηλαδή μέσα από κίνημα των ίδιων των πολιτών, αίτημα για την απόδοση του χώρου ως κοινόχρηστου χώρου πρασίνου. Η ανάδυση του κινήματος αυτού τροφοδοτήθηκε, στην αφετηρία του τουλάχιστον, και από τις κινητοποιήσεις του ίδιου του δήμου Πολίχνης. Αυτονομήθηκε, όμως, σύντομα και μετά τη γενικότερη ενεργοποίηση ομάδων και συλλόγων που εκδηλώθηκε συστηματικά την τελευταία δεκαετία στα αστικά περιβάλλοντα με περιβαλλοντικούς κυρίως σκοπούς.

Θα μπορούσαμε συμβατικά να θεωρήσουμε αφετηριακή περίοδο ενεργοποίησης των αστικών κοινωνικών κινημάτων της Θεσσαλονίκης τις χρονιές 2006 – 2007. Την εποχή, δηλαδή, που μια σειρά από ομάδες πολιτών συστάθηκαν με αφορμή την εναντίωση στο έργο της υποθαλάσσιας αρτηρίας («πολίτες κατά της υποθαλάσσιας», «πειρατές της παραλιακής», «πρωτοβουλία ενάντια στην υποθαλάσσια αρτηρία»). Μέσα στο έντονο κλίμα των δημόσιων συζητήσεων που πυροδοτούσε ένα ανεπιθύμητο έργο, αναδείχθηκαν και άλλες ομάδες («πρωτοβουλία πολιτών για την προστασία της παραλιακής ζώνης στο Καραμπουρνάκι», «επιτροπή κατοίκων Καλαμαριάς για τον δημόσιο και κοινόχρηστο χαρακτήρα της πλαζ Αρετσούς», «street panthers», «ένωση για τα δικαιώματα των πεζών») που πολύ σύντομα οργάνωσαν και δευτεροβάθμια δίκτυα όπως το «δίκτυο κινήσεων πολιτών και οργανώσεων». Μέσα σε αυτό το κλίμα οργανώθηκε και η Κίνηση Πολιτών για το στρατόπεδο Καρατάσιου» που το 2008 ανέλαβε μια σειρά ενεργειών για τη διεκδίκηση του χώρου. Οι δράσεις της Κίνησης αφορούσαν αρχικά την προσπάθεια κινητοποίησης του Δημοτικού Συμβουλίου του δήμου Πολίχνης για την ανάληψη δράσης, όπως σύσταση διαπαραταξιακής επιτροπής, συλλογή υπογραφών, αποστολή επιστολών κ.λπ. Η Κίνηση, συχνά με τη συνδρομή συλλόγων και σχολείων της περιοχής, συνδιοργάνωσε με τον δήμο παρουσιάσεις, ημερίδες, δενδροφυτεύσεις, πεζοπορίες, και άλλες πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες εντός του στρατοπέδου για την ευαισθητοποίηση των κατοίκων. Αυτή η άτυπη αρχικά κίνηση πολιτών μετά από τη συνένωσή της με μια παράλληλη πρωτοβουλία, την «Εθελοντική ομάδα Καρατάσιου», εξελίχθηκε το 2009 στον – με θεσμική πια μορφή – «Πολιτιστικό Σύλλογο Καρατάσιου» που αριθμεί 200 περίπου μέλη κυρίως κάτοικους της περιοχής της Πολίχνης και της Ευκαρπίας. Σκοπός του συλλόγου είναι η διεκδίκηση του χώρου του στρατοπέδου ως χώρου πρασίνου, αναψυχής και πολιτισμού μέσα από ενέργειες περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, εκπαιδευτικές, ενημερωτικές και ψυχαγωγικές.

Μέσα από την δράση του πολιτιστικού συλλόγου ξεπήδησε στις αρχές του 2011 και η δεύτερη ομάδα που δραστηριοποιείται στον χώρο του στρατοπέδου, αυτή των «Περιαστικών Καλλιεργητών» με διακριτικό «Πε.Ρκα». Η ομάδα – αρκετά μέλη της οποίας συμμετέχουν και στον πολιτιστικό σύλλογο – κατέλαβε και άρχισε να καλλιεργεί ένα τμήμα 2 περίπου στρεμμάτων στη δυτική πλευρά του στρατοπέδου. Οι καλλιέργειες δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα και σκοπεύουν στην εξυπηρέτηση των αναγκών της ομάδας. Κατά τη διάρκεια του χρόνου αυξήθηκαν τα μέλη και οι χώροι προς καλλιέργεια ολοκληρώνοντας συνολικά πέντε υποομάδες καλλιεργητών σε περίπου 15 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Η ιδεολογική βάση συγκρότησης της ομάδας Περ.Κα στηρίζεται αφενός στα περιβαλλοντικά ζητήματα και την ευαισθητοποίηση για την οικολογία και αφετέρου στην αυτοδιαχείριση, και στην αξία χρήσης των αγαθών έναντι της αξίας ανταλλαγής. Ενδεικτικά, στη διακήρυξη του συλλόγου και σε σχέση με την κατάληψη των τμημάτων γης στο στρατόπεδο σημειώνεται ότι «Όχι μόνο δεν επιδιώκουμε την κατοχή του χώρου, αλλά, με την φροντίδα των ελεύθερων και δομημένων περιοχών του, λειτουργούμε ως προσωρινή γέφυρα μεταξύ της τωρινής επίσημης εγκατάλειψης μέχρι την εκπόνηση-υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την ανάδειξη της περιοχής σε ελεύθερο χώρο πρασίνου για τους πολίτες του Δήμου Παύλου Μελά αλλά και ολόκληρης της Θεσσαλονίκης, τους οποίους και καλούμε να δημιουργήσουν εδώ την επόμενη ομάδα καλλιέργειας ή άλλης δράσης για την στήριξη του κοινού μας στόχου» 25. Στο πλαίσιο εντατικοποίησης της εδαφικής κατάληψης του χώρου ο πολιτιστικός σύλλογος εκτέλεσε εργασίες με την εθελοντική συμμετοχή των μελών (καθαρισμός, πρόχειρα κουφώματα, τοποθέτηση πρόχειρου εξοπλισμού κουζίνας και καθιστικού) σε κτήριο της δυτικής πλευράς που χρησιμοποιούνταν ως κυλικείο του στρατού και προκειμένου αυτό να αποτελέσει τον κοινωνικό πυρήνα του συλλόγου για τις συνελεύσεις και τα εκπαιδευτικά εργαστήρια. Επιπλέον, οργανώθηκε σε εθελοντική βάση ομάδα φύλαξης του στρατοπέδου. Το καλοκαίρι του 2013 και με πρωτοβουλία του συλλόγου προκλήθηκαν επερωτήσεις στη βουλή για το μέλλον των στρατοπέδων, ενώ στις αρχές του 2014  δημιουργήθηκε η «Πρωτοβουλία συλλόγων και φορέων για τα πρώην στρατόπεδα» η οποία και κατέθεσε ένα ψήφισμα θέσεων σε όλα τα δημοτικά συμβούλια των δήμων της πόλης προκειμένου αυτό το κείμενο να υπερψηφιστεί και να αποσταλεί στον Πρωθυπουργό και τα αρμόδια υπουργεία. Το ψήφισμα περιελάμβανε αιτήματα όπως  την κατάργηση του νομοθετικού πλαισίου που προωθεί την πολεοδόμηση των στρατοπέδων (δηλαδή του ν 2745/1999), τον πολεοδομικό  χαρακτηρισμό των πρώην στρατοπέδων και της ΔΕΘ ως κοινόχρηστους χώρους πρασίνου και την απόδοση της ιδιοκτησίας των πρώην στρατοπέδων στους διοικητικά αρμόδιους δήμους.

Τα τελευταία χρόνια και σε διοικητικό επίπεδο δεν υφίσταται καμία ουσιαστική εξέλιξη που να αφορά την παραχώρηση του στρατοπέδου Καρατάσιου επιβεβαιώνοντας τη σχετική «αμηχανία» που περιγράφηκε στην αρχή της ενότητας.

Συμπεράσματα

Στη μελέτη αυτή επιχειρήθηκε η σχηματοποίηση της πορείας της δημόσιας πολιτικής που αφορά τη διαχείριση των διαθέσιμων εκτάσεων των πρώην στρατοπέδων και με κύρια δυσκολία τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις συνοχής που χαρακτηρίζουν την ίδια την πραγματικότητα της δημόσιας δράσης.  Πρόκειται για μια περίπτωση πολιτικής ιδιαίτερα σημαντική καθώς σχετίζεται με το πιο σημαντικό ζήτημα του δημόσιου χώρου, δηλαδή την έλλειψη δημόσιας ή δημοτικής γης και εφόσον οι πρώην στρατοπεδικές εκτάσεις θα μπορούσαν να συνδράμουν στην αναδιάταξη του τοπίου της ελληνικής πόλης και στην ποιοτική βελτίωση των πολεοδομικών και αστικών της χαρακτηριστικών. Στο διάγραμμα που ακολουθεί δοκιμάζεται η σχηματική απεικόνιση των βασικών μας συμπερασμάτων επί του θέματος και όπως αυτά αναλύονται παρακάτω.

Διάγραμμα 1 – Διαγραμματική απεικόνιση της εξέλιξης της δημόσιας πολιτικής για τα αστικά κενά των στρατοπέδων

Η δημόσια δράση που αφορά στην παραχώρηση των εκτάσεων των πρώην στρατοπέδων ξεκινά από την τοπική αυτοδιοίκηση. Βασικός λόγος γι αυτή την κινητοποίηση είναι οι πιεστικές ανάγκες ελλείψεων σε δημοτική γη που αντιμετώπιζε η αυτοδιοίκηση προκειμένου να αναπτύξει κοινωφελείς δραστηριότητες. Μετασχηματίζεται, όμως, σταδιακά και στη διάρκεια των ετών μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο αιτιότητας που σχηματίζουν η μεταπολίτευση και το τέλος της ψυχροπολεμικής περιόδου και οι σποραδικές περιπτώσεις παραχώρησης τμημάτων γης που διαμορφώνονται στη δημόσια σφαίρα ως «παραδειγματικά» μοντέλα πολιτικής (όπως η περίπτωση Στρεμπενιώτη). Σημαντικό ρόλο σε αυτόν τον μετασχηματισμό έχουν και οι αλλαγές στην αντίληψη των προβλημάτων των πόλεων που αποκτούν τον χαρακτήρα σταδιακής ενίσχυσης της περιβαλλοντικής διάστασης έναντι της διάστασης των υποδομών και τέλος η αύξηση της δραστηριότητας της κοινωνίας των πολιτών μέσα από τις πρωτοβουλίες και τις δραστηριότητες των εναλλακτικών χώρων.

Η εγγραφή στη θεματική ατζέντα και το άνοιγμα ενός «πολιτικού παραθύρου» για συνολική επίλυση του ζητήματος γίνεται κεντρικά το 1999 με τη θεσμοθέτηση ειδικού νόμου.
Συμπορεύεται, όμως, και από άλλες παράλληλες ενέργειες που προηγούνται και έπονται της συγκεκριμένης ρύθμισης μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα επιρροών και πιέσεων για αλλαγή που σχηματίζουν τόσο οι ενδογενείς τάσεις εκσυγχρονισμού όσο και οι επαφές με το υπερεθνικό περιβάλλον ιδεών και πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά τη θεσμική επίλυση που προτείνεται την περίοδο αυτή, η δράση συνεχίζει να έχει έντονο πολιτικό χαρακτήρα και περιορίζεται μεταξύ θεσμικών ομάδων συμφερόντων, του στρατού και της εκκλησίας και των μερών του κράτους (τοπικού και κεντρικού). Οι ομάδες αυτές προβάλουν δομημένα, «κορπορατιστικού» τύπου, συμφέροντα, τα οποία μέσω ενός αδιαφανούς και ακραίου ανταγωνισμού αντιστρατεύονται μια οριστική λύση ακόμη και στη βάση του αμοιβαίου οφέλους. Αυτός είναι και ο λόγος που τόσο η υπόθεση του πιο πολύ-διεκδικημένου στρατοπέδου της πόλης, του στρατοπέδου Παύλου Μελά, όσο και η πλειοψηφία των υποθέσεων των διαθέσιμων στρατοπέδων ανά την επικράτεια έμεναν ανεπίλυτες για πολλά χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου.

Η έντονη δράση όλων των εμπλεκόμενων μερών στις περιπτώσεις που εξετάζουμε αναδεικνύει επίσης τη σημαντική συμβολική διάσταση που έχει η κατοχή ή η διεκδίκηση τμημάτων γης στον χώρο της πόλης και συνεπώς η υλική αναπαράσταση ή η αναπαράσταση εικόνων και αφηγήσεων σε αναλογία με την ισχύ που διεκδικείται στη δημόσια σφαίρα. Μέσω της έκβασης των υποθέσεων διαπιστώνουμε μια σχετική ανακατάταξη του συστήματος δημόσιας ισχύος ανάμεσα στις θεσμικές ομάδες συμφερόντων και τις κινηματικές – διεκδικητικές ομάδες συμφερόντων της κοινωνικής βάσης με φανερή την ενδυνάμωση των δεύτερων. Ωστόσο, η αποσπασματική και κατά περίπτωση διαχείριση των υποθέσεων των στρατοπέδων και η μη υιοθέτηση ενός ενιαίου προγραμματικού – στρατηγικού πλαισίου για τη σταδιακή επίλυση του σημαντικού αυτού δημόσιου προβλήματος των πόλεων επιτρέπει σημαντικές αμφιβολίες για την ουσιαστική εμπέδωση των αλλαγών.

Περίληψη

Το άρθρο αποτελεί μια περιγραφική – αναλυτική προσέγγιση που επιχειρεί να συμβάλει στον ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με τις αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια στις πολιτικές που υιοθετούνται για τον δημόσιο χώρο στην ελληνική πόλη.
Ειδικότερα, παρουσιάζονται εμπειρικά στοιχεία που αφορούν τη διαχείριση των αστικών κενών τριών πρώην στρατοπέδων της δυτικής Θεσσαλονίκης από το τέλος της δεκαετίας του ’80 έως σήμερα. Τα στοιχεία αυτά στηρίζουν τα συμπεράσματα της έρευνας για μετασχηματισμό τόσο του τρόπου εμπέδωσης και αναπαράστασης των προβλημάτων του αστικού χώρου στη δημόσια σφαίρα όσο και των δύστοκων και αμφίθυμων αλλαγών στις πολιτικές που εφαρμόζονται ως ανταπόκριση στα προβλήματα αυτά. Για τη μεθόδευση των συμπερασμάτων χρησιμοποιείται η μεθοδολογία της ανάλυσης δημόσιων πολιτικών, μια ερευνητική οπτική που εξετάζει τον ρόλο των εμπλεκόμενων ομάδων συμφερόντων, τους συνασπισμούς ή τους ανταγωνισμούς που χαρακτηρίζουν τη δράση τους καθώς και τις ευκαιρίες και τις πιέσεις που εμφανίζονται συγκυριακά, ως συνειδητές αποφάσεις ή ως απόρροια του ηγεμονικού πολιτικού – πολιτιστικού πεδίου προκειμένου να σχηματιστούν οι πολιτικές που τελικά υιοθετούνται.

Λέξεις κλειδιά:
πολιτικές δημόσιου χώρου, δυτική Θεσσαλονίκη, πρώην στρατόπεδα, δημόσια δράση

Summary

The following article is a descriptive – analytical approach attempting to contribute to the general discussion of public space
policies transformation in the recent years in Greece. It presents empirical evidence related to the politics and management of the urban voids of three former military camps in Western Thessaloniki from the late 1980s to the present. The presented data support the article’s conclusions about a mutual transformation concerning the way in which the urban problems are consolidated and represented in the public sphere as well as the ineffective and ambiguous changes in the policies implemented as a response to these problems. The research perspective incorporates the methodology of public policy analysis that examines the role of various interest groups and the coalitions or antagonisms that characterize their actions as well as the opportunities and pressures for change that come up as conscious decisions or as a result of the hegemonic political-cultural apparatus in order to form the policies that are finally adopted.

Key words: public space policies, western Thessaloniki, ex-military camps, public action

Βιβλιογραφία

Busquets, J. (2005) Barcelona: The Urban Evolution of a Compact City, Rovereto: Nicoldi.

IABG – BICC (1997) Study on the Re-use of Former Military Lands, Bonn: Federal Ministry for the Environment, Nature Conservation and Nuclear Energy, διαθέσιμο στον ιστότοπο www.bicc.de/uploads/tx_bicctools/bmu_en.pdf, τελευταία πρόσβαση στις 04/04/2016.

Economou, D., Petrakos, G., Psycharis, Y. (2007) National Urban Policy in Greece, in: Berg Lvd, Braun, E., Meer, J. van der. (eds) National Policy Responses to Urban Challenges in Europe, New York: Routledge.

Kingdon, J. (1995 (1984)) Agendas, Alternatives and Public Policies, (2nd ed.), New York: Longman.

Αδαμογιάννης, Ε., Kαντιδάκης, Ε., Παπαιωάννου, Μ., Καρατόσος, Χ., Σεφερλή, Λ. (1996) Οργάνωση χώρου στρατοπέδου Π.Μελά Δήμου Σταυρουπόλεως, Θεσσαλονίκη: ΟΡΘΕ.

Αίσωπος, Γ. (2003) «Ο ελληνικός δημόσιος χώρος», στο: ΥΠΕΧΩΔΕ – ΕΑΧΧΑ ΑΕ (επιμ.) Η αισθητική των πόλεων & η πολιτική των παρεμβάσεων, Συμβολή στην αναγέννηση του αστικού χώρου, Επιστημονικό Συνέδριο ΥΠΕΧΩΔΕ – ΕΑΧΧΑ ΑΕ, Αθήνα, 13-14 Οκτωβρίου 2003, 135-138.

Γιαννακούρου, Τ., Οικονόμου, Δ. (1993) «Η Οικιστική Πολιτική μετά τους Νόμους 2145/1993, 2052/1992 και 1947/1991», Τόπος, 6: 173-190.

Δήμος Σταυρούπολης (2005) Σχέδιο αξιοποίησης του στρατοπέδου Παύλου Μελά, Θεσσαλονίκη, υπεύθυνος ομάδας έργου: Ν. Σουλάκης.

Δοξιάδης, Γ. (2002) Τεχνο-οικονομική μελέτη αξιοποίησης στρατοπέδων του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, Φάση Δ – Τελική Έκθεση, Θεσσαλονίκη: ΟΡΘΕ.

Δραγώνας, Π. (2011) «Από τη φαντασίωση στη διεκδίκηση. Στοιχεία ταυτότητας του αθηναϊκού δημόσιου χώρου, 2004 – 2011», στο: Γ. Αδηνελίδου, Α. Γουδίνη, Π. Κούρτη, Β. Μπεκιαρίδης, Π. Ταράνη, (επιμ.) Public Space, Επιστημονικό συνέδριο ΤΕΕ/ΚΜ με τίτλο «Δημόσιος Χώρος…Αναζητείται», Θεσσαλονίκη 20 – 22 Οκτωμβρίου 2011, 480-484.

Καβουλάκος, Κ. – Ι. (2015) «Κοινωνικά κινήματα, κράτος και εναλλακτικοί χώροι», στο Κ. – Ι. Καβουλάκος, & Γ. Γριτζάς, (επιμ.) Εναλλακτικοί οικονομικοί και πολιτικοί χώροι. Κοινωνικά κινήματα και χωρική ανάπτυξη, Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, διαθέσιμο στο www.kallipos.gr, σελ.106-132, τελευταία πρόσβαση στις 05/06/2016.

Κονταράτος, Σ. (2003) «Η τέχνη στο δημόσιο χώρο της σύγχρονης πόλης: προβλήματα και προοπτικές», στο: ΥΠΕΧΩΔΕ – ΕΑΧΧΑ ΑΕ (επιμ.) Η αισθητική των πόλεων & η πολιτική των παρεμβάσεων, Συμβολή στην αναγέννηση του αστικού χώρου, Επιστημονικό Συνέδριο ΥΠΕΧΩΔΕ – ΕΑΧΧΑ ΑΕ, Αθήνα, 13-14 Οκτωβρίου 2003, 55-62.

Κούρτη, Π. (2017) Αστικές Πολιτικές και Δημόσιος Χώρος. Συνέχεια και Αλλαγή στη Διαχείριση του Δημόσιου Χώρου στη Δυτική Θεσσαλονίκη, 1980 – 2010, Α.Π.Θ., Διδακτορική Διατριβή.

Μαΐστρος, Π. (2009) Τα τρία κύματα μεταρρυθμίσεων της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα (1975-2015+), Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Μπελαβίλας, Ν., Βαταβάλη, Φ. (2009) Πράσινοι και ελεύθεροι χώροι στην πόλη, Αθήνα: WWF Ελλάς.

ΟΡΘΕ (1995) Κοινοτική Πρωτοβουλία Urban Ελλάς 1994-99. Επιχειρησαικό υποπρόγραμμα : δυτική Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη.

Πανέτσος, Γ. (2003) ‘Η ανάγκη της θεωρητικής επεξεργασίας. ζητήματα στρατηγικης και ποιότητας σχεδιασμού του αστικού χώρου στην Ελλάδα», στο: ΥΠΕΧΩΔΕ – ΕΑΧΧΑ ΑΕ (επιμ.) Η αισθητική των πόλεων & η πολιτική των παρεμβάσεων. Συμβολή στην αναγέννηση του αστικού χώρου, Αθήνα, 13-14 Οκτωβρίου 2003: Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας Α.Ε., 63-66.

Περ.Κα., «Τι είναι η ομάδα Περ.Κα», διαθέσιμο στον ιστότοπο http://perka.org/content/perka, τελευταία πρόσβαση στις 12/03/2016.

Πρακτικά Βουλής, Θ’ περίοδος (προεδρευομένης δημοκρατίας), σύνοδος Γ’, τμήμα διακοπής εργασιών βουλής θέρους 1999, συνεδρίαση ΛΓ’, Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 1999.

Στεφάνου, Ι. (1999) Περιγραφή της Εικόνας της Πόλης, Αθήνα: Εκδόσεις Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Τριανταφυλλοπούλου, Α. (2004) Οι επιχειρήσεις των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Νομικό πλαίσιο, οργάνωση, λειτουργία, εμπειρικά στοιχεία, Αθήνα: ΕΕΤΑΑ.

ΥΕΑ-ΥΠΕΧΩΔΕ. (1998) Εθνικό Πρόγραμμα Στρατηγικής Αναδιάταξης Στρατοπέδων. Αναδιάταξη-Αξιοποίηση-Ανάπλαση των εκτάσεων των στρατοπέδων, Αθήνα.

Νομοθετικά Κείμενα

Ν. 719/1977 (ΦΕΚ 301/Α/10-10-1977) «Περί Αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεών τινων της περί δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων».

ΒΔ 10-3/ΦΕΚ 73/Δ/1-4-1971 «Περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως των ρυμοτομικών σχεδίων Νεαπόλεως (Θεσσαλονίκης) και Πολίχνης (Θεσσαλονίκης) και καθορισμός των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών (Στρ.Στρεμπενιώτη)».

N. 3852/2010 (ΦΕΚ 87/Α/7-6-2010) «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης





Η συρρίκνωση του δημόσιου χώρου στη σύγχρονη ρευστότητα των διαδικασιών του πολεοδομικού σχεδιασμού και της αστικής ανάπτυξης

Χάρις Χριστοδούλου 26

Περίληψη

Το άρθρο διερευνά τις θεσμικές αλλαγές στην παραγωγή του αστικού χώρου, και ως εκ τούτου του επίσημου πολεοδομικού σχεδιασμού, της αστικής ανάπτυξης και της αστικής διακυβέρνησης, οι οποίες, με ρήξεις παρά σε συνέχεια με τις παρελθούσες πρακτικές, κυοφορούν μετασχηματισμούς στις μεγάλες ελληνικές πόλεις. Οι αλλαγές στους όρους παραγωγής του αστικού χώρου στη χώρα μας γίνονται κατανοητές στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων μεταξύ των αστικών χώρων και των παγκόσμιων διεργασιών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, της απορρύθμισης αλλά και των κοινωνικών αγώνων για το δικαίωμα στην πόλη. Στο άρθρο σημειώνονται οι διατάξεις στο σύστημα του χωρικού σχεδιασμού και της αστικής διακυβέρνησης που αποτελούν το πλαίσιο διακύβευσης του πολεοδομημένου δημόσιου χώρου. Αξιοποιούνται εμπειρικά δεδομένα της μεταλλασσόμενης πράξης του σχεδιασμού στις περιοχές Αττικής και Θεσσαλονίκης. Με βάση τα στοιχεία αυτά υποστηρίζεται ότι εκτός από το ότι οι αλλαγές συγκροτούν τομή στην παράδοση και την κουλτούρα σχεδιασμού της χώρας μας, συρρικνώνουν τον δημόσιο χώρο τόσο με υλικούς όρους, αλλά κυρίως με το ρευστό πλαίσιο καθορισμών του κατά την αναπτυξιακή διαδικασία.

Λέξεις-κλειδιά: πολεοδομημένος δημόσιος χώρος, πολεοδομικός σχεδιασμός, αστική ανάπτυξη, αστική διακυβέρνηση

Public space shrinkage in the current liquidity of processes in urban planning and development in Greece

Charis Christodoulou

Summary

The article discusses institutional changes in the framework of urban space production, thus official urban planning, urban development and urban governance, which in discontinuity with previous practices, will trigger transformations in urban space of major Greek cities. Changes in the conditions of production of urban space in Greece are understood in the wider global context characterized by the renegotiation of the relations between urban spaces and the global processes of capitalist restructuring, deregulation and social struggles for the right in the city. Thus, empirical data out of the evolving planning in Attica and Thessaloniki is reconsidered. The article notes the provisions in the spatial planning and urban governance system that, in addition to being a paradigm shift in the planning tradition and culture of our country, shrinks public space both in physical terms, but mainly in the liquid framework of the development process.

Keywords: planned public space, urban planning, urban
development, urban governance

Εισαγωγή

Η εμβάθυνση στην κατανόηση των εξελίξεων στις διεργασίες αστικής ανάπτυξης στη χώρα μας, έναντι των κυρίαρχων παραστάσεων και θεωριών όπως έχουν διαμορφωθεί με εμπειρικά δεδομένα από άλλους τόπους και συστήματα χωρικού σχεδιασμού, είναι ελάχιστα ανεπτυγμένη. Το άρθρο επιδιώκει να συμβάλει με αναλυτικούς όρους στη συζήτηση για τον πολεοδομικό σχεδιασμό ως δημόσια δραστηριότητα με τον δημόσιο χώρο στο επίκεντρό της. Πρόκειται για ένα διακριτό επίπεδο σχεδιασμού του χώρου, στο οποίο εντοπίζονται αλλαγές στην παρούσα φάση, τόσο στις διαδικασίες όσο και στους ίδιους τους χώρους αναφοράς.
Το άρθρο επιχειρεί να διανύσει το κενό διερεύνησης στην εξελισσόμενη συζήτηση για τον δημόσιο χώρο, η οποία κινείται ανάμεσα στον κυρίαρχο λόγο για τις αναπτυξιακές διαδικασίες στρατηγικών επενδύσεων και στις εναλλακτικές κριτικές προσεγγίσεις των «κοινών» και των διεκδικήσεων «από τα κάτω» στο πλαίσιο της μετα-πολιτικής (post-political) θεώρησης. Εντούτοις, εμβαθύνει στις ιδιαιτερότητες του πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως επιτελούνται και αναδύονται στην πράξη στην Ελλάδα. Θεωρώ αυτό το πλαίσιο προβληματικής για τον πολεοδομημένο δημόσιο χώρο και τον σχεδιασμό για τη σύγχρονη ελληνική πόλη, προϋπόθεση εποικοδομητικής ανταπόκρισης σε ζητήματα που παραμένουν αδιευκρίνιστα κατά την αναγνωρίσιμη πλέον μετάβαση σε ένα καθεστώς ρευστότητας και ασάφειας των αναπτυξιακών διαδικασιών, σε ένα παγκοσμιοποιημένο μοντέλο αστικής ανάπτυξης, όπως τεκμηριώνεται περιπτωσιακά ήδη κατά τη δεκαετία ’90 και εγκαθίσταται με επαναπροσδιοριζόμενους θεσμικούς όρους κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Το άρθρο αξιοποιεί εμπειρικά δεδομένα της μεταλλασσόμενης πράξης του σχεδιασμού στις περιοχές Αττικής και Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία 2010. Στην πρώτη ενότητα περιγράφεται η απροσδιοριστία του δημόσιου χώρου στα πολεοδομικά σχέδια και ο ρόλος της ιδιοκτησίας όπως εντάσσεται στην κουλτούρα σχεδιασμού στη χώρα μας. Στη δεύτερη, σκιαγραφείται η αναγνώριση της σύγχρονης ρευστότητας των αναπτυξιακών διαδικασιών με «μαλακούς χώρους ασαφών ορίων» (Haughton et al 2010) στο μεταπολεμικό μοντέλο πολεοδομικής ανάπτυξης των ελληνικών πόλεων. Στην τρίτη ενότητα προσδιορίζονται τα πλαίσια συρρίκνωσης του δημόσιου χώρου, αφενός με τις διατάξεις για τη «χωροταξική – πολεοδομική μεταρρύθμιση», αφετέρου με τις των νέο-εισαγόμενες διαδικασίες αστικής διακυβέρνησης στο πλαίσιο της αποκέντρωσης της Διοίκησης. Τέλος, επισημαίνεται ότι σημαντικοί στη συγκρότηση του πολεοδομημένου δημόσιου χώρου αναδεικνύονται απόντες και λανθάνοντες ρόλοι από τις αναπτυξιακές διαδικασίες.

1.Η παραγωγή του αστικού χώρου στις ελληνικές πόλεις – παραδοχές για την ιδιοκτησία και την απροσδιοριστία του πολεοδομημένου δημόσιου χώρου

Στις ελληνικές πόλεις, ο δημόσιος χώρος καθορίζεται ως προς τη θέση και τον προορισμό του σε επίσημα πολεοδομικά σχέδια, προγραμματικά ή/και κανονιστικά σε διαφορετικά επίπεδα στο ευρύτερο σύστημα χωρικού σχεδιασμού (Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια – ΓΠΣ /Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης / Τοπικά και Ειδικά Χωρικά Σχέδια, Πολεοδομικές Μελέτες, Ρυμοτομικά). Αποδίδεται σε οριοθετημένη γη εντός του αστικού χώρου ως κοινόχρηστος ή κοινωφελής χώρος. Στα παλιά ρυμοτομικά, διατίθεται μέσα από διαδοχικές μεταθέσεις ορίων και τακτοποιήσεις-αναλογισμούς αποζημίωσης οικοπέδων με το Ν.∆. 17-7-1923), ενώ σε περιοχές των σχεδίων επεκτάσεων του σχεδίου πόλης, μετά τον Ν.1337/83, παράγεται μέσω υποχρεωτικών διαδικασιών ανακατανομής (με εισφορές σε γη και χρήμα) ιδιωτικών ιδιοκτησιών και δημόσιων εκτάσεων, με βάση πολεοδομικά σταθερότυπα, ανάλογα με τις εκτάσεις που ορίζονται προς ανοικοδόμηση και μέσα από αναλυτικούς υπολογισμούς των πράξεων εφαρμογής των σχεδίων.
Ένα κομμάτι γης δημόσιου φορέα, όπως και των ιδιωτών, πολεοδομείται με την προϋπόθεση καθορισμένων όρων δόμησης και χρήσης γης. Αυτές οι θεσμικές πτυχές της ιδιοκτησίας που συνοδεύουν κάθε ιδιοκτησία εντός των σχεδίων πόλεων καθορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξής της. Στο πλαίσιο αυτό, ο πολεοδομημένος δημόσιος χώρος παράγεται μέσα από επίσημες διαδικασίες, οι οποίες διενεργούνται ή ελέγχονται από δημόσιες και τοπικές αρχές (κρατικές, αρμόδιες υπηρεσίες και Ο.Τ.Α.), ακόμη και όταν πρόκειται για ιδιωτική πολεοδόμηση, εδράζονται στις ιδιοκτησιακές ιδιότητες της γης και δεν διαπλέκονται άμεσα με τις μελλοντικές αναπτυξιακές διαδικασίες (χρηματοδότηση, υλοποίηση). Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας πολεοδόμησης μέχρι και την ιδιοκτησιακή εφαρμογή του σχεδίου, κάθε ιδιοκτησία εντός σχεδίου αποκτά συγκεκριμένα αναπτυξιακά δικαιώματα, συνέπεια των πολεοδομικών σχεδίων και των κανονισμών που τα συνοδεύουν. Η εφαρμογή των σχεδίων υλοποιείται σταδιακά σε χρονικά διαστήματα αρκετών ετών.
Πρωταρχική είναι η διάκριση του δημόσιου χώρου από τις ιδιωτικές εκτάσεις, η οποία αποτελεί βασική αρχή σύνταξης των πολεοδομικών σχεδίων και διέπει όλη τη σχετική κωδικοποίηση, νομοθεσία και νομολογία. Κατά την κατάρτιση των σχεδίων, ο δημόσιος χώρος οριοθετείται σε απόλυτη διάκριση από τις ιδιωτικές εκτάσεις, συνήθως διατηρώντας την ακρίβεια εφαρμογής του ως προς τις δεύτερες. Ωστόσο, στην πράξη είναι τυπικό ότι ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου χώρου στις ελληνικές πόλεις έχει παραχθεί ως υπολειμματικός και απροσδιόριστος ως προς τα όρια, τη χρήση, τον ιδιοκτήτη δημόσιο φορέα και τελικά την αρμοδιότητα διαχείρισής του. Επίσης με αφετηρία αυτή την αρχή διάκρισης δημόσιων – ιδιωτικών εκτάσεων, αποτελεί πάγια πρακτική όσοι χώροι δεν είναι ιδιωτικοί να περιέρχονται στο Δημόσιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έχουν αντιμετωπιστεί προσωρινά προβλήματα απροσδιοριστίας στο πραγματικό πεδίο της πολεοδόμησης υπέρ της εξασφάλισης όρων δόμησης σε ιδιωτικές εκτάσεις.
Στο πλαίσιο αυτής της απροσδιοριστίας του πολεοδομημένου δημόσιου χώρου, είναι σημαντικό να διευκρινίσω ότι με τον όρο «ιδιοκτησία» αναφέρομαι στο υλικό «πράγμα», στον απόλυτο τίτλο του και στα πλήρη (εμπράγματα) δικαιώματα, καθώς η έννοια στο ελληνικό πλαίσιο απορρέει από το ρωμαϊκο-γερμανικό αστικό δίκαιο (βλέπε επίσης Van der Walt 2009: 29-39 για τις διαφορετικές παραδόσεις ως προς την ιδιοκτησία και τα σχετικά διαφορετικά δικαιώματα επ’ αυτής σε σύνολα χωρών). Ταυτόχρονα, αναφέρομαι στην έννοια παραγωγής του «αντικειμένου» – «ακινήτου» (Lefebvre 1977: 272, 276), όπως εκτιμάται στην καπιταλιστική κτηματαγορά. Εντούτοις, αν και η προσέγγισή μου στη συζήτηση δεν επικεντρώνεται στις νομικές πτυχές του δημόσιου χώρου, είναι σημαντικό να επιστήσω την προσοχή στο ότι η έννοια της ιδιοκτησίας στο ελληνικό πλαίσιο διακρίνεται από την αντίστοιχη στον αγγλοαμερικανικό κόσμο, όπως συζητιέται εν γένει στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία (Singer 2000, 2006, Blomley 2004). Διέπεται από διαφορετικές καταβολές δικαίου (Van der Walt 2009: ό.π.) και αποκρυσταλλώνεται διαρκώς μέσα από διαφορετικές διαδικασίες εγγραφής της, στο πλαίσιο σχεδιασμού και εφαρμογής του. Στις ελληνικές πόλεις, οι εκτάσεις του Δημοσίου ή δημόσιων φορέων – ακόμη και εντός του αστικού ιστού – δεν είναι πάντα ούτε «χωρικά οριοθετημένες» με ακρίβεια, ούτε «πεπερασμένες» (Blomley 2004: 7), όπως θεωρούνται στο υιοθετούμενο «μοντέλο ιδιοκτησίας» (ό.π.) που διαπερνά τις κατανοήσεις στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία. Επίσης, όχι μόνο δεν έχουν «δευτερεύουσα προτεραιότητα» (ό.π.) στις διαδικασίες κατάρτισης των πολεοδομικών σχεδίων, αλλά επιπλέον στις νέες πολεοδομήσεις τίθενται σε προσδιορισμένο με σταθερότυπα ισοζύγιο. Οποιεσδήποτε διεκδικήσεις ή ενστάσεις στην τακτοποίηση ορίων ιδιοκτησίας στον χώρο οφείλουν να καταλήγουν σε σαφείς οριοθετήσεις εκτάσεων, οι οποίες συνοδεύονται από πλήρη εμπράγματα δικαιώματα, πέρα από τα αναπτυξιακά που αποδίδονται με την πολεοδόμηση. Ωστόσο, είναι τυπικό σχεδόν το φαινόμενο ο δημόσιος χώρος να επιμερίζεται σε πολυάριθμες αρμοδιότητες, συνθήκη ιδιοκτησίας που περιορίζει τη δυνατότητα κεφαλαιοποίησής του ως «δημόσια περιουσία» (Κούρτη 2011: 33). Οι πολεοδομημένοι δημόσιοι χώροι «παραδοσιακά» δεν λογίζονταν αυτοί καθ’ αυτοί ως «ακίνητα», αφού και ως προς το νομικό τους καθεστώς εντάσσονταν στην «εκτός συναλλαγής» δημόσια γη (βλ. αναλυτικά Χατζημιχάλης 2014: 66). Εντούτοις, ο δημόσιος χώρος συχνά παραγνωρίζεται κατά την εφαρμογή των πολεοδομικών σχεδίων και στην τελική διαχείριση από τους αρμόδιους φορείς, οι οποίοι χειρίζονται κατά περίπτωση και συγκυρία την απροσδιοριστία του.
Ο κατά περίπτωση χειρισμός του δημόσιου χώρου από πλευράς Δημοσίου αποτελεί μέρος του «μεταπολεμικού μοντέλου πολεοδομικής ανάπτυξης» (έμμεση χρηματοδότηση παραγωγικών τομέων, ελαχιστοποίηση δημοσιονομικού κόστους των πολεοδομικών μέτρων, κοινωνικός εξοπλισμός και υποδομές σε συνθήκες νοτιο-ευρωπαϊκού τύπου περιορισμένης ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας, κυριαρχία του κυκλώματος παραγωγής αυθαιρέτων, συστηματική υποστήριξη της μικρής έγγειας ιδιοκτησίας) και της «ισχνότητας» του πραγματικού πολεοδομικού σχεδιασμού στην Ελλάδα (Οικονόμου 1993, 2000α: 51, 200β). Υπάρχει πληθωρισμός προβλεπόμενων σχεδίων – πολύ περισσότερων απ’ ότι σε άλλες χώρες, ένα μέρος από τα οποία θεσμοθετούνται, ενώ τελικά από αυτά που θεσμοθετούνται, ένα μέρος μόνο των ρυθμίσεων εφαρμόζονται. Πέρα από τις επίσημες διαδικασίες παραγωγής του αστικού χώρου (βλ. Σιόλας κ.ά. 2015: 68-138), οι πρακτικές παραγωγής των πολεοδομημένων δημόσιων χώρων στις ελληνικές πόλεις πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στα σχέδια αλλά και στην ιδιαίτερη «κουλτούρα» σχεδιασμού (βλ. σχετική επισκόπηση της Α. Τασοπούλου στο Βιτοπούλου κ.ά. 2015: 266-272). Πρόκειται για όλες εκείνες τις συνυφάνσεις και μεταλλαγές του θεσμικού πλαισίου μέσα από εγγραφές επάλληλων πολιτικών αλλά και πολιτικούς αγώνες, επιστημονικές θεωρήσεις και δημόσιες συζητήσεις, αλλά και μεταλλαγές στις πρακτικές του σχεδιασμού και τις διαδικασίες εξέλιξής του, απόδοσης περιεχομένου σε αυτόν αλλά και εφαρμογής του στην πράξη, μέσα στον χρόνο, με πλήθος πρακτικών, ατόμων, φορέων και άλλων δρώντων.
Ιστορικά, τα αποτελέσματα αυτού του συστήματος και της εξελισσόμενης κουλτούρας σχεδιασμού μέχρι την περίοδο της κρίσης χαρακτηρίζονταν από την αποσπασματική ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων, με επίσημες και ανεπίσημες αστικές επεκτάσεις και σημειακές χωροθετήσεις δημόσιων λειτουργιών και υποδομών στον αστικό και περιαστικό χώρο (βλ. Χριστοδούλου 2015: 102-137). Συνοδεύονταν δε από διαδοχικές «υφαρπαγές» της δημόσιας γης σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο (Χατζημιχάλης 2014: 71-89, Α. Βιτοπούλου στο Βιτοπούλου κ.ά. 2015: 223-235). Oι κύριες ανησυχίες οι οποίες αντανακλώνταν στα πολεοδομικά σχέδια ήταν, αφενός η διασύνδεση μεταξύ ιδιωτικών επενδύσεων μικρής κλίμακας και δημόσιου οφέλους σε νέο-πολεοδομούμενες περιοχές, και, αφετέρου, τα αναπτυξιακά δικαιώματα των μικρών κυρίως ιδιοκτητών γης. Η ανάπτυξη μεγάλων ιδιοκτησιών και η διασφάλιση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων διέπονταν από ειδικές νομοθεσίες ανάλογα με τη χρήση (τουριστικές επιχειρήσεις, βιομηχανία, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις κ.λπ.), συνήθως σε εκτός σχεδίου περιοχές, και με μια κατά περίπτωση εξασφάλιση των όρων της χωροθέτησης με παρεκκλίσεις (βλ. εμπορικά κέντρα), μερικές φορές και με απαλλοτριώσεις, ανάλογα με τον βαθμό εμπλοκής του Δημοσίου (βλ. βιομηχανίες – ΔΕΚΟ). Μαζί με αυτές, άτυπες διαδικασίες συχνά λειτουργούσαν ως «κανονιστική δύναμη του πραγματικού» (G. Jellinek στο Γιαννακούρου 1992: 130), δεδομένου του πελατειακού χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικο-διοικητικού συστήματος που αποτελούσε τη σταθερή αναφορά για τη νομιμοποίηση των διαφορετικών φάσεων αυθαίρετης δόμησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, και παρά μια σειρά μέτρων που λήφθηκαν από τη δεκαετία ’80 και έπειτα, για τον «εκσυγχρονισμό» και την απλούστευση των διαδικασιών πολεοδομικού σχεδιασμού, η ιδιοκτησιακή και αναπτυξιακή τακτοποίηση του πολεοδομημένου δημόσιου χώρου παραμένει συχνά χρόνιο δυσεπίλυτο ζήτημα συμβάλλοντας στην απροσδιοριστία του. Με δεδομένο πλέον το πλεόνασμα σε πολεοδομημένο χώρο σε όλη τη χώρα, υπάρχουν περιοχές εντός και γύρω από τις πόλεις, οι οποίες ορίζονται ως δημόσιες, αλλά παραμένουν ευρύτατα θολές στα πολεοδομικά σχέδια, ως προς το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς (χωρίς να έχουν πλήρως τακτοποιηθεί και ως προς τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα), τους όρους δόμησής τους, άρα και τα αναπτυξιακά τους δικαιώματα (τα οποία εξετάζονται κατά περίπτωση από τις αρμόδιες πολεοδομίες λ.χ. για την έκδοση οικοδομικής άδειας σε σχολείο στον προβλεπόμενο από το σχέδιο χώρο), τις ποιότητες διαμόρφωσής τους (λ.χ. ως προς τα περιβαλλοντικά τους χαρακτηριστικά) και βέβαια την αρμοδιότητα διαρκούς διαχείρισής τους (πολυάριθμες δημόσιες αρχές δρουν χωρίς να συντονίζονται από μία μόνο δημόσια οντότητα). Μερικές φορές είναι αδύνατο να εφαρμοστεί η καθορισμένη χρήση επειδή δεν υπάρχουν σαφείς όροι (πολεο)δόμησης ή δεν έχει αποζημιωθεί η ιδιοκτησία από το Δημόσιο ή τους ΟΤΑ, λ.χ. σημειακές χωροθετήσεις δημόσιων χώρων μικρής κλίμακας, αλλά και μεγάλες ιδιοκτησίες που προέκυψαν από χαρακτηρισμούς μεγάλων ιδιοκτησιών (χωρίς σαφές πρόγραμμα λειτουργιών), οι οποίες ενσωματώθηκαν στον οικιστικό ιστό ενώ είχαν αρχικά διακριτή και ασύμβατη χρήση με την κατοικία (αγροκτήματα, βιομηχανικά συγκροτήματα, στρατιωτικές και άλλες ειδικές χρήσεις). Υπάρχει πληθώρα από κοινωφελείς εγκαταστάσεις οι οποίες βρίσκονται σε πολεοδομική εκκρεμότητα (βλ. εκπαιδευτικές και αθλητικές υποδομές που έχουν οικοδομηθεί χωρίς οικοδομικές άδειες σε όλη τη χώρα, μόνο με αδειοδοτήσεις από αντίστοιχες γραμματείες και οργανισμούς των Υπουργείων, αλλά και λειτουργίες που χωροθετήθηκαν υπέρ δημοσίων φορέων οι οποίοι δεν υφίστανται πλέον). Τεχνικές υποδομές (κοινωφελή δίκτυα, δίκτυα μεταφορών, ειδικά τεχνικά έργα), για τις οποίες απαιτούνταν ειδικές μελέτες, χωροθετούνταν συνήθως ενδεικτικά στα πολεοδομικά σχέδια και δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, η δημόσια χρήση χώρων που έχουν διαμορφωθεί για έναν και μόνο σκοπό αποκρύπτει τα όρια ιδιοκτησίας, μην επιτρέποντας τη συνολική διαχείρισή τους (όπως στην περίπτωση του έργου της Νέας Παραλίας στη Θεσσαλονίκη).
Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην υπόσταση του δημόσιου χώρου πέρα από το όριο του σχεδίου πόλης. Σε διαβαθμισμένες συνθήκες πολεοδομικής αβεβαιότητας αλλά σε ένα αστικοποιούμενο τοπίο, το πλαίσιο χωροθέτησης και λειτουργικού καθορισμού της δημόσιας γης εμφανίζει διαφορετικά χαρακτηριστικά απροσδιοριστίας. Η αδυναμία εφαρμογής ενός όποιου ισχυρού αποτελεσματικού ρυθμιστικού πλαισίου παρείχε κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο τις δυνατότητες και την ευχέρεια στην εκάστοτε πολιτική εξουσία, μέσα από κυβερνητικές προθέσεις ή/και επιλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, να διαχειρίζεται τον περιαστικό χώρο με ελαστικούς όρους. Δηλαδή, να επιτρέπει αφενός να ασκούνται με μεγαλύτερη ευελιξία όποιες δημόσια διατυπωμένες ή έμμεσες πολιτικές χωροθετήσεων, αφετέρου στις επιχειρήσεις μεγάλης οικονομικής εμβέλειας να διατηρούν και να επεκτείνουν τις θέσεις τους και στις εταιρίες αστικών ακινήτων να αναπτύσσουν ελεύθερα προγράμματα γης (για την περίπτωση της Θεσσαλονίκης βλ. αναλυτικά στο Χριστοδούλου 2015: 118-123). Σωρεία αποσπασματικών χωροθετήσεων κοινωφελών λειτουργιών με παρακείμενους κοινόχρηστους χώρους, αποτελούσε κανόνα στις περιαστικές περιοχές και τη «ζώνη» των μικρότερων οικισμών (πολεοδόμηση με τοπικά ρυμοτομικά και κατ’ εξαίρεση ρυθμίσεις ως τροπολογίες σε διάφορους αλλότριους προς τον σχεδιασμό νόμους), απουσία οποιουδήποτε συνολικού σχεδιασμού. Εξαιρετικά σπάνια ήταν επίσης η άσκηση του «δικαιώματος προτίμησης του Δημοσίου» (Ν.947/79, αρ.55, Ν.1337/83, αρ.5) σε διαθέσιμες, ελεύθερες από δόμηση εκτάσεις, για τον επιδιωκόμενο προσανατολισμό, την ολοκλήρωση του σχεδιασμού ή τη δημιουργία τράπεζας γης.

2. Η εγγραφή της σύγχρονης ρευστότητας των αναπτυξιακών διαδικασιών στο μεταπολεμικό μοντέλο πολεοδομικής ανάπτυξης των ελληνικών πόλεων

Η πολεοδομική απροσδιοριστία της ανάπτυξης και διαχείρισης των δημόσιων χώρων αποτελεί δομικό ελάττωμα στην παραγωγή του αστικού χώρου, μέρος του πράγματι μνημειώδους «φορμαλισμού» και της «ακαμψίας» που χαρακτηρίζει το ελληνικό κρατικό-διοικητικό σύστημα στην εφαρμογή πολιτικών (Μανιτάκης 2015). Ωστόσο, κατά την περίοδο της κρίσης εντάχθηκε και αυτή, στην κυρίαρχη προβληματική της λεγόμενης αδράνειας αναπτυξιακών διαδικασιών, νοηματοδοτώντας θεσμικές αλλαγές για τη «μεταρρύθμιση» του σχεδιασμού όπως συμφωνήθηκαν με γενικούς και ειδικούς όρους στο πλαίσιο των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) για την Ελλάδα.
Η σημασία της δημόσιας ιδιοκτησίας για την προσέλκυση κεφαλαίων για την ενίσχυση της αστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα αποτέλεσε ένα από τα επίκεντρα της συζήτησης για την αντιμετώπιση της κρίσης του χρέους. Από το 2010, υπάρχει μια επισταμένη προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας και διευκόλυνσης της επιχειρηματικής της ανάπτυξης στο πλαίσιο των ΠΟΠ. Μέσω της νέας νομοθεσίας (Ν.3894/10, Ν.4072/12, Ν.4146/13), έχουν ληφθεί μέτρα για την προσέλκυση «στρατηγικών επενδύσεων» με πλήθος διευκολύνσεων για τους επενδυτές και σε διάκριση από τις συνήθεις διαδικασίες αδειοδοτήσεων και εγκρίσεων. Στο πλαίσιο των δεσμεύσεων στα ΠΟΠ, το κράτος εγκαταλείπει τον αποκλειστικό ρυθμιστικό του ρόλο στον χωρικό σχεδιασμό και βρίσκει πλέον σαφή προσανατολισμό στην κατεύθυνση των συναλλαγών στις αναπτυξιακές διαδικασίες. Σύμφωνα με νομικούς όρους η «συναλλακτική διοίκηση» (Ευστρατίου 2014, Ακριβοπούλου, Ανθόπουλος 2015: 42) είναι αυτή που αποσκοπεί στην παραγωγή κέρδους με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος κατά την οποία τα όργανα της διοίκησης και κατ’ επέκταση οι (κρατικές) διοικητικές υπηρεσίες, δρουν πλέον ως ιδιώτες με τους κανόνες ιδιωτικού δικαίου. Εντούτοις, στο πλαίσιο της εθνικής και τοπικής ανάπτυξης, η δημόσια διοίκηση χειρίζεται τοπικές υποθέσεις, αφενός επιχειρώντας να διαμορφώσει στρατηγικούς στόχους ανάπτυξης και προγράμματα υλοποίησής τους σε περιβάλλον δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, αφετέρου να προσποριστεί κέρδη στο πλαίσιο οικονομικών συναλλαγών. Καίριο ζήτημα παραμένει ο σεβασμός στη «δημοκρατική αρχή» (Ευστρατίου, ό.π.) ως προς τα διακυβεύματα της υιοθετούμενης ανάπτυξης, αφού δεν ακολουθούνται ουσιαστικά ανοιχτές διαδικασίες ενημέρωσης των πολιτών και λήψης αποφάσεων.
Καθοριστικό πεδίο δράσης αναδεικνύεται η δημόσια περιουσία σε γη (εντός και εκτός σχεδίου), η οποία φαίνεται να χάνει τα γνωρίσματά της ως δημόσιο αγαθό και να λαμβάνει χαρακτηριστικά αποκλειστικά ιδιωτικού συμφέροντος, να μετατρέπεται σε έναν μυθικό-φανταστικό ιδιώτη-άτομο, “fictive individual” (Blomley 2004: 7). Με τον Ν.3986/11 το δημόσιο ακίνητο ανάγεται ρητά σε «ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου», όχι επειδή προκύπτει ως τέτοιο κατά συγκυρία, όπως στο παρελθόν, αλλά ως εργαλείο στρατηγικής διαχείρισης ή «αξιοποίησης» της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου (βλ. Βιτοπούλου & Γιαννακού 2015). Ακραία στρατηγική συναλλακτική συνθήκη αποτελεί αυτή της εκποίησής του δημόσιου ακινήτου, μέσω του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), το οποίο καλείται να συναλλαχτεί με ιδιώτες/ επιχειρηματίες/ επενδυτές προκειμένου να το αξιοποιήσει προσκομίζοντας κέρδη υπέρ δημοσίου οφέλους, στην παρούσα χρονική στιγμή με προτεραιότητα τη μείωση του δημόσιου χρέους και την εξασφάλιση θέσεων απασχόλησης σε έναν διαφορετικό απ’ ότι στο παρελθόν κύκλο οικοδομικής δραστηριότητας. Σε ανάλογη κατεύθυνση, δημόσιοι φορείς αποστασιοποιούνται από την ενεργό πράξη σε σχέση με την περιουσία τους με βάση τις τοπικές ανάγκες αλλά και τις συλλογικά φαντασιακές θεωρήσεις των πόλεων από τους ίδιους τους πολίτες. Αντίθετα, η δημόσια περιουσία (κάθε δημόσιου φορέα, οργανισμού ή ΝΠΔΔ, και η εκκλησιαστική) αντιμετωπίζεται απλά – απλοϊκά και αποκλειστικά ως ιδιοκτησία – ακίνητο σε ένα περιουσιολόγιο δημόσιου οργανισμού/φορέα. Έτσι, διαπιστώνεται μια έντονα γενικευμένη τάση των δημόσιων οργανισμών-ιδιοκτητών – συμπεριλαμβανομένων των Δήμων, των πανεπιστημίων, των νοσοκομείων αλλά και Υπουργείων (λ.χ. το υπουργείο Εθνικής Άμυνας για τα εκκενωμένα στρατόπεδα, τα πανεπιστήμια για τις εκτός πανεπιστημιουπόλεων εκτάσεις τους) – να ενεργούν αβασάνιστα, κατά κύριο λόγο ως διαχειριστές ακινήτων, προκειμένου να καλύψουν τις δαπάνες τους άμεσα ή μακροπρόθεσμα, και βέβαια διαπραγματευόμενοι σχέδια ανάπτυξης υπό το πρίσμα περισσότερο της κερδοφόρας συναλλαγής παρά του δημόσιου οφέλους στο πλαίσιο των προτεραιοτήτων του σχεδιασμού και της βιώσιμης ανάπτυξης. Η αρχή της υπεροχής και της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος στην οικιστική ανάπτυξη μεταλλάσσεται στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης και επιδέχεται διαφοροποιημένες ερμηνείες, ακόμη και από το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας (Γώγος 2016).
Ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις νεοφιλελευθεροποίησης της ανάπτυξης, η πολιτική των «δημόσιων ακινήτων» εισάχθηκε στην Ελλάδα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν οι Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) προωθήθηκαν μέσω εθνικής νομοθεσίας (βλ. Α. Βιτοπούλου στο Βιτοπούλου κ.ά. 2015: 193-199). Τότε, ιδιωτικοποιήθηκαν πολυάριθμοι δημόσιοι οργανισμοί, ενώ στην ίδια περίοδο δραστηριοποιήθηκαν με επενδύσεις σε προνομιακά τεχνικά έργα υποδομών (λ.χ. οδικοί άξονες, Μετρό) διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η Παγκόσμια Τράπεζα στη χώρα μας (βλ. Δελαδέτσιμας 2004, Τριανταφυλλόπουλος, Αλεξανδροπούλου 2012, Χατζημιχάλης 2014: 77-83, Α. Βιτοπούλου στο Βιτοπούλου κ.ά. 2015: 233-235). Ωστόσο, άλλοτε η απροσδιοριστία των πολεοδομημένων δημόσιων χώρων και του καθεστώτος σχεδιασμού δημόσιων εκτάσεων, και άλλοτε ο καθορισμός τους μέσα από τα νεότερα πολεοδομικά πρότυπα σε ισχύοντα ΓΠΣ, αναχαίτισαν κατά κάποιον τρόπο τον απρόσκοπτη και άνευ όρων επιχειρηματική αξιοποίησή τους. Επιπλέον, επέτρεψαν την εμφάνιση αντιδράσεων «από τα κάτω» (βλ. αναπτυξιακά σχέδια για την αξιοποίηση του πρώην αεροδρομίου στο Ελληνικό, αντιδράσεις για την απόδοση της έκτασης του πρώην στρατοπέδου Καρατάσιου στη δυτική Θεσσαλονίκη προς πολεοδόμηση). Η προώθηση των ρυθμίσεων για την προετοιμασία και την υλοποίηση των Ολυμπιακών έργων στις αρχές της δεκαετίας 2000, αποτέλεσε άλλη μια εκδοχή εξυπηρέτησης της νεοφιλελευθεροποίησης των διαδικασιών αστικής ανάπτυξης στη χώρα μας, η οποία δικαιολογήθηκε και υιοθετήθηκε ως «κατ’ εξαίρεση» για λόγους «εθνικού συμφέροντος». Μετάλλαξε συγκυριακά το μεταπολεμικό «συμβατικό πρότυπο αστικής ανάπτυξης» (Δελαδέτσιμας 2004, βλ. και Deladetsima 2003, Βαΐου κ.ά. 2004, Σταθάκης, Χατζημιχάλης 2004, , Χατζημιχάλης 2014: 84-85) το οποίο έχει αποτελέσει κύριο μηχανισμό ανταπόκρισης και μεθόδευσης της μεταπολεμικής αστικοποίησης και έχει καθορίσει το μεγαλύτερο μέρος του αστικού και κοινωνικού ιστού των ελληνικών πόλεων. Οι θεσμικές αλλαγές της περιόδου προετοιμασίας των Ολυμπιακών έργων αποτέλεσαν συνέχεια του συμβατικού αυτού προτύπου και τομή του με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο το οποίο υιοθετείται σήμερα σε πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις.
Στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο διακρίνεται μια αλλαγή παραδείγματος ως προς τον τρόπο που ο δημόσιος χώρος σχεδιάζεται ως προς το περιεχόμενο του και τις διαδικασίες που τον καθορίζουν. Νέοι – μη δημόσιοι, δρώντες διεκδικούν κεντρικό ρόλο στην αστική ανάπτυξη (Madanipour et al 2014: 7-8, Haughton et al 2010). Ο αστικός χώρος αποτελεί όλο και περισσότερο πεδίο της ρευστής καπιταλιστικής χωρικότητας (Lefebvre 1977: 276-281), μεταλλάσσοντας διαρκώς τα παγκόσμια πρότυπα επενδύσεων και ανάπτυξης, στα οποία οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυναμικές τους προκαλούνται όλο και περισσότερο από δυναμικές σε υπερκείμενες γεωγραφικές κλίμακες, τα οποία αποκρυσταλλώνονται τοπικά με διαρκείς αναδιαρθρώσεις (Brenner 2000, Moulaert et al (eds) 2003). Χαρακτηριστική είναι η δράση διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και η Παγκόσμια Τράπεζα. Η πολιτική τους για μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς αστικής ανάπτυξης και διακυβέρνησης, όπως προσανατολίζεται στις πόλεις της Μεσογείου, ελάχιστα συνυφαίνεται με τις τοπικές παραδόσεις και τις βιωμένες πραγματικότητες και επιθυμίες των ανθρώπων σε κάθε τόπο, παρά το γεγονός ότι δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο «κοινωνικό κεφάλαιο» ως απαραίτητο στοιχείο υποστήριξης της ανταγωνιστικότητας των επενδύσεων (βλ. Τριανταφυλλόπουλος, Αλεξανδροπούλου 2012, Φουτάκης 2004: 54-57).
Τελευταία, είναι ο δημόσιος χώρος που προωθείται ως συνεκτική έννοια-κλειδί και δέλεαρ-εικόνα, «όραμα» αστικής ανάτασης και ευζωίας, για την υποστήριξη και προώθηση επενδυτικών σχεδίων που παρεισφρέουν και μεταλλάσσουν την τοπική παραγωγή του αστικού χώρου αδιάκριτα των παραδόσεων σχεδιασμού

Εικόνα 1: Ο δημόσιος χώρος στο πρώτο πλάνο προβολής της ανάπτυξης του Ελληνικού
(ίδια επεξεργασία τρισδιάστατης απεικόνισης)

Σύμφωνα με νεότερες προσεγγίσεις, αυτή η τάση συνοδεύεται από μια ενορχηστρωμένη τακτική αναζωογόνησης «μαλακών χώρων» (soft spaces), με εναλλακτικές «ασαφείς οριοθετήσεις» (fuzzy boundaries) (Allmendinger & Haughton 2008, 2009, 2010, Haughton et al 2010) η οποία δεν ανταποκρίνεται σε επίσημα διοικητικά όρια και αρμοδιότητες, ούτε επιχειρεί να τα χειριστεί άμεσα. Πρόκειται για ανάδειξη «νέων υπο-περιοχών με πολυάριθμες χωρικές ενότητες στην ανάπτυξη στρατηγικών και την εφαρμογή πολιτικών, που προκύπτουν σε διάφορες κλίμακες σχεδίων αναζωογόνησης ή χωρικού σχεδιασμού, οι οποίες απαγκιστρώνονται από ακαμψίες που σχετίζονται με τις επίσημες κλίμακες του θεσμοθετημένου σχεδιασμού και από τα δεσμά προϋπαρχόντων προτύπων εργασίας τα οποία θεωρούνται από διάφορες πλευρές, αργά, γραφειοκρατικά και ότι δεν αντανακλούν πραγματικές γεωγραφίες προβλημάτων και ευκαιριών» (Allmendinger & Haughton, 2009: 619).

Οι αλλαγές αυτές τίθενται ad hoc. Aναμοχλεύουν τις τυπικά διαχωρισμένες και αλληλο-εξαρτώμενες κλίμακες του χωρικού σχεδιασμού και είναι καθοριστικό ότι προωθούνται σε ένα υπόβαθρο υποστήριξης της αποκέντρωσης και της αναδιάρθρωσης των περιφερειακών/ τοπικών/ αστικών διοικήσεων (devolution). Η αναμόχλευση των κλιμάκων του χωρικού σχεδιασμού μέσα από επίσημες αλλά και άτυπες διαδικασίες, έρχεται να καλύψει τα προβλήματα αποσπασματικών επενδύσεων της πρώτης φάσης σχεδίων αστικής αναζωογόνησης που δημιουργούσαν «αστικά νησιά» (Moulaert et al (eds) 2003), υπέρ σχεδίων που δείχνουν να υιοθετούν αρχές ολοκληρωμένου (comprehensive) σχεδιασμού όντας όμως αποσπασματικά. Στη διαδικασία αυτή, ο δημόσιος χώρος εμφανίζεται ως πολεοδομική ανταπόδοση δημόσιου οφέλους, καθώς διευκολύνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η στοχοκατευθυνόμενη άρση αντιστάσεων για την προώθηση εντοπισμένων επενδυτικών σχεδίων σε προνομιακά διαμορφωμένες αναπτυξιακές θέσεις.

3. Τα πλαίσια συρρίκνωσης του δημόσιου χώρου

Πώς όμως επιχειρείται να εισαχθεί αυτή η σύγχρονη ρευστότητα των αναπτυξιακών διαδικασιών στο συμβατικό πρότυπο πολεοδομικής ανάπτυξης (ό.π.) κατά την πρόσφατη περίοδο κρίσης στην Ελλάδα; Πώς καθορίζεται ο δημόσιος χώρος στους επιδιωκόμενους αστικούς μετασχηματισμούς οι οποίοι προβάλλονται ως «οράματα»; Με ποια στοιχεία εγγράφεται το παγκοσμιοποιημένο πρότυπο αστικής ανάπτυξης στην παράδοση και κουλτούρα σχεδιασμού καθορίζοντας τον δημόσιο χώρο; Σποραδικές αναδείξεις ζητημάτων γίνονται σε μια πληθώρα παρουσιάσεων (Αδηλενίδου κ.ά. επιμ. 2011) και ψηλαφίσεις ιδιαίτερα κρίσιμων πτυχών (Κλαμπατσέα 2011, Kaika 2012, Χατζημιχάλης 2014: 135-144, Stavridis 2014, Vaiou 2014, Α. Βιτοπούλου στο Βιτοπούλου κ.ά. 2015, Γώγος 2016, Vaiou, Kalantides 2016, Παγώνης 2017, Christodoulou, Lada 2017, Athanassiou 2017), που παραμένουν σε ένα ακαδημαϊκό πλαίσιο και ελάχιστα επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση και την κυρίαρχη ρητορική της ανάπτυξης, και βέβαια δεν συγκροτούν μια εναλλακτική πρόταση που να προάγει τελικά βελτιώσεις στο σύστημα και τις διαδικασίες χωρικού σχεδιασμού, τους σκοπούς και τις ποιότητές του.
Από την πλευρά μου, θεωρώ σημαντικό για τον δημόσιο χώρο και τις ιδιαίτερες συνθήκες αστικότητας στις ελληνικές πόλεις, η συζήτηση να έχει ως αφετηρία και τις ιδιαιτερότητες του σχεδιασμού στη χώρα μας αλλά και ευρύτερα τις μεταλλαγές των συνήθων (ordinary) πόλεων του ευρωπαϊκού νότου (Robinson 2002, 2006, Χριστοδούλου 2015), με συγκεκριμένους όρους, θετικά «επαρχιώτικους» (provincial) και μεταξύ των διαφορετικών ευρύτερων πλαισίων (inter-contextual) (Brenner, Schmid 2015: 163-165). Εντούτοις, χωρίς να έχω πρόθεση να εξαντλήσω τα ζητήματα των πρόσφατων εξελίξεων στο θεσμικό πλαίσιο του χωρικού σχεδιασμού όπως διαμορφώθηκε στη συνθήκη της κρίσης, είναι πρωταρχικό να εξεταστούν τα ζητήματα που αφορούν, τόσο τις δομές σχεδιασμού όσο και τους φορείς σχεδιασμού και τις σχέσεις μεταξύ τους, αφού ο δημόσιος χώρος τελικά παράγεται ως κοινωνικό και υλικό περιβάλλον μέσα από τις διαντιδράσεις θεσμών, δομών, δρώντων και υλικού χώρου στο ευρύτερο κοινωνικο-χωρικό πλαίσιο (Madanipour 1996: 132-136).
Σημαντικές παράμετροι στις υπό εξέλιξη συνθήκες παραγωγής και διακύβευσης του δημόσιου χώρου αποτελούν, αφενός οι κύριες νομοθετικές αλλαγές και η εφαρμογή τους με τις πρώτες κινήσεις ενεργοποίησης των νέων διατάξεων της «χωροταξικής – πολεοδομικής μεταρρύθμισης» (ενότητα 3.1), αφετέρου οι νέες διαδικασίες αστικής διακυβέρνησης στο πλαίσιο της αποκέντρωσης της διοίκησης (devolution) (ενότητα 3.2), οι οποίες συμπλέκονται αφανώς μάλλον, με τις διαδικασίες χωρικού σχεδιασμού στην τοπική κλίμακα των Περιφερειών και των Δήμων.

3.1. Ο δημόσιος χώρος ως διακύβευμα στη «xωροταξική – πολεοδομική μεταρρύθμιση»

Κατά την πρόσφατη περίοδο της κρίσης το σύστημα σχεδιασμού τέθηκε υπό επαναδιαπραγμάτευση προκειμένου να τιθασευτεί στο πλαίσιο της νεοφιλελευθεροποίησης της ανάπτυξης και να διευκολυνθούν χωρικά οι «στρατηγικές επενδύσεις». Η λεγόμενη «πολεοδομική και χωροταξική μεταρρύθμιση» προωθήθηκε με τον Ν.4269/2014, σε μια προσπάθεια να συνυπάρξει η κληρονομιά της συνήθους διαδικασίας χωρικού και πολεοδομικού σχεδιασμού με τη διευκόλυνση των επενδύσεων μεγάλης κλίμακας και της ανάπτυξης ή πώλησης περιουσιακών στοιχείων δημόσιας ιδιοκτησίας. Με τον ίδιο σκοπό είχαν προηγηθεί διατάξεις που επιχειρήθηκαν στα πρώτα χρόνια της κρίσης για fast-track επενδυτικά σχέδια, οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές λόγω της αποσπασματικότητάς τους και ανέδειξαν σειρά δυσκολιών στην εφαρμογή τους στην πράξη. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ανάπτυξης του Ελληνικού η οποία προωθήθηκε ως επένδυση «ναυαρχίδα». Νέο στοιχείο αποτελούν τα Ειδικά Χωρικά Σχέδια (ΕΧΣ), που επινοήθηκαν για να καταστεί δυνατή η επιτάχυνση των διαδικασιών (αστικής) ανάπτυξης παράλληλα με τις μακροπρόθεσμες διαδικασίες της συνήθους αστικής ανάπτυξης μέσω των Τοπικών Χωρικών Σχεδίων (ΤΧΣ), τα οποία διατηρούνται στο θεσμικό πλαίσιο ως εξέλιξη των ΓΠΣ με εφαρμογή σε λιγότερες φάσεις. Η πρώτη νομοθετική διατύπωση της μεταρρύθμισης αναθεωρήθηκε με το Ν.4447/2016, κυρίως ως προς τις διαδικασίες κίνησης της διαδικασίας κατάρτισης των σχεδίων και τις αρμοδιότητες προώθησής τους, χωρίς όμως να μεταβληθεί το περιεχόμενο και ο σκοπός των σχεδίων.
Τα ΕΧΣ, αυτός ο νέος τύπος επίσημων πολεοδομικών σχεδίων που αναπτύσσεται τοπικά, αναφέρονται σε όλους τους τύπους των επινοημένων κατά την κρίση κατ’ εξαίρεση σχεδίων για την εξυπηρέτηση μεγάλων έργων και επενδύσεων (ΕΣΧΑΔΑ, ΕΣΧΑΣΕ), καθώς και στις διάφορες αυτοτελείς χωροθετήσεις, οι οποίες αποτελούσαν πρακτικές τους κράτους με στόχο να τακτοποιήσει κάθε κλίμακας και προέλευσης πιέσεις ανάπτυξης στο χώρο στο παρελθόν (ΠΟΤΑ, ΠΟΑΠΔ, επιχειρηματικά – βιοτεχνικά πάρκα, τοπικά ρυμοτομικά, κ.ά.). Κυρίως, όμως, με τα ΕΧΣ εισάγεται κεντρικά πλέον στο εθνικό σύστημα σχεδιασμού το παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελεύθερο μοντέλο αστικής ανάπτυξης των «μαλακών χώρων με ασαφείς οριοθετήσεις» (Allmendinger & Haughton 2009, Haughton et al 2010), το οποίο τίθεται αδιάκριτα για τις εντός και τις εκτός σχεδίου περιοχές (βλ. για παράδειγμα τα ΕΧΣ που προωθήθηκαν στη Θεσσαλονίκη το 2017-18: για τη ΔΕΘ, το στρατόπεδο Παύλου Μελά και το θαλάσσιο μέτωπο). Τα ΕΧΣ διαφοροποιούνται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, από τα Σχέδια Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης (ΣΟΑΠ) του N. 2742/1999, αφού τοποθετούνται σε παράλληλη ισχύ με τα πολύ ευρύτερα γεωγραφικά και εμπεδωμένα στις διοικητικές πρακτικές Τοπικά Χωρικά Σχέδια, τα παλαιότερα ΓΠΣ της παράδοσης του καθολικού σχεδιασμού στη χώρα μας, και όχι ως αναπόσπαστα εξειδικευμένα τμήματά τους.
Με τα ΕΧΣ γίνεται μια ουσιώδης μετατόπιση του βάρους του σχεδιασμού και του ρόλου του κράτους από τη διασφάλιση του δημοσίου οφέλους με αναλυτικούς όρους σχεδιασμού του χώρου, στη διασφάλιση της «στρατηγικής επένδυσης» προκειμένου να υπάρξει οικονομικό όφελος με συνοπτικές διαδικασίες. Η διευκόλυνση των επενδύσεων με την ιδιαίτερη διαδικασία πολεοδόμησης, εισάγεται ως παράλληλη διαδικασία, σε ρήξη με τις διαδικασίες σχεδιασμού που επιχειρούσαν να διασφαλίσουν νομιμοποίησή του με δημοκρατικούς όρους ενημέρωσης, εκπροσώπησης ή συμμετοχής. Τα ΕΧΣ δεν συνυφαίνονται με ολοκληρωμένους όρους ούτε με τον τόπο ούτε με τις οργανωτικές και θεσμικές δομές που χαρακτηρίζουν την παράδοση και την κουλτούρα σχεδιασμού στη χώρα μας, προκρίνοντας σαφώς ανισότητες μεταξύ των δρώντων στις αναπτυξιακές διαδικασίες, μεταξύ του συνόλου των πολιτών και των ενδεχόμενων επενδυτών. Η προώθηση των σχεδίων προκρίνει το οικονομικό αντάλλαγμα της πολεοδόμησης. Επιπλέον, υπάρχει μια ουσιαστική συρρίκνωση του δημόσιου χώρου με ποιοτικούς και ποσοτικούς όρους. Στην πράξη στις νεο-πολεοδομούμενες περιοχές ο δημόσιος χώρος αποτελεί μετέωρο στοιχείο. Σχεδιάζεται χωρίς θεσμικά δεσμευτικές προδιαγραφές ή πρότυπα. Οι προδιαγραφές των ΕΧΣ αφορούν μόνο στις διαδικασίες εκπόνησης των μελετών. Η υλοποίησή του δημόσιου χώρου δεν διέπεται από σαφείς δεσμεύσεις ως προς τις ποιότητες και την κατανομή του, ούτε ως προς τις στοιχειώδεις για τη δημόσια υπόστασή του (ελεύθερη πρόσβαση και συγκέντρωση των πολιτών, σε σχέση με την κατοικία), ούτε ως προς τα τεχνικά του χαρακτηριστικά (λ.χ. περιβαλλοντικές προδιαγραφές). Εξίσου, χωρίς ποιοτικές προδιαγραφές συγκροτείται και ο δημόσιος χώρος στις περιοχές ιδιωτικής πολεοδόμησης του Ν.4280/2014 στις οποίες ωστόσο επιβάλλεται δέσμευση ως προς το ποσοστό του επί του συνόλου των εκτάσεων (50%) και αποδίδεται στο ελληνικό δημόσιο.
Η επιδιωκόμενη πολεοδομική μεταρρύθμιση προωθείται και με πλήθος σποραδικών στη νομοθεσία ρυθμίσεων που ίσως μόνο οι κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος είναι σε θέση να χαρτογραφήσουν και να κωδικοποιήσουν εκ νέου. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί η ποσοτική συρρίκνωση του δημόσιου χώρου με νέες διατάξεις, ακόμη και στις εντός σχεδίων περιοχές και εκτός του πλαισίου των «στρατηγικών επενδύσεων». Κατέρρευσε ένας απαράβατος όρος που ίσχυε κατά τις τροποποιήσεις ρυμοτομίας. Είναι δυνατή πλέον η τροποποίηση εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ακόμη και με μείωση της συνολικής επιφάνειας κοινοχρήστων χώρων και των κοινωφελών χώρων στον οικισμό. Με τον Ν.4315/2014 (αρ.3), ακόμη και μετά την αναθεώρησή του με το Ν. 4495/2017 για την εφαρμογή του σχεδιασμού (πράξη εφαρμογής, εισφορές κ.λπ.). Η περίοδος της κρίσης συνέπεσε με την παρέλευση του εύλογου χρόνου ολοκλήρωσης πολεοδομικών σκοπών της πρώτης περιόδου θέσπισης των ΓΠΣ (τέλη δεκαετίας ’80 και αρχές ’90). Πολλαπλασιάστηκαν έτσι τα αιτήματα πολιτών για αποχαρακτηρισμούς και άρση απαλλοτρίωσης των εκτάσεών τους οι οποίες προορίζονταν για δημόσιους χώρους σε περιοχές επεκτάσεων του σχεδίου πόλης, είτε αυτοδίκαια είτε με δικαστικές αποφάσεις. Πολλοί από αυτούς τους διεκδικούμενους δημόσιους χώρους επιχειρήθηκε να διασωθούν με την πληρωμή αποζημιώσεων από το Πράσινο Ταμείο στις αρχές της δεκαετίας 2010. Στη νέα κατάσταση η οποία αναδείχθηκε, γενικά η τοπική αυτοδιοίκηση δεν αντιτάχθηκε στην πράξη ούτε βέβαια κινητοποίησε τους πολίτες ώστε να γίνουν κατανοητά τα αποτελέσματα στο άμεσο περιβάλλον τους, με αποτέλεσμα να έχουν απωλεσθεί οριστικά πρώην χαρακτηρισμένοι δημόσιοι χώροι, αναπνοές στον πυκνοδομημένο ιστό των ελληνικών πόλεων. Αυτή η συρρίκνωση είναι αποτέλεσμα καθαρά των τοπικών κοινωνικο-οικονομικών συσχετισμών και πολιτικών εξυπηρετήσεων.

3.2. Ο δημόσιος χώρος ως διακύβευμα στις διαδικασίες αστικής διακυβέρνησης

Στο ρευστό σκηνικό των αναπτυξιακών διαδικασιών στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη, κατ’ εφαρμογή της «μεταρρύθμισης», λείπουν πτυχές και ρόλοι που επηρεάζουν την αστική μεταμόρφωση και την παραγωγή δημόσιου χώρου σε κατευθύνσεις που προάγουν μάλλον τη διευκόλυνση των επενδυτών παρά των στοχευμένων επενδύσεων, και μαζί δημιουργούν ανισότητες και αδικίες ως προς τη συμβολή των ενδιαφερομένων στον χωρικό σχεδιασμό. Η διαδικασία «από την κορυφή προς τα κάτω» καθοδηγείται από δεσπόζουσες σχέσεις εξουσίας που ασκούνται κατά τη διαμόρφωση μοναδικών ευκαιριών ανάπτυξης (προνομιακοί τόποι και προγράμματα οικιστικής ανάπτυξης εκτός συνήθων διαδικασιών). Οποιεσδήποτε θεωρήσεις σχετικά με άλλες πτυχές της διαμόρφωσης του αστικού χώρου, όπως οι κοινωνικοπολιτικές και σχεδιαστικές ποιότητες, η ανθρώπινη συσχέτιση με τον τόπο και το τοπίο, η συμμετοχή των πολιτών, οι χωρικές ποιότητες, καθώς και αυτή καθ’ αυτή η διαχείριση του δημόσιου χώρου, αποφεύγονται στο πλαίσιο πολεοδομικών διαδικασιών οι οποίες παραμένουν αδιευκρίνιστες ως προς τους όρους εξέλιξής τους για τους περισσότερους εμπλεκόμενους αλλά και για τις δημόσιες διασφαλίσεις.
Στη συζήτηση για την αστική ανάπτυξη όπως εξελίσσεται σήμερα, ακούγεται απλοϊκή ή τετριμμένη η αναφορά στα ρυμοτομικά σχέδια και τα όριά τους. Ωστόσο αυτές οι στοιχειώδεις γραμμές που απαρτίζουν ένα σχέδιο πόλης στη χώρα μας έχουν αποτελέσει σταθερές για την εξέλιξη της μορφής και της λειτουργικής οργάνωσης των πόλεων από τον 19ο αιώνα, με οριστικούς όρους εφαρμογής. Λόγω της νομικά κανονιστικής τους υπόστασης αποτελούν ακόμη τα κύρια εργαλεία διευθέτησης των διαφορών μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων χώρων, όσο και φορείς χαρακτηρισμού και δικαιωμάτων ανάπτυξης της γης που ορίζουν. Αναφέρομαι σε αυτά, αφενός επειδή η σύνθεση και εφαρμογή τους απασχολούν στο μέγιστο τον σχεδιασμό ως προς το αποτέλεσμά του στην πράξη (μελετητές, δημόσιες υπηρεσίες, ιδιοκτήτες, επενδυτές, εργολάβοι και υπεργολάβοι, πολίτες), αφετέρου επειδή ιστορικά στη διαδικασία έγκρισης πριν την εφαρμογή τους, η γνωστοποίηση στο κοινό με ανακοίνωση στον τύπο και δημόσια ανάρτησή τους, έχει αποτελέσει τις απαρχές της χωρικής διακυβέρνησης στη χώρας μας με διατάξεις που μόνες ακόμη εφαρμόζονται αυτοτελώς κατά τη δημοσιοποίηση πολεοδομικών σχεδίων, ανεξάρτητα από τα στάδια του σχεδιασμού που έχουν προηγηθεί.
Παρά το γεγονός ότι κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο υπήρξαν αλλαγές στις θεσμικές διαδικασίες προώθησης του σχεδιασμού με διαφορετικούς βαθμούς συμμετοχής των τοπικών φορέων, του άμεσα ενδιαφερόμενου κοινού και των πολιτών, αυτές ποτέ δεν καλλιεργήθηκαν με ιδιαίτερα εργαλεία συμμετοχής σε ευρύτερες και πιθανόν απρόβλεπτες ζυμώσεις προκειμένου να συνεισφέρουν καθοριστικά στα αποτελέσματα του σχεδιασμού. Επίσης, ποτέ δεν τέθηκαν ως υποχρεωτικές πέραν από τις γνωμοδοτήσεις αρμόδιων φορέων σε ιδιαίτερους τομείς που επιβάλλονται από ιδιαίτερη νομοθεσία (αρχαιολογική, δασική, περιβαλλοντικής προστασίας) με βάση άρθρα του Συντάγματος και ευρωπαϊκές οδηγίες. Έτσι, η πρωτοπόρα για τη χώρα μας εισαγωγή των Πολεοδομικών Επιτροπών Γειτονιάς του Ν.1337/83 (αρ.30) στην ‘Επιχείρηση Πολεοδομική Ανασυγκρότηση’ ως θεσμική ανταπόκριση στις ανοιχτές συνελεύσεις γειτονιών (κυρίως σε περιοχές αυτογενών οικισμών/ «αυθαιρέτων»), τα Συμβούλια Ρυθμιστικών Σχεδίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης της δεκαετίας ‘80 με τη συμμετοχή πλειάδας τοπικών φορέων, και οι συμμετοχικές διαδικασίες ως βήμα οριστικοποίησης των προτάσεων των ΓΠΣ του Ν.2508/97 που υιοθετήθηκαν από τους ΟΤΑ ανάλογα με συγκυριακές προθέσεις τους, δεν αποκρυστάλλωσαν μια νέα προσέγγιση στον σχεδιασμό. Δεν εξελίχθηκαν σε μια δυναμική ανοιχτή αλληλεπίδραση με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο πέρα από αφανείς δοσοληψίες που να υπερβαίνει τις στοιχειώδεις διαδικασίες έγκρισης ρυμοτομικών σχεδίων. Ο πρώτος νόμος για τη βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη (Ν. 2508/97, αρ.1), εξελίσσοντας τις διαδικασίες κοινωνικής νομιμοποίησης του σχεδιασμού, ανέφερε την ανάγκη της συμμετοχής και της αποκέντρωσης, με πρωτεύοντα τον ρόλο των ΟΤΑ στην αναπτυξιακή διαδικασία, αλλά και στην προώθηση της ενεργής συμμετοχής των πολιτών. Ωστόσο, εξετάζοντας τις συμμετοχικές διαδικασίες κατά την προώθηση των ΓΠΣ στην πράξη, η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και των διαφόρων «διακυβευματιών» υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη αν όχι ανύπαρκτη κατά τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού, ενώ είναι τυπικό οι αρμόδιοι φορείς να καλούνται να γνωμοδοτούν στα τελικά στάδια επεξεργασίας τους (Τασοπούλου 2011: 352-353).
Στο νέο θεσμικό πλαίσιο (Ν.4447/2016) ενισχυμένα από πλευράς κατάρτισης του επιτελικού σχεδιασμού εμφανίζονται κεντρικά όργανα διοίκησης, υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος, το Υπουργικό Συμβούλιο και το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας. Το τελευταίο είναι το μόνο όργανο κοινωνικού διαλόγου που αναφέρεται στον Νόμο, αφού το Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ) ασχολείται μόνο με θέματα που αφορούν στην άσκηση της εθνικής χωροταξικής πολιτικής και πολιτικής βιώσιμης ανάπτυξης και με την οριστική απόφαση, όσον αφορά κατά τόπους πολεοδομικά ζητήματα σε όλη την επικράτεια, ενώ γνωμοδοτικός παραμένει ο ρόλος των περιφερειακών ΣΥΠΟΘΑ. Οποιαδήποτε αναφορά σε συμμετοχικές διαδικασίες στο περιφερειακό και τοπικό επίπεδο σχεδιασμού έχει απαλειφθεί από το κύριο νομοθέτημα για τον χωρικό σχεδιασμό. Στις τεχνικές προδιαγραφές μελετών ΤΧΣ και ΕΧΣ (ΥΠΕΝ 2017α, 2017β) ενισχύεται ο ρόλος του ΚΕΣΥΠΟΘΑ (οριστική γνώμη πριν τη θέσπιση των ΤΧΣ και προέγκριση των ΕΧΣ), ενώ αναφέρεται απλά η «δημοσιοποίηση» της β΄ φάσης της μελέτης ΕΧΣ στο επίπεδο του ΟΤΑ και η γνωμοδότηση του Δημοτικού Συμβουλίου του ΟΤΑ χωρίς να διευκρινίζονται τα μέσα και οι τρόποι της διαδικασίας λήψης απόφασης.
Το ζήτημα της διαβούλευσης αντιμετωπίζεται με αντιμεταθετικές ιδιότητες σύμφωνα με το αποκεντρωμένο σύστημα διοίκησης στην τοπική αυτοδιοίκηση όπως για όλα τα τοπικά ζητήματα. Στο ανεξάρτητο με το χωρικό σχεδιασμό θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις αρμοδιότητες Δήμων, Περιφερειών και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, στον Νόμο για τη «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα ‘Καλλικράτης’» (N. 3852/10, επικ.εκδ.2014, αναφ. στο εξής ως ‘Καλλικράτης’) η διαβούλευση τίθεται στη διακριτική ευχέρεια των διοικήσεων των Δήμων και των Περιφερειών χωρίς να αποσαφηνίζεται σε ποια θέματα είναι αυτή υποχρεωτική. Οι Επιτροπές Διαβούλευσης (περιφερειακή και τοπική, αντίστοιχα στα αρ. 178 και 76), μεταξύ των λοιπών Επιτροπών, στις Περιφέρειες και τους Δήμους συγκροτούνται από πεπερασμένο αριθμό από καθορισμένους εκπροσώπους τοπικών φορέων, κινήσεις πολιτών και αιρετούς εκπροσώπους και έχουν εισηγητικό ρόλο προς τα αρμόδια όργανα λήψης αποφάσεων, όπως και η Συνέλευση Κατοίκων Τοπικής Κοινότητας (α.85). Επίσης, παροχή γνώμης της Περιφέρειας, και μόνο αυτή, προς την κρατική διοίκηση επιβάλλεται για χωροταξικά και πολεοδομικά θέματα στην επικράτειά τους (α.186-ΣΤ), όπως και του Δήμου σύμφωνα με τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (αρ.75). Ιδιαίτερα η Περιφέρεια οφείλει να γνωμοδοτεί για την έκδοση κανονιστικών πράξεων σε σχέση με την αειφόρο ανάπτυξη, τα ρυθμιστικά ή χωροταξικά ή πολεοδομικά σχέδια και αποφάσεις χωροθέτησης εγκαταστάσεων (‘Καλλικράτης’, αρ. 188). Οι διατάξεις για τα νέα όργανα που εισήχθηκαν με τον ‘Καλλικράτη’ δεν έχουν ενεργοποιηθεί πλήρως σε όλους του ΟΤΑ, ενώ παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το αν, πώς και σε ποιο βαθμό την επιχειρούν σε σχέση με τα αντικείμενα αρμοδιοτήτων τους, όπως και ως προς την επαρκή εκπροσώπηση τοπικών φορέων και την ενημέρωση και συμμετοχή των πολιτών. Οι διαδικασίες διακυβέρνησης του ‘Καλλικράτη’ δεν έχουν δοκιμαστεί επαρκώς ως προς την οργάνωση και την επιτέλεσή τους, ενώ με δεδομένο ότι τα αποτελέσματά τους δεν μπορεί να είναι πολιτικά διασφαλισμένα, υπάρχει διάχυτη επιφυλακτικότητα από τις τοπικές διοικήσεις.
Εντούτοις, ανάμεσα στο συγκεντρωτικό σύστημα (διοίκησης του) χωρικού σχεδιασμού και το αποκεντρωμένο σύστημα τοπικής διακυβέρνησης διανύουμε μια φάση «ελεύθερων επιλογών» ενημέρωσης του κοινού μεταξύ ρύθμισης, ευελιξίας, και αμεσότητας ανταπόκρισης, και τελικά κυριαρχία μάλλον αυτόνομων αποφάσεων που δεν ακολουθούν καμία καθορισμένη διαδικασία ή μοντέλο αστικής διακυβέρνησης που να καθορίζει τελικά και τη λήψη αποφάσεων για το χωρικό σχεδιασμό (βλ. επισκόπηση Τασοπούλου 2012). Στην πράξη δεν υπάρχουν ούτε οδηγίες ειδικών στη συμμετοχή, ούτε σχετικές αναφορές στην κουλτούρα σχεδιασμού, έτσι ώστε να οργανωθούν τοπικά ως δυναμικές, συμμετοχικές ή συνεργατικές, διεργασίες διαβούλευσης. Η υποχρεωτική διαβούλευση για τα μεγάλα σχέδια και έργα περιορίζεται στην έκφραση γνώμης των τοπικών και λοιπών αρμόδιων φορέων στο πλαίσιο της Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (ΚΥΑ 107017/28-8-2006), διαδικασία η οποία σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα των σχέσεων των δρώντων που χαρακτηρίζει την αναπτυξιακή διαδικασία, ούτε αυξάνει την επίγνωση σε κρίσιμες θεωρήσεις των σχεδίων για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη αφού δεν ανοίγει ζητήματα προς διαβούλευση παρά μόνο λαμβάνει γνώμες για ήδη διαμορφωμένα έργα. Επίσης, δεν καλύπτει τις πτυχές του δημόσιου χώρου. Έτσι, λοιπόν, αναδεικνύονται κατά τόπους διαφορετικές ενορχηστρώσεις της αναπτυξιακής διαδικασίας με ασαφή προοπτική. Όταν ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης, αρμόδιος αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος & Ενέργειας διατύπωνε την παρότρυνση «ας ξεκινήσει η διαβούλευση!» στη δημόσια εκδήλωση ανακοινώσεων για τον σχεδιασμό του θαλασσίου μετώπου της Θεσσαλονίκης (11-2017), αυτό αποτελούσε μια απλή ευχή για τη δημιουργία εντυπώσεων και δεν είχε καμία δεσμευτική υπόσταση ως διαδικασία

Εικόνα 2: Προνομιακοί ομιλητές κατά τη δημόσια ανακοίνωση για τον σχεδιασμό του θαλάσσιου μετώπου της Θεσσαλονίκης (ίδια επεξεργασία φωτογραφίας

Σε όλα τα σχέδια αστικής ανάπτυξης που βρίσκονται σε εξέλιξη στην τρέχουσα περίοδο στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη, οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων και προώθησης του σχεδιασμού παραμένουν συσκοτισμένες για το ευρύ κοινό, αλλά και για τις ίδιες τις υπηρεσίες που έχουν αρμοδιότητες. Επίσης, δεν παρέχονται επαρκείς δυνατότητες έκφρασης των απόψεων και των επιθυμιών των πολιτών – μελλοντικών χρηστών που πρόκειται να κατοικήσουν τον χώρο και στους οποίους απευθύνεται θεωρητικά η προοπτική βελτίωσης του αστικού περιβάλλοντος. Οι φορείς σχεδιασμού είναι αδιευκρίνιστοι, αφού εμπλέκονται νέοι δρώντες παγκόσμιας εμβέλειας (χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, διεθνείς εταιρείες συμβούλων, ιδιωτικά ιδρύματα – χορηγοί που καθορίζουν μονομερώς όρους της ανάπτυξης, κ.ά.) ή τοπικοί φορείς χωρίς σαφείς αρμοδιότητες ή εκπροσώπηση (Τεχνικό Επιμελητήριο, επιφανείς αρχιτέκτονες, δημόσιες προσωπικότητες, εργολάβοι, μελετητές), πέρα από τις τυπικές διαδικασίες ανάθεσης μελετών του Δημοσίου, και βέβαια οι δημοσιογραφικοί οργανισμοί σε φαινομενικά πρωτοβουλιακούς ρόλους (με βάση διερεύνηση των δημοσιευμάτων για τα ΕΧΣ στη Θεσσαλονίκη, βλ. και ανάλογη περιγραφή Μπελλαβίλα, 2017 για την ανάπτυξη στο Ελληνικό).
Η εξασφάλιση της κοινωνικής νομιμοποίησης των νέων σχεδίων αστικής ανάπτυξης γίνεται με την χειραγώγηση της αποδοχής από το κοινό. Αυτά αναφέρονται άλλοτε ως πολεοδομικά σχέδια, άλλοτε ως αστικά σχέδια ή σχέδια αστικής ανάπλασης, αλλά κυρίως με τον όνομα του τόπου που πρόκειται να μετασχηματιστεί. το «Ελληνικό», ο «Ελαιώνας», το «θαλάσσιο μέτωπο», το (στρατόπεδο) «Παύλου Μελά», η ΔΕΘ, αναδύονται ως μαλακοί, εν δυνάμει θελκτικοί χώροι, για την αξιοποίηση των οποίων θεωρείται ανεπίτρεπτο να αρθρωθούν αντιρρήσεις. Η οριοθέτησή τους σημειώνεται «ενδεικτικά» ασαφώς, ενώ κυριαρχεί στα ΜΜΕ η προβολή έτοιμων εικόνων, «οραμάτων» του μέλλοντος και οι περιγραφές τους από προνομιακούς ομιλητές. Η ανοιχτή πολιτική διαπραγμάτευση της τοπικής ανάπτυξης με την ευρεία συμμετοχή του κοινού θεωρείται στοιχείο καθυστέρησης, παρά προσανατολισμού, εμπλουτισμού ή συνθήκη διασφάλισης της προωθούμενης επένδυσης. Εντούτοις, αναπτύσσεται κατά τόπους άτυπα, με την καθημερινή αμφισβήτηση «από τα κάτω» (άτυπες ομάδες ενεργών πολιτών που αναδεύουν τις εγκατεστημένες συνθήκες, νέα κινήματα που δρουν το «δικαίωμά τους στην πόλη»). Μερικές φορές με συμμετοχικές καινοτομίες στην επίσημη αστική διαχείριση, τοπικές αρχές πειραματίζονται με την ενεργοποίηση των πολιτών στον δημόσιο χώρο ή συνασπίζονται με ιδιωτικούς εταίρους (Athanassiou et al 2018)

Εικόνα 3: Αυθόρμητες εκδηλώσεις υποστήριξης της βιωμένης αστικής ζωντάνιας από πολίτες (ίδια επεξεργασία φωτογραφίας)

4. Απόντες και λανθάνοντες ρόλοι στις διαδικασίες αστικής ανάπτυξης και τη συγκρότηση του δημόσιου χώρου

Οι αλλαγές στους όρους παραγωγής του αστικού χώρου στη χώρα μας, γίνονται κατανοητές στο ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο που αναγνωρίζουν πολλοί μελετητές ήδη από το τέλος του 20ου αιώνα, την επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων μεταξύ των αστικών χώρων και των παγκόσμιων διεργασιών της καπιταλιστικής συσσώρευσης, της πολιτικής απορρύθμισης και των κοινωνικών αγώνων, αλλά και την εγκατάλειψη της τομεακής λογικής του σχεδιασμού. Στην Ελλάδα, οι ατελείς προσαρμογές και οι αντιφάσεις του παγκοσμιοποιημένου μοντέλου αστικής ανάπτυξης δεν έχουν αναδειχθεί.
Ωστόσο, στις χώρες του νεοφιλελεύθερου αγγλοσαξονικού κόσμου και του προωθημένου καπιταλισμού (advanced capitalism) απ’ όπου προέρχεται το λεγόμενο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο αστικής ανάπτυξης των εντοπισμένων μεγάλης κλίμακας αστικών αναπτύξεων (Moulaert et al (eds) 2003), το οποίο εφαρμόζεται αποκλειστικά για την παραγωγή του αστικού χώρου, αυτό έχει εξελιχθεί με διαρκείς ανταποδόσεις και είναι πλέον σύνηθες, αν όχι επιβεβλημένο σε πολλές διοικήσεις πόλεων να εντάσσουν και θεσμικά την έκφραση των τοπικών κοινωνιών. Αυτό γίνεται με την προώθηση του συμμετοχικού ή συνεργατικού (participatory/ collaborative) σχεδιασμού και την προώθηση θεσμικά δεσμευτικών πολυεπίπεδων σχημάτων και διεργασιών αστικής διακυβέρνησης (Healy 1997, 2006, Madanipour et al 2001). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θεωρείται ότι αναγνωρίζεται το πλέγμα αναπόφευκτων κοινωνικο-χωρικών σχέσεων (relationality) σε μια συνεχή διαδικασία διαμόρφωσης ενός τόπου με εισροές και βάρη (Allmendinger & Haughton, 2009, Carmona 2014). Οι διαδικασίες αυτές εφόσον είναι δεσμευτικά συγκροτημένες και συστηματικά εμπλουτίζουν τις προωθούμενες προτάσεις, έχουν τις περισσότερες φορές θετικά αποτελέσματα τόσο στην ένταξη των παρεμβάσεων στη ζωή των πόλεων όσο και στην ίδια τη διασφάλιση της επένδυσης μακροπρόθεσμα (Heally 1997). Επιτρέπουν δε, την ανάπτυξη νέων δυναμικών σχέσεων αμοιβαίας εξέλιξης επιδιώξεων μεταξύ διοικούντων και πραγματικών δρώντων και χρηστών στον αστικό χώρο και ως έναν βαθμό διασφαλίζουν ποιότητες του τόπου, του κοινού συμφέροντος αλλά και την ίδια την ασφάλεια των επενδύσεων μακροπρόθεσμα (Healy 2006).
Αντίθετα, για τις ελληνικές πόλεις, έναντι της σύγχρονης ρευστότητας των διαδικασιών του πολεοδομικού σχεδιασμού και της αστικής ανάπτυξης, δεν έχουν δομηθεί ακόμη συστημικές αναπληρώσεις με αντίκρισμα στον δημόσιο χώρο. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός, η αστική ανάπτυξη και η αστική διακυβέρνηση παραμένουν ασυντόνιστες δράσεις, κατά την εξέλιξη των οποίων ο δημόσιος χώρος τίθεται στο επίκεντρο, με ασαφή χαρακτηριστικά. Το παγκοσμιοποιημένο μοντέλο αστικής ανάπτυξης όπως εγγράφεται στο νέο θεσμικό πλαίσιο προέρχεται από μια αλλότρια παράδοση και κουλτούρα σχεδιασμού που ανταποκρίνεται σε διαφορετικές θεσπίσεις της ίδιας της ιδιοκτησίας με διαφορετικές καταβολές δικαίου. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός ως μια δυναμική διαδικασία που προκαλεί αμφισβητήσεις και διεκδικήσεις, αποκρυσταλλώνοντας τα αποτελέσματά τους στο χώρο, βρίσκεται στη δίνη της μεταρρύθμισης. Δομικά συστημικά ελαττώματα του παρελθόντος στην υλοποίηση και τις ποιότητες του σχεδιασμού δεν αντιμετωπίζονται, ενώ η αστική διακυβέρνηση είναι ακόμη εσωστρεφής και αστάθμιστη.
Ο δημόσιος χώρος συρρικνώνεται σε ένα ευρύ φάσμα εκφάνσεων και καθορισμών του, όπως προωθείται το παγκοσμιοποιημένο μοντέλο αστικής ανάπτυξης στη χώρα μας. Η θεσμική απροσδιοριστία του πολεοδομημένου δημόσιου χώρου που διασφάλιζε πολλαπλές ζωντανές βιωμένες πραγματικότητες από πλειάδα ρόλων, αντικαθίσταται θεσμικά από έναν «ορφανό» δημόσιο χώρο χωρίς πολιτική νοηματοδότηση, αποξενωμένο από τις ιδιότητές του ως δημόσιο αγαθό. Ο δημόσιος χώρος προβάλλεται απλοϊκά, συρρικνώνεται με ποσοτικούς όρους αλλά και στα ποιοτικά του χαρακτηριστικά για να καταναλωθεί ως εικόνα, όχημα για την υποστήριξη ιδιωτικών επενδύσεων. Οι διαδικασίες διαπραγμάτευσης και ανταποδόσεων των ιδιωτικών επενδύσεων σε δημόσιο χώρο με ποιοτικούς και ποσοτικούς όρους παραμένουν αδιευκρίνιστες και αδιαφανείς, ενώ διακυβεύονται σημαντικές εκτάσεις (και σε μεγάλο βαθμό δημόσιας ιδιοκτησίας) για τον μετασχηματισμό ευρύτερων αστικών περιοχών. Εναλλακτικές προτάσεις και ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης στις τοπικές κοινωνίες αποσιωπώνται.
Ταυτόχρονα, στη χώρα μας όπως και διεθνώς, η ριζοσπαστικοποίηση της δημόσιας ζωής προσδιορίζει εκ νέου, (συνταγματικά) κατοχυρωμένα δικαιώματα που τείνουν να απωλεσθούν, με άξονα την προώθηση της αντίληψης συλλογικής κτήσης του αστικού χώρου (urban commons). Πρακτικές χωρικής διεκδίκησης δομούνται στη βάση ασυμφωνιών (dissensus) παρά ευρέων συναινέσεων για την αστική ανάπτυξη (Knierbein, Viderman (eds) 2018). Είναι σχεδόν βέβαιο ότι απόντες και λανθάνοντες ρόλοι οι οποίοι στη ρευστότητα των αναπτυξιακών διαδικασιών απαλείφονται θεσμικά κατά τη συγκρότηση του πολεοδομημένου δημόσιου χώρου, θα καθορίσουν και την κατά τόπους έκβασή τους.

Βιβλιογραφία

Allen, J., Barlow, J., Leal, J., Maloutas, T., Padovani, L. (2004) Housing and Welfare in Southern Europe, Oxford: Blackwell Publishing.

Allmendinger, P., Haughton, G. (2009) Soft Spaces, Fuzzy Boundaries, and Metagovernance: The New Spatial Planning in the Thames Gateway, Environment and Planning A: Economy and Space, Vol 41, Issue 3, pp. 617 – 633.

Allmendinger, P., Haughton, G. (2010) Spatial Planning, Devolution, and New Planning Spaces, Environment and Planning C: Politics and Space, Vol 28, Issue 5, pp. 803 – 818.

Athanassiou, E. (2017) The hybrid landscape of public space in Thessaloniki in the context of crisis, Landscape Research, 42:7, pp. 782-794.

Blomley, N.K. (2004) Unsettling the City: Urban Land and the Politics of Property. London: Routledge.

Brenner, N. (2000) The urban question as a scale question: Reflections on Henri Lefebvre, urban theory and the politics of scale. International Journal of Urban and Regional Research, 24, pp. 361–378.

Brenner, N. and Schmid, C. (2015) Towards a New Epistemology of the Urban? City, 19 (2–3), pp. 151–182.

Carmona, M. (2014) The Place-shaping Continuum: A Theory of Urban Design Process. Journal of Urban Design, 19 (1), pp. 2-36.

Christodoulou, C., Lada S. (2017) Urban design in the neoliberal era: reflecting on the Greek

Case. Journal of Urban Design, 22 (2), pp.144–146.

Haughton, G., Allmendinger, P., Counsell, D., Vigar, G. (2010) The New Spatial Planning: Territorial Management with Soft Spaces and Fuzzy Boundaries. Oxon & NY: Routledge.

Healey, P. (2006) Relational complexity and the imaginative power of strategic spatial planning, European Planning Studies, 14:4, pp. 525-546.

Healy, P. (1997) Collaborative Planning: Shaping Place in Fragmented Societies. Hampshire & London: MacMillan Press

Kaika, M. (2012) The Economic Crisis Seen from the Everyday. City: Analysis of Urban Trends, Culture, Theory, Policy, Action 16 (4): pp. 422–430.

Knierbein, S. & Viderman T. (2018) (eds) Public Space Unbound: Urban Emancipation and the Post-Political Condition. London & New York: Routledge.

Lefebvre, H. (1977) Δικαίωμα στην Πόλη. Χώρος και Πολιτική. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Madanipour, A. (1996) Design of Urban Space: An Inquiry into a Socio-spatial Process. Chichester & New York: Wiley.

Madanipour, A., Hull, A., Healy, P. (2001) The Governance of Place: Space and Planning Processes. Oxon & NY: Routledge.

Madanipour, A., Knierbein, S., Degros, A. (2014) Public Space and the Challenges of Urban Transformation in Europe. New York: Routledge.

Moulaert, F., Rodriguez, A., Swyngedouw, E. (eds) (2003) The Globalized City: Economic Restructuring and Social Polarization in European Cities. Oxford: Oxford University Press.

Singer, J.W. (2000) Property and Social Relations. From Title to Entitlement. In Geisler, C. and Daneker, G. (eds.) Property and Values: Alternatives to Public and Private Ownership. Washington D.C.: Island Press, pp. 3-19.

Singer, J.W. (2006) The Ownership Society and Takings of Property: Castles, Investments, and Just Obligations. Harvard Environmental Land Review, 30 (2), pp. 309-338.

Stavrides, S. (2014). Emerging common spaces as a challenge to the city of crisis. City, 18, pp. 546–550.

Vaiou, D. (2014) Tracing Aspects of the Greek Crisis in Athens: Putting Women in the Picture. European Urban and Regional Studies, 23 (3), pp. 220–230.

Vaiou, D., and Kalantides, A. (2016) Practices of Collective Action and Solidarity: Reconfigurations of the Public Space in Crisis-Ridden Athens, Greece. Journal of Housing and the Built Environment, 31, pp. 457–470.

Van der Walt, A. J. (2009) Property in the Margins. Portland: Hart Publishing.

Αδηλενίδου, Γ., Γουδίνη, Α., Κούρτη, Π., Μπεκιαρίδης, Β., Ταράνη, Π. (επιμ) (2011) Δημόσιος Χώρος … Αναζητείται – Συνέδριο ΤΕΕ-ΤΚΜ, Θεσσαλονίκη: Cannot Not Design.

Ακριβοπούλου, Χ.Μ., Ανθόπουλος, Χ. (2015) Εισαγωγή στο Διοικητικό Δίκαιο. Αθήνα: ΕΜΠ – «Κάλλιπος» Αποθετήριο Ακαδημαϊκών Ηλεκτρονικών Συγγραμμάτων και Βοηθημάτων.

Βιτοπούλου, Α., Γεμενετζή, Γ., Γιαννακού, Α., Καυκαλάς, Γ., Τασοπούλου, Α. (2015) Βιώσιμες πόλεις. Προσαρμογή και Ανθεκτικότητα σε Περιόδους Κρίσης. Αθήνα: ΕΜΠ – «Κάλλιπος» Αποθετήριο Ακαδημαϊκών Ηλεκτρονικών Συγγραμμάτων και Βοηθημάτων.

Βιτοπούλου, Α. & Γιαννακού, Α. (2015) Ιστορικές διαδράσεις πολιτικής γης και πολεοδομικού σχεδιασμού: συνέχειες και ανατροπές στην περίοδο της κρίσης. Πρακτικά σε ηλεκτρονική μορφή, 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, 24-27 Σεπτεμβρίου 2015. Βόλος: Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, 13 σελ.

Γώγος, Κ. (2016) Οικονομική κρίση και οικιστικό περιβάλλον στη νομολογία του ΣτΕ, Δικτυακός Τόπος Νόμος + Φύση, http://nomosphysis.org.gr/14908/oikonomiki-krisi-kai-oikistiko-perivallon-sti-nomologia-toy-ste/, (τελευτ. πρόσβαση: 10-3-2018).

Δελλαδέτσιμας, Π. Μ. (2004) Η τρέχουσα δυναμική της ανάπτυξης της Αθήνας : συμβατικό-νέο πρότυπο και έργα υποδομής. Γεωγραφίες, 7, σελ. 48-64.

Ευστρατίου, Π. Μ. (2014). Δημοκρατική Αρχή και Διοικητικό Δίκαιο. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε.

Κλαμπατσέα, Ε. (2011) Χωρικά αποτυπώματα και προκλήσεις σχεδιασμού σε συνθήκες κρίσης: η ελληνική περίπτωση. Εισήγηση στο 9o Εθνικό Συνέδριο ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (ERSA-GR) «Περιφερειακή Ανάπτυξη και Οικονομική Κρίση: Διεθνής Εμπειρία και Ελλάδα», 2011, Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 6 – 7 Μαΐου [διαθέσιμη: http://www.prd.uth.gr/sites/GS_RSAI/CONFERENCE_MAY2011_SITE/PAPERS_MAY2011_PDF_CD/KLABATSEA_R_90.pdf, τελ. προσβ. 23-1-2018]

Κούρτη, Π. (2011) Κοινή χρήση και ιδιοκτησιακό καθεστώς. Εξετάζοντας δύο βασικά χαρακτηριστικά του πολιτικού νοήματος του δημόσιου χώρου. Στο Αδηλενίδου, Γ., Γουδίνη, Α., Κούρτη, Π., Μπεκιαρίδης, Β., Ταράνη, Π. (επιμ) Δημόσιος Χώρος … Αναζητείται – Συνέδριο ΤΕΕ-ΤΚΜ, Θεσσαλονίκη: CannotNotDesign.

Μανιτάκης, Α. (2015) Δημόσια Διοίκηση και Διοικητική Μεταρρύθμιση, εγκλωβισμένες στον ιστό της πολυνομίας και της τυπολατρίας: προτάσεις για την απαγκίστρωσή τους. Ηλεκτρονική δημοσίευση, HEPHAESTUS Repository, Neapolis University institutional repository (τελ. πρόσβαση 26-5-2017).

Μπελλαβίλας, Ν. (2017) Εμποδίζοντας την επένδυση του Ελληνικού. Commonality, https://commonality.gr/ebodizontas-tin-ependysi-tou-ellinikou/ (τελευτ. πρόσβαση 23-3-2018)

Οικονόμου, Δ. (1993) Στεγαστική Πολιτική: Σημερινή Κατάσταση και Προοπτικές στις Χώρες της Ε.Κ. και την Ελλάδα στο Γετίμης, Π., Γραβάρης, Δ. (επιμ.) Κοινωνικό Κράτος και Κοινωνική Πολιτική: Η Σύγχρονη Προβληματική. Αθήνα: Θεμέλιο, σελ. 313-360.

Οικονόμου, Δ. (2000α) Η Περιβαλλοντική Διάσταση της Πολεοδομικής Πολιτικής στη Μεταπολεμική Ελλάδα, στο Μοδινός, Μ., Ευθυμιόπουλος, Η. (επιμ.) Η Βιώσιμη πόλη, Αθήνα: Στοχαστής / Διεπιστημονικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών (ΔΙΠΕ), σελ. 47-69.

Οικονόμου, Δ. (2000β) Τα Μεγάλα Έργα στην Αττική και τα Νέα Στοιχεία της Πολεοδομικής Πολιτικής, στο Μαλούτας, Θ. (επιμ.) Κοινωνικός και Οικονομικός Άτλας της Ελλάδας, Τόμος 1ος: Οι Πόλεις, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Ecole Francaise d’Athènes, Αθήνα – Βόλος, ΕΚΚΕ – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, σελ. 80-81.

Σιόλας, A., Βάσση, Α., Βλαστός, Θ., Κυριακίδης, X., Μπακογιάννης, Ε., Σίτη, M. (2015) Μέθοδοι, Εφαρμογές και Εργαλεία Πολεοδομικού Σχεδιασμού. Αθήνα: ΕΜΠ – «Κάλλιπος» Αποθετήριο Ακαδημαϊκών Ηλεκτρονικών Συγγραμμάτων και Βοηθημάτων.

Τασοπούλου, Α. (2011) Αστική Διακυβέρνηση: Πολεοδομική Πολιτική και Διαχείριση του Χώρου με Αφορμή στα ΓΠΣ-ΣΧΟΟΑΠ στην Ελλάδα. Διδακτορική Διατριβή, Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, ΑΠΘ, διαδικτυακή δημοσίευση http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/28905#page/1/mode/2up [τελευτ. πρόσβ.: 18-6-2018]

Τασοπούλου, Α. (2012) Προσεγγίζοντας τη διακυβέρνηση και τα θεωρητικά της διλήμματα. Αειχώρος, 17, σελ. 4-33.

Τριανταφυλλόπουλος, Ν., Αλεξανδροπούλου, Ι. (2012) Ο ρόλος των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών στην αστική ανάπτυξη και διακυβέρνηση των πόλεων μητροπόλεων της Μεσογείου. Στο Μπεριάτος, Η., Παπαγεωργίου, Μ. (επιμ.) Χωροταξία-Πολεοδομία-Περιβάλλον στον 21ο Αιώνα. Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας (β΄έκδοση), σελ. 327-340.

Φουτάκης, Δ. (2004) Χώρος, ανταγωνιστικότητα και κοινωνικό κεφάλαιο: μια κριτική ανασκόπηση. Στο Καυκαλάς, Γ. (επιμ.) (2004) Ζητήματα Χωρικής Ανάπτυξης. Θεωρητικές Προσεγγίσεις & Πολιτικές. Αθήνα: Κριτική, σελ. 39-71.

Χατζημιχάλης, Κ. (2014) Κρίση Χρέους και Υφαρπαγή Γης. Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ.

Χριστοδούλου, Χ. (2008) Αστικοποίηση και Χώροι Κοινωνικού Αποκλεισμού: Εγκαταστάσεις Κατοίκησης στην Περιφέρεια της Θεσσαλονίκης, 1980-2000. Διδακτορική Διατριβή, Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, ΑΠΘ, διαδικτυακή δημοσίευση: http://ikee.lib.auth.gr/record/105525/files/ChristodoulouFinal.pdf [τελευτ. πρόσβ. : 26-1-2018].

Χριστοδούλου, Χ. (2015) Τοπία Αστική Διάχυσης. Αστικοποίηση και Πολεοδομικός Σχεδιασμός. Η περιφέρεια της Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Αναφορές σε νόμους και νομικές διατάξεις

Ν.∆.17-7-1923 «Περί σχεδίων πόλεων και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών»
Ν.947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών»
Ν.1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις»
Ν.2508/1997 «Βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη των πόλεων και οικισμών της χώρας»
Ν. 2742/1999 «Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη»
ΚΥΑ 107017/28-8-2006 «Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ» (ΦΕΚ 1225/Β/5-9-2006)
N.3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης»
Ν.3894/2010 «Επιτάχυνση και διαφάνεια υλοποίησης Στρατηγικών Επενδύσεων “fast – track”, όπως συμπληρώθηκε με τους Ν.4072/12 και 4146/13»
Ν.3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012−2015»
Ν.4072/2012 «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος − Νέα εταιρική µορφή − Σήµατα − Μεσίτες Ακινήτων − Ρύθµιση θεµάτων ναυτιλίας, λιµένων και αλιείας και άλλες διατάξεις»
Ν.4146/2013 «Διαμόρφωση Φιλικού Αναπτυξιακού Περιβάλλοντος για τις Στρατηγικές και Ιδιωτικές Επενδύσεις και άλλες διατάξεις»
Ν.4269/2014 «Χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση – Βιώσιμη ανάπτυξη»
Ν. 4280/2014 «Περιβαλλοντική αναβάθμιση και ιδιωτική πολεοδόμηση − Βιώσιμη ανάπτυξη οικισμών Ρυθμίσεις δασικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις»
Ν.4315/2014 «Πράξεις εισφοράς σε γη και σε χρήμα – Ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις και άλλες διατάξεις»
Ν.4447/2016 «Χωρικός σχεδιασμός – Βιώσιμη ανάπτυξη και άλλες διατάξεις»
Ν.4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις»

Ευχαριστίες

Ευχαριστώ ιδιαίτερα τις/τους ανώνυμες/ους κριτές για τις επισημάνσεις για διορθώσεις και βελτιώσεις του αρχικού κειμένου.





Νέα τάξη και «γεωκουλτούρα» στη Θεσσαλονίκη σήμερα

Αγγελική Κωνσταντακοπούλου 27

Στη συγκυρία διεθνών γεωπολιτικών αλλαγών η Ελλάδα της καπιταλιστικής κρίσης μοιάζει να μετεωρίζεται σε πολλαπλά πεδία, εσωτερικά, ευρωπαϊκά και διεθνή. Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα εστιάσουμε σε δύο από τις εκφάνσεις σημερινών διακυβευμάτων της Θεσσαλονίκης, την πολιτιστική και τη θρησκευτική, που συχνά συμφύρονται. Όπως είναι γνωστό, σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική θρησκεία-λατρεία, η χριστιανική θρησκεία-πίστη επηρεάζει καταλυτικά πολλαπλά πεδία της ανθρώπινης υλικής/ πνευματικής πρακτικής ήδη από το μεσαίωνα, οπότε η εκκλησία αποτελούσε ένα από τα δύο κέντρα εξουσίας. Από την περίοδο του Διαφωτισμού, η έννοια του πολιτισμού μεσουράνησε, ενώ στα εθνικά κράτη του 19ου αιώνα οριοθετήθηκε και συμπληρώθηκε με την έννοια της «κουλτούρας». Ταυτόχρονα η θρησκεία περιορίστηκε στην ιδιωτική σφαίρα και η εκκλησία εντάχθηκε στους θεσμούς του εθνικού/κοσμικού κράτους. Έκτοτε οι έννοιες, πολιτισμός και θρησκεία, αλληλοσυμπληρούμενες ή διακρινόμενες, αναβαθμίζονται για να προσδιορίσουν ποικίλους τομείς της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας.
Από τη δεκαετία του ’70 παρατηρείται αρχικά στις ΗΠΑ η αναβάθμιση της έννοιας του πολιτισμού, τόσο ως συστατικού της πολιτικής ιδεολογίας όσο και ως αντικειμένου των ανθρωπιστικών σπουδών, ενώ το ίδιο παρατηρείται και στη μεταψυχροπολεμική Ενωμένη Ευρώπη. Μαζί μάλιστα με τη θεσμοθέτηση του αυτοπροσδιορισμού, θα επιστρατευτεί για να προσδιορίσει ως πολιτιστικό το χαρακτήρα των κοινωνικών διακρίσεων κι εκείνον των ετερόγλωσσων και ετερόθρησκων εθνοτικών ομάδων. Στο εξής, τα νέα γεωπολιτικά διακυβεύματα και οι συνακόλουθες ένοπλες συρράξεις/επεμβάσεις αναπαρίστανται και προβάλλονται ως πολιτισμικές/ θρησκευτικές συγκρούσεις, με βάση τη θεωρία της «σύγκρουσης των πολιτισμών» του Σ. Π. Χάντινκτον στο ομότιτλο και «προφητικό», όπως χαρακτηρίστηκε, βιβλίο του. Εντούτοις, οι παραπάνω εξελίξεις πείθουν ότι η εν λόγω θεωρία, στη δοσμένη συγκυρία, συμβάλλει μάλλον στην αναστήλωση των οριενταλιστικών/ οικουμενιστικών θεωρητικών στηριγμάτων, που αποδομήθηκαν από τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα και την εξέγερση του 1968, και φαντάζει ως αυτο-εκπληρούμενη προφητεία και εργαλείο νομιμοποίησης των ανισοτήτων και της βίας (νεόπτωχοι, πρόσφυγες) και τελικά συσκότισης των σύστοιχων γεωπολιτικών διακυβευμάτων.
Έτσι, τίθεται το ερώτημα πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα πολλαπλά μέτωπα και τις ιδεολογικές αντανακλάσεις τους στο πεδίο της ιδεολογίας –τη «γεωκουλτούρα, την ‘πίσω όψη της γεωπολιτικής’» σύμφωνα με τον αναλυτή «της μεγάλης εικόνας του κοσμοσυστήματος» Immanuel Wallerstein–, όταν ο εθνικισμός και ο ρατσισμός αντιμετωπίζονται είτε με οικουμενιστικές ουσιοκρατικές αντιλήψεις ή με «πολιτισμικά αξιώματα», χωρίς κριτικό αντίλογο; Επίσης, πώς μεταλλάσσονται στο χρόνο οι συμβολικές αποτυπώσεις των γεωπολιτικών διακυβευμάτων στην Ελλάδα και στη Μακεδονία και ειδικότερα πώς αναπροσδιορίζεται σήμερα η κυρίαρχη εικόνα της Θεσσαλονίκης, ιστορικό επακόλουθο των ριζωμένων στους κρατικούς μηχανισμούς σχέσεων εξουσίας με βάση το δίπολο εθνικός/μεθοριακός-αντεθνικός; Κατά πρώτο λόγο, οι συμβολικές εικόνες της, όπως ανιχνεύονται τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’50, ενώ προσφέρονται ως καθρέφτης ή, καλύτερα, καλειδοσκόπιο για να ανιχνευτούν οι εύθραυστες κοινωνικές ισορροπίες, συνηθέστερα περιγράφονται με μεταφυσικούς και αισθητικούς παρά ιστορικούς όρους, προκαλώντας τουλάχιστον σύγχυση. Έτσι, αρχίζοντας από την ιδεολογική αναπαράσταση-εξιδανίκευση της «ερωτικής» Θεσσαλονίκης, ιδέα υστεροβυζαντινής ησυχαστικής προέλευσης, μεταπλασμένη κυρίως από τους Νίκο Πεντζίκη και Γιώργο Ιωάννου, φτάσαμε στις μεταφορικές διατυπώσεις «πόλη των φαντασμάτων» και «σκοτεινός Βαρδάρης», για να αναπαρασταθεί η εθνικιστική/ ρατσιστική πλευρά της. Αποδεικνύεται έτσι ιστορικά πως οι κυρίαρχες πολιτικές, εργαλειοποιώντας τη θρησκεία και τον πολιτισμό και ακυρώνοντας, στο ερευνητικό πεδίο, την ιστορικότητα ως βασική διάσταση των κοινωνικών φαινομένων, μεταμφιέζουν επί το λογοτεχνικότερον το πιο καίριο διακύβευμα –το μετασχηματισμό του εθνικού κράτους, δηλαδή τον πυρήνα «ενός λεπτοφυούς πλέγματος προνομίων και εκμετάλλευσης» μέσα από τον οποίο αναδύονται αντίπαλες διαφορετικότητες («συγκρουσιακές ιδιαιτεροκρατίες», σύμφωνα με τον Im. Wallerstein).
Η πολυδιάστατη «γεωκουλτούρα», που διαπερνά διάφορες σφαίρες της ζωής της Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί βέβαια να αναλυθεί εδώ εξαντλητικά. Στην αρχόμενη δεκαετία του ’90 ανιχνεύσαμε ένα διακριτό λόγο για τη συν-πρωτεύουσα ως βαλκανική μητρόπολη, με φυγόκεντρες τάσεις, του τύπου της νεοφανούς τότε ιταλικής Λέγκας του βορρά και ρήξη με το «αθηναιοκεντρικό κράτος». Τα μακεδονικά συλλαλητήρια και ο εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία συνέπεσαν με τη διεθνή όξυνση και την πολιτική των επεμβάσεων (βομβαρδισμός Σερβίας και Μαυροβούνιου 24-3 έως 10-6-1999). Το γεωπολιτικό κλίμα γίνεται ευρύτερα απειλητικό με τη διάλυση κρατών της Μέσης Ανατολής, το ξερίζωμα χιλιάδων πολιτών τους και το πέρασμά τους στην Ευρώπη, καταιγιστικές δηλαδή εξελίξεις οι οποίες, μαζί με τις νέες ενεργειακές κ.ά. πολιτικές, μεταβάλλουν ριζικά τη γεωπολιτική θέση ειδικότερα της Θεσσαλονίκης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, τα «εθνικά ζητήματα» γίνονται κατανοητά ως αντανάκλαση των διεθνών ισορροπιών και διακυβευμάτων, ενώ οι (εθνικοί) εχθροί ορίζονται με όρους πολιτισμού και θρησκείας. Θα επισημάνουμε δύο από τα πιο καίρια ζητήματα, που μετά το 2010 επιβάλλουν ιδεολογικές ανακατατάξεις στις εθνικές και τοπικές αρχές (πανεπιστήμιο, δήμος, εκκλησία) και τους επιχειρηματικούς κύκλους. Κατά πρώτο λόγο το χρονίζον «Μακεδονικό»: Η ονοματοδότηση της πΓΔΜ, επανήλθε στο προσκήνιο ως επείγον, ώστε να προχωρήσει η ενσωμάτωση των «Δυτικών Βαλκανίων» στο πλαίσιο της ανασύνταξης ΕΕ και ΝΑΤΟ, προοπτική που ανησυχεί ευρύτερα παλαιούς και νέους κολοσσούς του «κοσμοσυστήματος». Κατά δεύτερο λόγο η αυξανόμενη παρουσία του Ισλάμ στην πόλη συμβάλλει στην περαιτέρω μετατόπιση των μετώπων, λόγω των προσφύγων και των μεταρρυθμίσεων στην άλλοτε ενιαία «μουσουλμανική μειονότητα» –μεταλλαγμένη από τις αρχές του ’90 σε τρεις εθνοτικές ομάδες.
Αν και η εκκλησιαστική ιεραρχία με προεξάρχοντα το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, η δημοτική παράταξη «Μένουμε Ευρώπη», η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδόνων (2014) το «Μακεδονικό κόμμα» (2016) κ.ά. εμμένουν στις εθνικιστικές ή και ρατσιστικές τους θέσεις περί «Μακεδονικού», γίνεται φανερό ότι η σύμπνοια των νεομακεδονομάχων έχει διαρραγεί. Στην αναδιάταξη των μετώπων συνέβαλαν οι μεταψυχροπολεμικές ευρωπαϊκές πολιτικές για την εμπέδωση ομογενοποιητικών πολιτικών, όπως η αυξανόμενη σπουδαιότητα του ατομικού/ιδιωτικού έναντι του δημοσίου και η χαλάρωση των κρατικών συνόρων (τριεθνείς ζώνες, επιλεκτική προστασία γλωσσικών/θρησκευτικών δικαιωμάτων, δράση ΜΚΟ, προτεραιότητα πολιτιστικών/ θρησκευτικών όρων για την κατασκευή εθνοτικών ταυτοτήτων/ετεροτήτων): Για παράδειγμα, κύκλοι της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που είχαν πρωτοστατήσει στα συλλαλητήρια της δεκαετίας του ’90, σήμερα ανακαλύπτουν μεγαλοϊδεατικά επιχειρηματικά οφέλη και τοποθετούνται υπέρ της λύσης του. Χαρακτηριστική είναι, π.χ., η αυτοκριτική αποστροφή του Μιχάλη Πεγκλή, συμβούλου του πρώην πρωθυπουργού Α. Σαμαρά και του προέδρου της Ν.Δ. Κ. Μητσοτάκη: «όχι για πρώτη φορά στη διπλωματική μας ιστορία, σήμερα διεκδικούμε αυτό που τότε απορρίπταμε». Ταυτόχρονα ο σύμβουλος ανακαλύπτει ότι οι «‘Ανωμακεδόνες’ είναι αδέλφια μας» και φαντασιώνεται μια νέα Μεγάλη ιδέα: «[…] ο γεωγραφικός προσδιορισμός στην ονομασία των Σκοπίων είναι η καλύτερη λύση, καθώς διευκολύνει την πρόσδεση της ‘Άνω Μακεδονίας’ στη ‘μαμά Μακεδονία’. […] Το συμπαθές κρατίδιο θα γίνει μέσα σε λίγα χρόνια ζωτική ενδοχώρα για τη Βόρειο Ελλάδα, ενώ η ένταξη στην Ε.Ε., μαζί βέβαια και με εγχώριες πολιτικές ‘εξελληνισμού’ θα τους φέρει κοντά μας από όλες τις απόψεις.». Τέλος, απευθύνει έκκληση προς την Εκκλησία: «Σε μια τέτοια στόχευση θα έπρεπε να συμμετέχει ενεργά και η Εκκλησία της Ελλάδος […], αντί να επιτείνει με τη στάση της την εθνική μας μισαλλοδοξία.» (Η Καθημερινή 21-1-2018). Όχι λιγότερο αξιοσημείωτη, για τη μεταστροφή του κλίματος και τη σύσφιξη σχέσεων σε εθνοτική βάση, είναι η φιλοξενία εκ μέρους της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών «100 φοιτητών και καθηγητών του Πανεπιστημίου Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος των Σκοπίων» (7 έως 9-3-2016). Στην ανακοίνωση του Δ.Σ. διαβάζουμε: «Το έναυσμα της πρωτοβουλίας έδωσε ο υπουργός Εξωτερικών της γειτονικής χώρας Νίκολα Πόποσκι όταν δήλωσε πρόσφατα ότι ‘οι δύο Λαοί έχουμε πολλά κοινά σημεία, είμαστε ξαδέρφια.’ Καιρός, λοιπόν, να γνωρισθούμε.[…] Έχει αποκλεισθεί κάθε ανάμιξη των κυβερνήσεων και αναφορά στο Μακεδονικό. Την φιλοξενία χρηματοδοτούν αποκλειστικά Θεσσαλονικείς ευγενείς χορηγοί. Την ενισχύουν εθελοντές αρχαιολόγοι, ξεναγοί και Εταίροι. Συντονιστής: ο Ν. Ι. Μέρτζος.[…] ο Πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Περικλής Μήτκας θα υποδεχθεί τους φιλοξενημένους.[…] Στο προαύλιό της [ΕΜΣ] θα τους καλωσορίσουν η παραδοσιακή κομπανία του Δημήτρη Παράσχου με κλαρίνα και χάλκινα καθώς επίσης σε δύο σειρές οι Αρμάνες Βλάχες και οι ντόπιοι Μακεδόνες με εντυπωσιακές φορεσιές.». Τέλος, θετική στάση παίρνουν τώρα και ορισμένοι μακεδόνες επαγγελματίες του παρελθόντος, τασσόμενοι υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών με βάση ιστορικά δεδομένα που ήθελαν να αγνοούν στη δεκαετία του ’90, όπως τη χρήση από τον Παύλο Μελά των όρων «Μακεδόνες» για τους σλάβους Οθωμανούς υπηκόους της Μακεδονίας και «Μακεδονική» για τη γλώσσα τους!
Παράλληλα με την παραδοσιακή εθνικιστική μισαλλοδοξία των νεομακεδονομάχων ιεραρχών που εκφράζεται μέσα από πύρινα κηρύγματα, καταγράφεται και μια ακροδεξιά νεοναζιστική εξαλλοσύνη, επίσης σε εθνοτική βάση, αν κρίνουμε από τις αντιρρήσεις των ποντιακών σωματείων στη συμφωνία των Πρεσπών και τη φολκλορική ένδυση μελών τους στο συλλαλητήριο του Ιανουαρίου στη Θεσσαλονίκη: Για τις συντηρητικές, ακροδεξιές δυνάμεις και τμήμα της ομογένειας, μαζί με τους «Σκοπιανούς» που διεκδικούν το «όνομα» και την αρχαία ιστορία της Μακεδονίας, και οι έλληνες μουσουλμάνοι πολίτες και οι ομόθρησκοί τους πρόσφυγες έχουν μετατραπεί σε εχθρούς ή αποδιοπομπαίους τράγους. Το στερεότυπο της ορθόδοξης Ελλάδας, που δέχτηκε σοβαρό πλήγμα, εκφράστηκε με βία –ενάντια σε πρόσφυγες και στον δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη. Από την άλλη μεριά, η δημοτική αρχή κάλυψε κενά της κυρίαρχης μνήμης, όπως των εβραίων της πόλης, τάχθηκε υπέρ της λύσης του «Μακεδονικού» και αποδοκίμασε τα συλλαλητήρια. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι νοιάστηκε να καλύψει την απουσία τεμένους για να προσεύχονται οι μουσουλμάνοι πιστοί, αλλά η λύση που εφάρμοσε, μάλλον παρορμητικά για να ικανοποιήσει ετερόκλητα αιτήματα ή τουριστικό/εμπορικό όφελος, έδωσε λαβή στους ακροδεξιούς κύκλους να συγκροτήσουν αντι-ισλαμικό/ ορθόδοξο χριστιανικό μέτωπο, αναβαθμίζοντας την ισχύ της εκκλησίας. Μετατρέποντας δηλαδή το Χαμιντιγέ ή Γενί τζαμί, από εκθεσιακό, σε χώρο προσευχής των μουσουλμάνων τις μέρες του Ραμαζανίου, αψήφησε βασικές θρησκευτικές αρχές και πολιτικές παγίδες που εγκυμονούσε η παραχώρηση: π.χ. δεν όρισε σε ποιους ακριβώς κύκλους-ποίμνια της μειονότητας το διέθεσε κι ούτε έλαβε υπόψη ότι οι προσκαλούμενοι να προσευχηθούν νοούν το χώρο ως αποκλειστικά θρησκευτικό. Μάλιστα, μέσα στην κούρσα της τουριστικής ανάπτυξης, η προσευχή σε τζαμί που επαναλειτουργεί μετά από 90 χρόνια, προβλήθηκε ως δελεαστικό event –απόδειξη η εκμετάλλευσή του από τα τουρκικά ΜΜΕ. Τελικά, όχι παράδοξα, μετά τον κουρνιαχτό που σηκώθηκε, ο δήμαρχος, ακροβατώντας σταθερά μεταξύ αντιεθνικισμού και κοσμοπολιτισμού κρατώντας συγχρόνως υψηλό το πατριωτικό φρόνημα, σύμφωνα με τον ίδιο, αναγκάστηκε να δηλώσει ότι το τζαμί και το Αλατζά Ιμαρέτ θα ξαναγίνουν εκθεσιακοί χώροι.
Ένα δεύτερο συγκρουσιακό «Μακεδονικό» ζήτημα αναδείχτηκε με την αύξηση των μουσουλμάνων προσφύγων και τις μεταρρυθμίσεις στη μειονότητα, μετά το κλείσιμο της τριετούς φοίτησης Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης το 2014 (υπουργός παιδείας Ά. Διαμαντοπούλου). Η οργάνωση μιας εκπαιδευτικής μονάδας για «ιεροδιδασκάλους» και για «μια δεξαμενή καταρτισμένων επιστημόνων που θα στελεχώσουν διαφόρους οργανισμούς και φορείς» δίχασε πρώτα τη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, καθώς το τμήμα Θεολογίας ανέλαβε να ιδρύσει πανεπιστημιακή τετραετούς φοίτησης «Εισαγωγική Κατεύθυνση Μουσουλμανικών Σπουδών» με «την υποστήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Παρά τα όσα εξέθεσαν οι εμπνευστές, μέλη του τμήματος, θεσμοθετώντας «Μουσουλμανικές σπουδές», με τον τουλάχιστον αδόκιμο όρο «Εισαγωγική Κατεύθυνση», δεν έπεισαν ως προς τον μη ομολογιακό χαρακτήρα του προγράμματος σπουδών, ενώ άφησαν να φανεί ο εμβαλωματικός χαρακτήρας του, δίνοντας πτυχίο που δεν εξασφαλίζει επαγγελματικά δικαιώματα παρά μόνο στους «μουσουλμάνους το θρήσκευμα» απόφοιτους. Το παραπάνω εγχείρημα, απ’ όσο γνωρίζω, δεν υπέστη επιστημονική κριτική κι ούτε εξετάστηκε το ενδεχόμενο και οι δύο ομάδες να εισαχθούν στα συναφή τμήματα της χώρας. Τελικά, η εν λόγω επιλογή στην ουσία παρατείνει το οθωμανικό μοντέλο εκπαίδευσης των ελλήνων μουσουλμάνων, μολονότι η «μουσουλμανική μειονότητα» έχει ανασυγκροτηθεί σε τρεις εθνοτικές ομάδες, υποτίθεται με κοσμικά κριτήρια. Έτσι, η λειτουργία της «Εισαγωγικής Κατεύθυνσης» από το Σεπτέμβρη 2016 τυπικά αποτελεί αναβάθμιση ως προς τα χρόνια φοίτησης και την πιστοποίηση επαγγελματικών προσόντων (για τους «μουσουλμάνους το θρήσκευμα»), ενώ απουσιάζει η έμπρακτη εγγύηση του κοσμικού/επιστημονικού χαρακτήρα του προγράμματος σπουδών.
Τελικά, η διαχρονική εμμονή του ελληνικού κράτους να διατηρεί την αναχρονιστική εκπαίδευση και το επάγγελμα του «ιεροδιδασκάλου», όπως και τον ομολογιακό χαρακτήρα των Θρησκευτικών, δείχνει ότι δομικά η συγκρότησή του, σε σχέση με την παραδοσιακή ισχύ και την αυξανόμενη παρεμβατικότητα της εκκλησίας (μη ανεκτική σε ετερό-θρησκους/-δοξους, άθεους κ.ά., ισλαμοφοβία), το καθιστά αδύναμο να επιβάλει την κοσμικότητα και την ανεξιθρησκία, δομικά χαρακτηριστικά των εθνικών κρατών. Παρόμοια εξηγούνται –δηλαδή διά τον φόβον της κρατικοδίαιτης και πανίσχυρης οικονομικά και ιδεολογικά εκκλησίας– η εκ μέρους της δημοτικής αρχής παρορμητική/ καιροσκοπική αντιμετώπιση, να παραχωρήσει χώρο προσευχής των μουσουλμάνων για τις μέρες του Ραμαζανίου, αλλά και ο παρατεινόμενος δισταγμός των κυβερνώντων να οικοδομηθεί τζαμί στην Αθήνα. Ακόμα και στο χριστιανικό Βυζάντιο, από τον 8ο αιώνα μουσουλμάνοι έμποροι κ.ά. προσεύχονταν σε τζαμί στην Κωνσταντινούπολη!
Οι παραπάνω συγκρουσιακές περιπτώσεις «Μακεδονικών», αντανακλάσεις των ευρύτερων γεωπολιτικών διακυβευμάτων, μπορούν να δώσουν μια αντιπροσωπευτική εικόνα της «γεωκουλτούρας» της Θεσσαλονίκης, μόνο αν συνεξεταστούν με τις τάσεις συσπείρωσης που επίσης ανιχνεύονται. Θα περιοριστώ να αναλύσω σύντομα μία από αυτές: Το προσφιλές στη θεσσαλονικιώτικη μεταπολεμική ιστοριογραφία ζήτημα των ντόπιων αδελφών Κύριλλου (κατά κόσμον Κωνσταντίνος πριν πεθάνει, εκάρη μοναχός και τάφηκε στη Ρώμη, περ. 826-869) και Μεθόδιου (κατά κόσμον Μιχαήλ βυζαντινός αξιωματούχος και στη συνέχεια μοναχός και ιεράρχης, περ. 815-885). Η αποστολή των δύο βυζαντινών διανοουμένων στη Μοραβία το 863, με απόφαση του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, συναινούντος του πατριάρχη Φωτίου, οδήγησε στην καθιέρωση του γλαγολιτικού αλφάβητου για τον εγγραμματισμό της παλαιοσλαβικής γλώσσας, στη μετάφραση των ιερών κ.ά. κειμένων και τέλος στην τέλεση της λειτουργίας στην κοινή τότε γλώσσα των σλάβων. Ο νεοτερισμός αυτός τούς επέτρεψε την είσοδό τους στη λεγόμενη «Βυζαντινή κοινοπολιτεία», γι’ αυτό από νωρίς τους λατρεύουν ως αγίους. Η αποστολή τους και η κυριλλομεθοδιανή κληρονομιά αποτέλεσαν από το 19ο αιώνα εμβληματικό ιστορικο-φιλολογικό ζήτημα της ρωσικής ιστοριογραφίας και, μετά το Μεγάλο πόλεμο, των εθνικών ιστοριογραφιών των σλαβικών κρατών που προέκυψαν από τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Παρά την καθυστέρηση δεκαετιών, η ελληνική ιστοριογραφία –κυρίως στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ–, αφού επεξεργάστηκε μια εθνική θεολογική προσέγγιση, συνομίλησε εντέλει με τη διεθνή σλαβολογία στην ψυχροπολεμική περίοδο. Παράλληλα, η μητρόπολη Θεσσαλονίκης αποδεχόμενη την αγιότητα των δύο αδελφών μόλις το 1966, καθιέρωσε την εορτή της μνήμης τους τοπικά στις 11 Μαΐου (μετονομάζοντας το ναό Αγίου Νικολάου Ξηροκρήνης σε Κυρίλλου & Μεθοδίου, 1972). Βαθμιαία, το κενό καλύφθηκε με τη διόγκωση της κυριλλομεθοδιανής βιβλιογραφίας, τη διοργάνωση εορτασμών, διεθνών συνεδρίων, εκθέσεων και με τη θεμελίωση (1971) και οικοδόμηση ναού στη μνήμη τους στη Θεσσαλονίκη (1985). Στη δεκαετία μάλιστα του ’90 του οξυνόμενου εθνικισμού καθιερώθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδας ο εορτασμός της μνήμης των δύο αδελφών, ο εκκλησιασμός των μαθητών και η ανέγερση περισσότερων ναών στη χώρα.
Σήμερα η κυριλλομεθοδιανή μνήμη αναπτύσσεται ποικιλότροπα και από ετερόκλητους παράγοντες: Ιεράρχες και ευρύτεροι εκκλησιαστικοί κύκλοι εξακολουθούν να επικαλούνται, σε μισαλλόδοξα κηρύγματά τους, τους κατεξοχήν εκφραστές της μακρόχρονης ελληνο-σλαβικής όσμωσης, Κύριλλο και Μεθόδιο, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν τη μνήμη τους για να αναπλάσουν τη Θεσσαλονίκη ως χριστιανικό «αντίβαρο» στον ισλαμικό κίνδυνο και φροντίζουν να φιλοτεχνήσουν το τοπίο της αναλόγως. Παρόμοια, πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες (ντόπιοι και ομογενείς), ενάντια στην παραδοσιακή βουλγαρο-φοβία, παρεμβαίνουν με στόχο να συμπτύξουν ελληνο-σλαβικό ορθόδοξο μέτωπο. Τέλος, στο πλαίσιο της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, της πολιτιστικής διπλωματίας και της εμπορευματοποίησης του τουριστικού προϊόντος (θρησκευτικός τουρισμός), η δημοτική αρχή επιχειρεί πολλαπλές παρεμβάσεις-προσοδοφόρες ατραξιόν, διευρύνοντας αλλά και αλλοιώνοντας την ιστορική μνήμη τους, διατυπώνοντας ιστορικές ανακρίβειες και υποτάσσοντάς την σε αλλότριους σκοπούς. Έτσι, στη θεολογικοποίηση της μνήμης των Κυρίλλου και Μεθοδίου προστέθηκαν νέες ιδεολογικές χρήσεις, που λίγο σχετίζονται με τα αναπάντητα ιστορικά ερωτήματα, ενώ η εντεινόμενη εκλαΐκευση μέσω κηρυγμάτων, εκκλησιασμών κ.τ.ό. ακυρώνει την κατανόηση της πολυδιάστατης κληρονομιάς τους στη Μοραβία και στον ευρύτερο σλαβικό χώρο.
Η Θεσσαλονίκη πράγματι έγινε πιο «εξωστρεφής», προσφέροντας σε νέους οικονομικο-κοινωνικούς παράγοντες και διαχειριστές του παρελθόντος το καταστάλαγμα της πλούσιας εθνικής/εθνικιστικής, θρησκευτικής/ησυχαστικής και δημοκρατικής/επιστημονικής «γεωκουλτούρας» της. Ταυτόχρονα όμως εξετέθη σε περισσότερα επίδικα «Μακεδονικά». Κατά πόσο και προς ποια κατεύθυνση αυτή θα εξελιχθεί, θα εξαρτηθεί από τη συνειδητοποίηση της σύνθετης συγκυρίας και τους κοινωνικο-πολιτικούς αγώνες που βρίσκονται σε εξέλιξη, με επίκεντρο την ίδια και ευρύτερα.




ΑΠΟΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ «ΑΝΥΠΑΡΚΤΗΣ» ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Σπύρος Καράβας 28

Τα συνθήματα «Μακεδονία γη Ελληνική», «Η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική», «Η Μακεδονία είναι Ελλάδα», «Δεν γίνεται Μακεδόνας χωρίς να είναι Έλληνας», είναι ορισμένα από όσα κυριάρχησαν τα τελευταία 26 χρόνια στον δημόσιο λόγο και υποστηρίχθηκαν από χιλιάδες Έλληνες εντός και εκτός επικρατείας. Τα συνθήματα αυτά και οι εικόνες που τα συνοδεύουν ταξίδεψαν σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της υφηλίου. Και οπωσδήποτε εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η βεβαιότητα που απηχούν και το πάθος που διακατέχει τον διαμαρτυρόμενο κόσμο ως προς την ορθότητα της άποψής του. Μια άποψη εμπεδωμένη, που δεν επιδέχεται αντίλογο και μοιάζει να αφορά τα ιερά και τα όσια των συμπολιτών μας που τα υπερασπίζονται. Όσοι δε αρθρώνουν έναν διαφορετικό λόγο, αυθωρεί κατατάσσονται στους προδότες ή έστω στους απάτριδες

Ουσιαστικά η κυρίαρχη άποψη είναι ότι ούτε σήμερα υφίσταται ούτε στο παρελθόν υπήρξε άλλη Μακεδονία πέραν της ελληνικής. Πρόκειται για την ίδια άποψη που υποστηρίζει την αδιάσπαστη συνέχεια, ανά τους αιώνες, του ελληνικού έθνους και κατ’ επέκταση της ελληνικότητας των ελληνικών «πατρίδων». Μία από αυτές τις πατρίδες είναι και η Μακεδονία. Μια πατρίδα μάλιστα με ιδιαίτερο ειδικό βάρος αφού, ανάμεσα σε άλλα που έχουν κατά καιρούς λεχθεί, έφτασαν να την ανακηρύξουν από το βήμα της Βουλής, εν έτει 1950, σε «σπονδυλικήν στήλην της Εθνικής μας διαρθρώσεως» και σε «προπύργιον της Εθνικής μας ανεξαρτησίας»

Είναι προφανές ότι η άποψη περί της αδιάσπαστης ελληνικής συνέχειας προδίδει, πλάι στις υπόλοιπες υστερήσεις και αναχρονισμούς, την κεφαλαιώδη άγνοια γύρω από τη νεωτερικότητα του έθνους. Παρακάμπτοντας το ζήτημα αυτό, που δεν θα μας απασχολήσει εδώ, εύκολα διαπιστώνει κανείς και το μέγεθος της άγνοιας που επικρατεί ως προς τον πολιτικό χάρτη των Βαλκανίων έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά τους Βαλκανικούς πολέμους.

Εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς με τι είναι συνυφασμένες αυτές οι άγνοιες της ελληνικής κοινωνίας και πού εδράζονται οι τόσο διαδεδομένες βεβαιότητες. Κι αν όντως είναι τόσο βαθιά χαραγμένες στις συλλογικές συνειδήσεις, φυσικό είναι, αναζητώντας απαντήσεις, να ανατρέξει κανείς στην παιδεία των Νεοελλήνων, με πρώτο σταθμό στον κύριο εθνοποιητικό μηχανισμό, τη σχολική εκπαίδευση. Μάλιστα, ένας φοιτητής Γεωγραφίας, εκεί όπου καταρχήν θα έστρεφε την έρευνά του θα ήταν στα σχολικά εγχειρίδια Γεωγραφίας, στα αντίστοιχα των στρατιωτικών σχολών, στους χάρτες και τους άτλαντες καθώς και στις εγκυκλοπαίδειες που έως πρόσφατα ανταποκρίνονταν σε ποικίλες ζητήσεις του ευρύτερου κοινού. Και το ερώτημα που θα επιχειρούσε να απαντήσει είναι κατά πόσον οι συνοριακές-πολιτικές αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της Μακεδονίας, με κορυφαίες εκείνες της «τεμάχισης» της Μακεδονίας το 1913 και εν συνεχεία, τρεις δεκαετίες αργότερα, της ανακήρυξης της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» ως ομόσπονδου κράτους της Γιουγκοσλαβίας, εμφανίζονται σε αυτές τις πηγές. Ακολουθεί μια πρώτη και ενδεικτική κατάθεση δελτίων και οι σχετικές διαπιστώσεις, αποτέλεσμα περιήγησης στο σχετικό υλικό, που περιορίζεται εδώ στα μεταπολεμικά χρόνια, μέχρι το 1992, όταν ξέσπασε στη χώρα μας η φρενίτιδα

1938-1959 Το γεωγραφικό εγχειρίδιο του Π. Ι. Ηλιόπουλου (Γεωγραφία της Ευρώπης δια την Β’ Τάξιν των Οκταταξίων Γυμνασίων), πρωτοκυκλοφορεί το 1938 και εξακολουθεί να εκδίδεται από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ) μέχρι το 1959. Αναφερόμενος ο συγγραφέας στα λεκανοπέδια του Στρυμόνα και του Νέστου, στη νοτιοδυτική Βουλγαρία, επισημαίνει ότι «η περιοχή αύτη παρουσιάζει γεωλογικήν κατασκευήν ανάλογον με την της Ελληνικής Μακεδονίας, της οποίας είναι συνέχεια» (σ. 26· όλες οι παραπομπές από την έκδοση του 1938, αλλά τα ίδια επαναλαμβάνονται και στις μεταγενέστερες εκδόσεις). Όσο για την περιοχή της Σερβικής Μακεδονίας, αυτή αποτελεί συνέχεια της Ελληνικής Μακεδονίας (σ. 38), ενώ είναι μία από τις πέντε φυσικές περιοχές της Γιουγκοσλαβίας (σ. 37). Ο όρος Σερβική Μακεδονία απαντάται δέκα φορές στο εγχειρίδιο (σ. 37, 38, 39, 41, 42, 54), μία φορά αναφέρεται ως Β.Δ. Μακεδονία (σ. 39) και μία απλά ως Μακεδονία (σ. 43).

1947 Το μεταπολεμικό εγχειρίδιο του Γ. Μέγα, καθηγητή Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που εκδίδεται για πρώτη φορά το 1947 (Γεωγραφία της Ελλάδος διά την Α’ Τάξιν των Γυμνασίων) και θα γνωρίσει πολλαπλές επανεκδόσεις μέχρι και το 1968 από τον ΟΕΣΒ (και μετέπειτα Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων [ΟΕΔΒ]). Οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να μάθουν ότι τη Μακεδονία δεν την κατέχει όλην σήμερον η Ελλάς. «Το βόρειον μέρος της το κατέχουν δύο άλλα κράτη, η Νοτιοσλαβία και η Βουλγαρία» (σ. 113 [έκδ. 1947, 1948, 1950, 1951]· σ. 115, 117 [έκδ. 1955, 1957, 1958]· σ. 112 [έκδ. 1964, 1968]).

1949, 1953 Περισσότερο εύγλωττα είναι όσα συναντούμε στον 7ο τόμο του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του «Ηλίου» (1949), που είναι αφιερωμένος στην Ελλάδα και όπου διαβάζουμε ότι «τα φυσικά βόρεια όρια ολοκλήρου της Μακεδονίας ευρίσκονται εντός της Νοτιοσλαυΐας και της Βουλγαρίας και είναι τα όρη Σκάρδος και Ρίλα» (σ. 1383). Στο δε λήμμα περί Νοτιοσλαβίας (τ. 14), το οποίο συντάσσεται το 1953, υιοθετείται πλήρως η ονομασία Μακεδονία για την αντίστοιχη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και ο όρος Μακεδόνες στην κατανομή κατ’ εθνότητες του πληθυσμού. Έτσι, η Δημοκρατία της Μακεδονίας εμφανίζεται να έχει 1.216.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 809.613 είναι Μακεδόνες «κατ’ επισήμους νοτιοσλαβικούς αριθμούς». Και το λήμμα συνοδεύεται από ένθετο πολιτικό χάρτη, που φέρει τις αντίστοιχες επωνυμίες των Λαϊκών Δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας, χωρίς να παραλείπεται και εκείνη της Μακεδονίας (χάρτης 1)

Αν σε κάτι αντιτίθεται έμμεσα ο συντάκτης του σχετικού λήμματος Ν. Μοσχόπουλος είναι ο χαρακτηρισμός της γλώσσας ως μακεδονικής και γι’ αυτό την θέτει εντός εισαγωγικών. Αντί άλλου συμπεράσματος θα μπορούσε λοιπόν να υποστηριχθεί ότι το λεξικό του «Ηλίου», παρά το εθνικιστικό και αντικομμουνιστικό του πρόταγμα, δεν υπερασπίζεται την ελληνική αποκλειστικότητα της Μακεδονίας.


29

1950 Στη Γεωγραφία της Ευρώπης για την ΣΤ’ Τάξη των Δημοτικών Σχολείων της Μαρ. Ιωαννίδου-Παπαϊωάννου και της Βασ. Γιαννακοπούλου (χ.χ., αλλά εγκεκριμένη από το Υπουργείο Παιδείας για την 3ετία 1950-1953) αναδημοσιεύεται ο χάρτης της μεσοπολεμικής  Γεωγραφίας της Ευρώπης του Ιω. Σαρρή (11933)

με την επισήμαση ότι η Σερβική Μακεδονία αποτελεί ένα από τα τμήματα της Γιουγκοσλαβίας (σ. 50, 52). Τον ίδιο χάρτη της Γιουγκοσλαβίας του Ιω. Σαρρή αναδημοσιεύει επίσης και ο Λάζαρος Γαβαλάς στη Γεωγραφία της Ευρώπης διά τους μαθητάς της ΣΤ’ Τάξεως των Δημοτικών Σχολείων (χ.χ., αλλά εγκεκριμένη το 1955 – ο χάρτης στη σ. 57).

1951 Το Γενικό Επιτελείο Στρατού, εκπονεί το 1951 διοικητικό χάρτη της Μακεδονίας (κλίμακα 1:1.000.000, χαρακτηρισμένος απόρρητος), ο οποίος φέρει τις ονομασίες των Λαϊκών Δημοκρατιών και των Αυτόνομων Περιοχών. Ο χάρτης είναι ελληνόγλωσσος και με το όνομα «Μακεδονία» ορίζεται η νοτιότερη Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.

Στα δε αχρονολόγητα Σχεδιογραφήματα Στρατιωτικής Ιστορίας της Ελλάδος 1897-1950, που κυκλοφόρησαν όμως τα χρόνια αυτά (έκδ. Σ. Α. Τζηρίτα)


30

, ο χάρτης του Βαλκανικού μετώπου κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (αρ. 17) εικονίζει δύο Μακεδονίες ένθεν κακείθεν των ελληνοσερβικών συνόρων, με μια μικρή παραλλαγή στην απόδοσή τους: η ελληνική σημειώνεται ως «Macedoine» και η σερβική ως «Macedonie».

1955 Σύμφωνα με τη Γεωγραφία της Ευρώπης Τάξις ΣΤ’ τουΔ. Γιαννιά (1955, επανεκδίδεται έως τουλάχιστον το 1958), «η Γιουγκοσλαβία αποτελείται από τα εξής τμήματα: τη Σερβία, την Κροατία, την Σλοβενία, τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη, τη Δαλματία, το Μαυροβούνιο και τη Σερβική Μακεδονία» (σ. 54). Μάλιστα παρατίθεται και χάρτης με τη σήμανση «Σερβική Μακεδονία».

Πληροφορούμαστε επίσης ότι εκτός από τη σερβική γλώσσα, στη χώρα ομιλούνται και η κροατική, η σλοβενική και η «σερβομακεδονική» (σ. 52).

1960 Στο Συμπλήρωμα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Παύλου Δρανδάκη, η οποία είχε κυκλοφορήσει μεσοπολεμικά από τον «Πυρσό», ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχετικά με τη φυσική γεωγραφία της Γιουγκοσλαβίας (τ. Β’ [1960]), καθώς ο όρος Μακεδονία χρησιμοποιείται από τον συντάκτη Γεώργιο Γαζή, αξιωματικό πεζικού, ως αυτονόητη γεωγραφική-διοικητική περιφέρεια της Γιουγκοσλαβίας. Μας πληροφορεί ότι «εις την Μακεδονίαν εκτείνεται η Σαρ Πλάνινα», δηλαδή το όρος Σκάρδος, ενώ το όρος Τσέρνα Γκόρα αποτελεί «το όριον Σερβίας και Μακεδονίας». Μεταξύ των γνωστοτέρων λιμνών είναι και οι 14 λίμνες στο «όρος Σαρ Πλάνινα της Μακεδονίας». Εξάλλου η «βροχόπτωσις ποικίλλει κατά τμήματα. Ούτω βροχόπτωσις μέχρι 500 χιλιοστμ. παρατηρείται είς τινα τμήματα των παραλίων και εις την Μακεδονίαν». Ως προς την πανίδα, «εις τα όρη της Κροατίας και της Μακεδονίας διαβιούν άρκτοι, λύγκες, δορκάδες και έλαφοι». Επίσης «εις την Μακεδονίαν» υπάρχουν δύο εθνικοί δρυμοί για την προστασία της πανίδας. Στο ίδιο λήμμα αναφέρεται ότι μία από τις ομόσπονδες λαϊκές δημοκρατίες που απαρτίζουν τη Γιουγκοσλαβία είναι και εκείνη της Μακεδονίας, για την οποία αναγράφεται η έκταση και ο πληθυσμός, ενώ ένθετος υπάρχει και έγχρωμος χάρτης με τις ονομασίες των επιμέρους δημοκρατιών.

Αξίζει αντίθετα να σημειωθεί ότι η Μακεδονία στο αντίστοιχο λήμμα του Συμπληρώματος (τ. Γ’, χ.χ., αλλά του 1961 ή 1962) παρουσιάζεται ως αποκλειστικά ελληνική γεωγραφική και διοικητική περιοχή.

1962 Ο υποστράτηγος Μιχαήλ Σούλης, καθηγητής Γεωγραφίας στη Σχολή Ευελπίδων, το 1962, στο βιβλίο του Επιτομή της Βαλκανικής Χερσονήσου, είναι απολύτως σαφής ως προς τις τύχες της Μακεδονίας μετά τους Βαλκανικούς πολέμους: αυτή «ανήκει σήμερον κατά τμήματα εις τα εξής Βαλκανικά κράτη […] 1) εις την Γιουγκοσλαυΐαν, ανήκει το βόρειον και δυτικόν τμήμα της Μακεδονίας […] 2) Εις την Βουλγαρίαν, περιλαμβάνεται η βόρειος και ανατολική περιοχή της Μακεδονίας […] 3) Εις την Αλβανίαν, ανήκει μικρόν τμήμα της χώρας, περί το λεκανοπέδιον Αχρίδος-Πρεσπών και 4) Εις την Ελλάδα, περιλαμβάνεται η υπόλοιπος περιοχή της Μακεδονίας (Νοτιοδυτική-νοτία-νοτιοανατολική» (σ. 47).

Στη συνέχεια ο ίδιος διευκρινίζει τη διοικητική υπόσταση των εκτός Ελλάδας Μακεδονιών: η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία «συνιστά μίαν των σλαυϊκών δημοκρατιών» (σ. 182), η «Βουλγαρική Μακεδονία αποτελεί έν εκ των διαμερισμάτων, εις τα οποία διαιρείται ολόκληρος η Βουλγαρία με πρωτεύουσαν την Τζουμαγιάν μετονομασθείσαν εις Μπλαγκόε(β)γκραντ», ενώ «το τμήμα της Μακεδονίας το περιλαμβανόμενον εις την Αλβανίαν υπάγεται εις τον νομόν Κορυτσάς» (σ. 183). Όσο για τον πληθυσμό της Γιουγκοσλαβίας, ο Σούλης σημειώνει ότι «αν και Σλαυϊκής καταγωγής, συγκροτούν έξ (6) διαφόρους εθνότητας διαφερούσας κατά την γλώσσαν, την θρησκείαν, τα ήθη και τα έθιμα». Μία από αυτές τις έξι εθνότητες είναι και εκείνη των Μακεδόνων (σ. 259-260). Επίσης μία από τις αναγνωρισμένες γλώσσες του κράτους είναι η «Μακεδονική», ενώ στη συνέχεια γίνεται λόγος και για Σλαυομακεδόνες που μιλούν τη Σλαυομακεδονική γλώσσα (σ. 261

1962 Ο καθηγητής Φυσικής Παναγιώτης Γαβρεσέας, στο εγχειρίδιό του Γεωγραφία της Ευρώπης διά την Β’ Τάξιν των Γυμνασίων (ΟΕΔΒ, 11962, 21963), αναφέρει ότι η Σερβική Μακεδονία είναι μία από τις έξι Λαϊκές Δημοκρατίες του ομόσπονδου κράτους της Γιουγκοσλαβίας, στο οποίο κατοικούν «περί το 1 εκατομ. Σέρβοι της Μακεδονίας» (έκδ. 1963, σ. 23, 32). Το κείμενο συνοδεύεται από δύο χάρτες της Γιουγκοσλαβίας, με την ένδειξη Σερβική Μακεδονία στον πολιτικό χάρτη και Μακεδονία χωρίς άλλο προσδιορισμό στον επόμενο (σ. 24, 26).

Ας σημειωθεί τέλος ότι ό όρος Σερβική Μακεδονία απαντάται εδώ εννέα φορές (σ. 23, 25, 27, 29, 32, 35).

1964 Το 1964 πρωτοκυκλοφορεί η Γεωγραφία Ευρώπης, Φυσική, Πολιτική, Οικονομική διά την Β’ Τάξιν του Γυμνασίου του Ευάγγελου Σταμάτη. Αναδημοσιεύεται αυτούσιος ο χάρτης της Γιουγκοσλαβίας (σ. 25) τον οποίο συναντήσαμε στο εγχειρίδιο του Γαβρεσέα.

και σημειώνεται ότι κατά το «1912-1913 κατέλαβεν η Σερβία την βόρειον Μακεδονίαν» (σ. 28). Προστίθεται μάλιστα ότι «μέχρι του 1918 έζων εις την σημερινήν Μακεδονίαν την κατεχομένην υπό των Γιουγκοσλάβων πολλοί Έλληνες» (σ. 29).

1969 Ο ίδιος χάρτης της Γιουγκοσλαβίας, με τις ονομασίες των περιφερειών της χώρας, κοσμεί και το εγχειρίδιο του Φυσικού και Γυμνασιάρχη Ευστράτιου Παπάνη Η Γεωγραφία Β’ Γυμνασίου, το οποίο πρωτοεκδίδεται το 1969 και αδιαλείπτως ανατυπώνεται έως και το 1982 (ο χάρτης στη σ. 108, έκδ. 1969). Εδώ φαίνεται να λήγει και η σταδιοδρομία του χάρτη αυτού, ο οποίος συνόδευσε τα γεωγραφικά εγχειρίδια για τη Β’ Γυμνασίου επί είκοσι συναπτά έτη (1962-1982). Όσο για τον Παπάνη, σημειώνει ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, «εσχηματίσθη η “Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας” με τας εξής χώρας: Παλαιάν Σερβίαν – Κροατίαν – Σλοβενίαν – Βοσνίαν – Ερζεγοβίνην – Μαυροβούνιον και την λεγομένην Σερβικήν Μακεδονίαν» Η λεγομένη επαναλαμβάνεται σε όλες τις εκδόσεις (έκδ. 1969, σ. 112, έκδ. 1982, σ. 39).

1969 Το 1969 κυκλοφόρησε και ο Παγκόσμιος Γεωγραφικός Άτλας (Πάπυρος – Fratelli Fabbri Editori)


31

σε δύο χάρτες του οποίου (τ. 1, σ. 53, 57) σημειώνεται η επίμαχη λέξη «Μακεδονία» για την γειτονική Δημοκρατία, πάνω από την ελληνική Μακεδονία.

Στα σύντομα λήμματα που συνοδεύουν τους χάρτες, μαθαίνουμε επίσης ότι εκεί επί Βυζαντινής αυτοκρατορίας «ο Ελληνισμός δέσποζε φυλετικά, γλωσσικά και πολιτιστικά» (σ. 122). Δεν πληροφορούμαστε όμως για τη συνέχεια…

1969 Στη Γεωγραφία της Ελλάδος Α’ Γυμνασίου του γεωλόγου Ηλία Μαριολάκου, που εκδίδεται –όπως όλα τα εγχειρίδια της περιόδου αυτής– από τον ΟΕΔΒ μεταξύ 1969 και 1976, διαβάζουμε ότι «η ελληνική Μακεδονία περιλαμβάνει το μεγαλύτερον μέρος της Μακεδονίας η οποία εκτείνεται και πέραν των βορείων συνόρων της Ελλάδος μέχρι των ορέων του Σκάρδου και Ρίλου». Και για να γίνει σαφέστερος συνεχίζει: «Σήμερον δεν ανήκει ολόκληρος η Μακεδονία εις την Ελλάδα, αλλά μόνον το νότιον τμήμα αυτής. Τα βόρεια τμήματά της τα κατέχουν η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία» (έκδ. 1970, σ. 101-102, έκδ. 1976, σ. 100 [σε δημοτική γλώσσα]). Ωστόσο, στη νέα της εκδοχή η Γεωγραφία του Η. Μαριολάκου, με συνυπογράφοντα τον Χρ. Σίδερη (Στοιχεία Γενικής Γεωγραφίας της Ελλάδας Γ’ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 11979, που επανεκδίδεται τουλάχιστον μέχρι το 1994), παραλείπει την πληροφορία αυτή.

Ούτως ή άλλως, η σχολική γεωγραφία από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αλλάζει ρότα. Η πολιτική γεωγραφία εγκαταλείπεται σταδιακά και υποκαθίσταται από την οικονομική και περιβαλλοντολογική γεωγραφία, τη γεωλογία και τα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις της Ελλάδας με την ΕΟΚ


32

Με τον τρόπο αυτό η διδακτική της Γεωγραφίας, όπως και της Ιστορίας, πέρασε στον «αστερισμό της υπερεθνικότητας και της παγκοσμιοποίησης» 33.

Κατά συνέπεια η βόρεια Μακεδονία της Νοτιοσλαβίας και Βουλγαρίας, η Σερβική Μακεδονία της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας, ακόμη και η λεγομένη Σερβική Μακεδονία του Παπάνη, από τη δεκαετία του 1980 και εξής δεν θεωρούνται άξιες μνείας. Μαζί με την απάλειψη μειωτικών χαρακτηρισμών ως προς την προέλευση και το πολιτισμικό status των περίοικων στην Ελλάδα λαών, απονευρώνεται και η ιστορική και πολιτική γεωγραφία. Τουτέστιν η κυρίαρχη μέχρι και τη δεκαετία του 1960 θέαση της γεωγραφίας.

1984 Έτσι στη Γεωγραφία της Ευρώπης, Γ’ Γυμνασίου της Σοφίας Ορεινού-Μάγκλαρη και του Στέφανου Παπασημακόπουλου, η οποία απο το 1984 συνεχίζει να εκδίδεται από τον ΟΕΒΔ έως τουλάχιστον το 1994, δεν ανιχνεύεται τίποτε σχετικό με την πολιτική γεωγραφία των κρατών ή τη φυσική μορφολογία ευρύτερων περιοχών. Μια ματιά στα περιεχόμενα του εγχειριδίου αυτού είναι αρκούντως κατατοπιστική για την αλλαγή προσανατολισμού για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Εντελώς ενδεικτική, στη συνάφεια αυτή, είναι και η Γεωγραφία Β’ Γυμνασίου της Αθηνάς Καραμπάτσα κ.ά., η οποία άρχισε να κυκλοφορεί από τον ΟΕΔΒ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (το 2007 πραγματοποιεί τη 10η έκδοση) και επιχειρεί να μας διαφωτίσει στο σχετικό κεφάλαιο που αναφέρεται στις Βαλκανικές χώρες: «Η ιστορία αυτής της περιοχής είναι πολύπλοκη γιατί στο έδαφός της συναντήθηκαν από τα πανάρχαια χρόνια πολλές διαφορετικές εθνότητες, πολιτισμοί και θρησκείες που βρέθηκαν σε σύγκρουση ανάμεσά τους» (έκδ. 2007, Μάθημα 14, σ. 55). Στη δε επόμενη σελίδα μαθαίνουμε ότι «οι βουνοκορφές της [Ροδόπης] είναι τα σύνορα ανάμεσα στη χώρα μας και στη γειτονική Βουλγαρία» (σ. 56).

1985, 1990 Τέλος, στο λήμμα «Γιουγκοσλαβία» της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος -Λαρούς-Μπριτάννικα (τ. 17, 1985), σημειώνεται ότι «η χώρα αποτελείται από έξι ομόσπονδες δημοκρατίες, μία για κάθε κύρια σλαβόφωνη εθνότητα» και παρατίθεται έγχρωμος χάρτης με τις ονομασίες των Δημοκρατιών.


Οι «Σλαβομακεδόνες» αντιστοιχούν στο 6% του πληθυσμού, ενώ το 5% «ομιλει την Σλαβομακεδονική έχει ιδιαίτερη γραπτή γλώσσα, η οποία κωδικοποιήθηκε πρόσφατα και συγγενεύει με τη Βουλγαρική». Στο ρέον κείμενο η αναφορά στη Μακεδονία γίνεται χωρίς άλλον προσδιορισμό.

Στον 44ο τόμο της ίδιας εγκυκλοπαίδειας (1990) ο αναγνώστης βρίσκει τρία λήμματα με τον όρο «Μακεδονία»: α) εκείνο που αφορά τον κεντρικό γεωγραφικό χώρο της Βαλκανικής και εκτείνεται «στη Βόρεια Ελλάδα, στη νότια Γιουγκοσλαβία, στη νοτιοδυτική Βουλγαρία και στο ανατολικό άκρο της Αλβανίας», β) το γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας και γ) τη «Μακεδονία (Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας)», που «καταλαμβάνει το δυτικό μέρος της ιστορικής περιοχής της Μακεδονίας» και τα 2/3 περίπου των κατοίκων της είναι Σλαβομακεδόνες», ενώ «το ποσοστό αναλφαβητισμού» σε αυτήν είναι το υψηλότερο στη χώρα [ενν. τη Γιουγκοσλαβία]».

Αυτά γράφονται στη γειτονική Ελλάδα –χώρα με ανύπαρκτο ουσιαστικά αναλφαβητισμό– σε μια από τις εγκυρότερες ελληνόγλωσσες εγκυκλοπαίδειες, τις παραμονές της έκρηξης του εθνικιστικού παροξυσμού. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι η συγκεκριμένη εγκυκλοπαίδεια είναι εκείνη που έχει και τη μεγαλύτερη αποδοχή από την εγγράμματη ελληνική κοινωνία δοθέντος ότι θεωρείται, δίκαια ή άδικα, πως διασφαλίζει τα εχέγγυα της επιστημονικότητας. Βεβαίως είναι άλλο πράγμα οι ομοιόμορφες δερματόδετες ράχες που κοσμούν το ‘σύνθετο’ στο καθιστικό και άλλο η ‘επισκεψιμότητα’ που γνώρισαν τα ίδια τα έντυπα. Θα μπορούσε όμως να διατυπωθεί και ο αντίλογος που δεν αφορά την ‘επισκεψιμότητα’ –ούτως ή άλλως περιορισμένη–, αλλά την ‘επιχειρησιακή’ ικανότητα της όποιας Britannica προκειμένου να αμφισβητηθούν εμπεδωμένες ‘αλήθειες’, να αναθεωρηθούν ανορθολογικοί τρόποι σκέψης, να ανατραπούν σωβινιστικές προσλήψεις της Ιστορίας, να αποδυναμωθούν αρχαϊκότητες παντός είδους. Αρχαϊκότητες που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε οικογενειακές συναθροίσεις μπροστά στο ‘σύνθετο’ της μεταπολεμικής Ελλάδας και αναπαράγονται από γενιά σε γενιά λες και σταμάτησε ο χρόνος

Αντί συμπεράσματος, λοιπόν, και για να ξαναθυμηθούμε τον υποθετικό φοιτητή Γεωγραφίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εφόσον εκείνος μείνει μόνο στα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν εδώ, δύσκολα θα απαντήσει στο αρχικό ερώτημα. Αν μή τι άλλο αυτά αποδεικνύουν ότι ερεθίσματα προς την κατεύθυνση της ύπαρξης της «ανύπαρκτης» Μακεδονίας είχε συναντήσει ο μέσος εγγράμματος Νεοέλληνας στο διάβα του από την εποχή του Ψυχρού πολέμου έως την ώρα του εθνικιστικού παραληρήματος. Εδώ περιοριστήκαμε σε ελάχιστα δείγματα, ενώ τα έντυπα, σχολικά και όχι μόνο, τόσο των μεσοπολεμικών όσων και των μεταπολεμικών χρόνων, βρίθουν από σχετικές μνείες. Και ασφαλώς ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε εαυτούς και αλλήλους σφυρηλατείται από ποικίλα αναγνώσματα, αλλά και ακούσματα και βιώματα. Τα στερεότυπα, οι φενακισμοί και οι αγκυλώσεις των συλλογικών συνειδήσεων είναι προϊόντα πολύπλοκων ιστορικών διεργασιών. Για να αποκτήσει εν προκειμένω όνομα-οντότητα και αυτή η Μακεδονία των άλλων, απαιτούνται ρηγματώσεις στον παραδοσιακό και αρχέγονο πολιτισμό μας, που προϋποθέτουν ευρύτερες ρήξεις και ανατροπές

Στο κείμενο αυτό αποφεύγεται εμπρόθετα -και επειδή εξ αντικειμένου ο χώρος δεν το επιτρέπει- η παράθεση βιβλιογραφίας για το Μακεδονικό ζήτημα, η οποία ούτως ή άλλως είναι τεράστια τόσο ως προς την οντολογική του διάσταση όσο και ως προς την κριτική θεώρηση της ιστοριογραφίας που το αφορά. Περιορίζομαι ωστόσο να μνημονεύσω το εντελώς πρόσφατο άρθρο με ανάλογο προβληματισμό και τεκμηρίωση του Σάκη Κουρουζίδη στο τχ. 85 (Ιούνιος 2018) του The book’ journal («Πόσες Μακεδονίες υπάρχουν;»), το οποίο δημοσιεύτηκε ενώ είχε ξεκινήσει η σχετική έρευνα, μέρος της οποίας κατατίθεται στο παρόν άρθρο.