“ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: από το προσωρινό στο μόνιμο”

σε Βήμα Φοιτητών
image_pdfimage_print

“REFUGEE SETTLEMENT: from temporary to permanent”

Διάλεξη (Ερευνητική Εργασία)

Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Ντίνα Βαΐου

Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών

Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Φεβρουάριος 2017

Συγγραφείς | Authors

Κουτσονικολή Ευφροσύνη | Koutsonikoli Effrosyni

Τηλ.| Tel. :6946402415

E-mail: frosso.koutsonikoli@gmail.com

Διεύθυνση: Ταγμ. Πλέσσα 61, Καλλιθέα, Αθήνα, Αττική, Ελλάδα | ΤΚ: 17674

Address: Tagm. Plessa 61, Kallithea, Athens, Attica, Greece | PS: 17674

Παλαπάνης Ειρηναίος – Στυλιανός | Palapanis Eirinaios – Stylianos

Τηλ.| Tel.: 6948267679

E-mail: renosp44@gmail.com

Διεύθυνση: Φαλέα 8, Άνω Πατήσια, Αθήνα, Αττική, Ελλάδα | ΤΚ: 11142

Address: Falea 8, Ano Patissia, Athens, Attica, Greece | PS: 11142

Αφορμή για την παρούσα εργασία αποτέλεσε η σύγχρονη παγκόσμια προσφυγική κρίση η οποία δημιούργησε εκτεταμένες ανάγκες στέγασης μεγάλων πληθυσμών. Ύστατη απάντηση στο ζήτημα της προσωρινής στέγασης, έγινε ο προσφυγικός καταυλισμός, μία δομή που αριθμεί δεκαετίες εφαρμογής σε περιπτώσεις έκτακτης μετεγκατάστασης. Κάποιοι από τους καταυλισμούς, μετρούν σχεδόν 30 χρόνια ζωής, ενώ η μέση “διαμονή” σε αυτούς έχει ξεπεράσει πλέον τα 17 χρόνια.

Κατ’ επέκταση, προκύπτουν ερωτήματα για το πόσο προσωρινή είναι αυτού του είδους η στέγαση, για το αν μπορεί να οριστεί εξαρχής η διάρκεια ζωής της, για την επίδραση της προσφυγικής εγκατάστασης στους τόπους φιλοξενίας και εν τέλει για το πώς μπορεί ο σχεδιασμός να ανταποκριθεί σε αυτή υπό το πρίσμα της “μονιμότητας”.

Το προσφυγικό φαινόμενο αφορά τη βίαιη και αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών από τη χώρα καταγωγής και την ανικανότητα ή την απροθυμία τους να επιστρέψουν σε αυτή εξαιτίας φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε κάποια κοινωνική ομάδα, είτε λόγω απειλής για τη ζωή ή την ασφάλειά τους, εξαιτίας της εκτεταμένης βίας που διαταράσσει τη δημόσια τάξη. (UNHCR, 2000)

Τα ποσοστά των προσφύγων αυξήθηκαν ραγδαία μέσα στον 20ο αιώνα. Η επίσημη έκθεση του 2015 καταγράφει σχεδόν 65,5 εκατομμύρια ανθρώπους που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, δηλαδή1 στους 436 ανθρώπους θεωρείται πρόσφυγας. (UNHCR, 2015)

Ο ενδεδειγμένος τρόπος διαχείρισης των εκτοπισμένων πληθυσμών, υποδεικνύει 3 βιώσιμες λύσεις: τον εθελοντικό επαναπατρισμό, την τοπική ένταξη ή την εγκατάσταση σε τρίτη χώρα. Υπάρχει ωστόσο, μια τέταρτη, “προσωρινή” λύση: ο προσφυγικός καταυλισμός, η οποία υλοποιείται όταν οι προηγούμενες δεν είναι διαθέσιμες. Σήμερα, οι καταυλισμοί παρέχουν στέγη στο μισό παγκόσμιο προσφυγικό πληθυσμό, γεγονός που τους καθιστά την πλέον εμβληματική έκφραση της προσφυγικής παρουσίας στο χώρο.(UNHCR, 2007)

Παρότι δεν διατίθεται επίσημος ορισμός του προσφυγικού καταυλισμού, ο όρος αφορά τις μεγάλες ομάδες καταφυγίων για πρόσφυγες, με προσωρινά μέσα στέγασης που παρέχονται από εξωτερική βοήθεια. Στα πλαίσια της μελέτης αυτής, ο “προσφυγικός καταυλισμός” αποτελεί την οργανωμένη ομάδα καταφυγίων στέγασης προσφύγων και την ανάπτυξη εγκαταστάσεων πέραν της κατοικίας, θίγοντας θέματα κλίμακας, διάρκειας και σχεδιασμού, όπως εφαρμόζονται και εξελίσσονται κατά το χρόνο ζωής αυτής της δομής.

Σε αντίθεση με τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης έπειτα από φυσική καταστροφή, όπου υπάρχουν σαφείς μέθοδοι στέγασης με αντίστοιχα χρονικά όρια, τα δεδομένα σε περίπτωση ανάγκης για τη στέγαση των προσφύγων είναι αόριστα. Ο καταυλισμός δεν έχει στόχο την ένταξη στην χώρα υποδοχής, αλλά την προσωρινή φιλοξενία έως ότου βρεθεί μία λύση, η οποία είναι συνήθως ο επαναπατρισμός. Στη φάση κατασκευής του αντιμετωπίζεται ως δομή προσωρινού χαρακτήρα αλλά καθώς, παράγοντες όπως η χώρα υποδοχής, οι οργανώσεις, οι τοπικές κοινωνίες αλλά και οι ίδιοι οι πρόσφυγες αντιδρούν διαφορετικά στις εκάστοτε περιπτώσεις, η διάρκεια, η έκταση και οι προοπτικές εξέλιξης του καταυλισμού, μεταλλάσσονται.

Εικόνα 1: H έκταση του φαινομένου
Aπό αριστερά: Πρόσφυγες Yazidi εγκαταλείπουν τη χώρα τους, Σκηνή στον προσφυγικό καταυλισμό στη Shousha της Τυνησίας, Προσφυγικός καταυλισμός στη Smara του Μαρόκο, Εναέρια άποψη του προσφυγικού καταυλισμού στο Zaatari της Ιορδανίας, Αεροφωτογραφία του καταυλισμού Ifo στο Dadaab της Κένυας
Πηγές: RefAid Organisation (http://www.refugeeaid.org), Works that Work (https://worksthatwork.com/1/refugee_gardens), arc en rêve centre d’architecture (http://www.constellations.arcenreve.com), Daily Mail (http://www.dailymail.co.uk/news/article-3429835/King-Abdullah-says-Jordan-boiling-point-number-Syrian-refugees.html), Quartz News (https://qz.com/560768/when-refugees-camps-last-three-generations-we-must-accept-theyre-not-going-anywhere/), 2017

Στην προσπάθεια της οικουμενικής διαχείρισης της κατάστασης, η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες κατοχυρώνει ένα ενδεδειγμένο μοντέλο για την οργάνωση ενός καταυλισμού. Στόχοι είναι η γρήγορη κατασκευή, η προστασία της ζωής, οι σωστές συνθήκες υγιεινής, η αποφυγή συγκρούσεων και ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο πρόσφυγας δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής οντότητα καθώς ελάχιστη μονάδα θεωρείται η σκηνή ή η οικογένεια. Ο σχεδιασμός στηρίζεται στο masterplan που ορίζει την χωρική τμηματοποίηση και επιμέρους διαίρεση σε υποπεριοχές στέγασης συνολικής χωρητικότητας 20.000 ανθρώπων, στις οποίες προστίθενται δομές συλλογικών παροχών. Προτείνεται μία μορφή οργάνωσης “εκ των κάτω” (bottom-up) με συμμετοχή των προσφύγων και συνεργασία με τους αρωγούς, σε όλες τις φάσεις οργάνωσης και λειτουργίας των δομών ενώ αποθαρρύνεται η δημιουργία ενός “‘ακαμπτου πλέγματος”, προκειμένου ο καταυλισμός να μπορεί να μεταβληθεί και να εξελιχθεί. (UNHCR, 2007)

Η πραγματική εμπειρία όμως διαφέρει από την τεχνοκρατική προσέγγιση των εγχειριδίων. Το ορθολογικό μοντέλο αστοχεί καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τις, κλιματικές, πολιτικές και κοινωνικές παραμέτρους της κάθε περίπτωσης εφαρμογής. Ως αποτέλεσμα, η ειρηνική συμβίωση δεν επιτυγχάνεται, ο έλεγχος χάνεται και τα χωρικά και χρονικά θεωρητικά όρια δεν διατηρούνται.

Πλέον, ο μέσος όρος ζωής των προσφυγικών εγκαταστάσεων συνεχώς αυξάνεται πλησιάζοντας τα 20 χρόνια, με τον πληθυσμό τους να αυξάνεται αναλόγως. Υπολογίζεται ότι τα ⅔ των προσφύγων παγκοσμίως βρίσκονται εκτοπισμένοι για περισσότερα από 5 χρόνια χωρίς προοπτική άμεσης επίλυσης, στις λεγόμενες Παρατεταμένες Προσφυγικές Καταστάσεις. (UNHCR, 2000)

Η μελέτη 4 αντιπροσωπευτικών περιπτώσεων είναι δηλωτική του εύρους αυτών των μεταβολών.

Στην Ελλάδα, η έκταση του προσφυγικού φαινομένου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μελέτης. Οι εισροές της τελευταίας εικοσαετίας αυξήθηκαν ραγδαία το διάστημα 2014-2016 με τους αρμόδιους φορείς να στρέφονται σε κάθε δυνατή μορφή στέγασης, από ιδιωτικές κατοικίες έως καταυλισμούς έκτακτης ανάγκης. Πλέον, λειτουργούν 49 επίσημα σημεία φιλοξενίας και αφορούν 47.157 ανθρώπους, ξεπερνώντας τις αρχικές πληθυσμιακές, χρονικές και χωρικές εκτιμήσεις.

Αναφορικά, στην περίπτωση του Ελαιώνα ο αρχικός οριοθετημένος χώρος στελεχώθηκε με containers και υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε 2 χρόνια ζωής ενώ στο Σχιστό, ένα πρώην στρατόπεδο μετατράπηκε σε δομή φιλοξενίας και ύστερα συμπληρώθηκε με σκηνές για να καλύψει την πληθυσμιακή αύξηση. Στον καταυλισμό του Σκαραμαγκά η εκτεταμένη διαμονή σε συνδυασμό με ελλιπή μέριμνα δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα ρύπανσης στην περιοχή, κάτι που συνέβη και στην δομή της Φιλιππιάδας με σημαντική μόλυνση των υδάτων. (UNHCR, 2017)

Η πρώτη και μεγαλύτερη προσφυγική κρίση που αντιμετώπισε η Ελλάδα όμως, ήταν όταν περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι κατέφθασαν από τα παράλια της Μικράς Ασίας, τον 20ο αιώνα, αποτελώντας την μεγαλύτερη προσφυγική ροή που έχει καταγραφεί παγκοσμίως έως τότε.

Το ελληνικό κράτος ήταν απροετοίμαστο για μία τέτοια κρίση και οι πρόσφυγες στεγάστηκαν σε σκηνές, υπαίθριους χώρους και δημόσια κτίρια. Στη συνέχεια έγιναν τα απαραίτητα βήματα όπως η δημιουργία νέων οικισμών με πρόχειρα καταλύματα, σε απομακρυσμένα σημεία εκτός πόλης αλλά και η προώθηση της αυτοστέγασης και της αγροτικής εγκατάστασης. Έτσι παρουσιάστηκε η αντίθεση της αγοράς ακινήτων από τους έχοντες και της κατάληψης χώρου με παραπήγματα από τους μη έχοντες, οι οποίοι δημιούργησαν “θύλακες φτώχειας” καλύπτοντας αστικά κενά. Ύστερα, όταν η εγκατάσταση θεωρήθηκε πλέον μόνιμη αλλά υπήρχε κτιριακό έλλειμμα, νομοθετήθηκε η δόμηση καθ’ υψος που επέφερε τις πρώτες πολυκατοικίες μαζί με ένα πλήθος νομοθετημάτων και έργων κοινής ωφελείας για την πρωτεύουσα η οποία επεκτείνονταν συνεχώς. (Λεοντίδου, 1989)

Στην Κένυα, στην άνυδρη και ερημική περιοχή Dadaab, βρήκαν καταφύγιο Σομαλοί πρόσφυγες εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου που κηρύχθηκε στη χώρα τους, το 1991. Η διαρκής εισροή ανθρώπων συνεχώς αυξανόταν τόσο από προσφυγικό πληθυσμό όσο και από κατοίκους κοντινών περιοχών οι οποίοι πλήττονταν από την ανέχεια. Ως αποτέλεσμα o αρχικός καταυλισμός επεκτάθηκε, απέκτησε δίκτυα παροχών και σχολεία αλλά αδυνατούσε να καλύψει τις πληθυσμιακές ανάγκες. Για την αποσυμφόρησή του αλλά και για καλύτερο έλεγχο και λειτουργία των δομών δημιουργήθηκαν σε διάστημα ενός έτους άλλες 2 δομές σε κοντινές περιοχές, στις οποίες προστέθηκαν ακόμα 2 καταυλισμοί έως το 2011.

Πλέον, συμπληρώνοντας 26 χρόνια ζωής, οι 5 αυτές περιοχές καλύπτουν συνολική έκταση 44,2 τ χλμ, με αντίστοιχο πληθυσμό 439.000 ανθρώπων αποτελώντας τον μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό παγκοσμίως. Ο ρόλος της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. υπήρξε μείζονος σημασίας τόσο για την επιβίωση όσο και για την διαμόρφωση κοινωνικής και περιβαλλοντικής συνείδησης, την χειραφέτηση και την ισότητα των κατοίκων των καταυλισμών, κάτι που δεν ήταν αυτονόητο στους τόπους καταγωγής τους. Παρά το γεγονός αυτό όμως, τα κρούσματα βίας δεν εκλείπουν με αποτέλεσμα η Κενυατική κυβέρνηση να ανακοινώνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, την εκκένωση των δομών. (Redden, 2012)

Στη Γαλλία, η λεγόμενη “Ζούγκλα του Calais” αποτέλεσε έναν μεγάλο προσφυγικό καταυλισμό στην πόλη Calais, όπου πρόσφυγες και μετανάστες έβρισκαν καταφύγιο στην προσπάθειά τους να διασχίσουν τη Μάγχη και να περάσουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο πρώτος καταυλισμός δημιουργήθηκε στην περιοχή Sangatte, δυτικά του Calais, το 1999. Ο μικρός αρχικός πληθυσμός, συνεχώς αυξανόταν, επιβίωνε κάτω από άσχημες συνθήκες και συχνά ερχόταν σε σύγκρουση με τις αστυνομικές αρχές, γεγονός που οδήγησε στην κρατική επέμβαση και την εκκένωσή του το 2002. Συνέπεια της δράσης αυτής ήταν η μετεγκατάσταση των προσφύγων στο Calais, όπου σχημάτισαν διάσπαρτους καταυλισμούς, τις λεγόμενες “ζούγκλες”, με τις εντάσεις να οξύνονται. Προς αναζήτηση λύσης, διαμορφώθηκε η “συγκεντρωτική Ζούγκλα”, λίγα χιλιόμετρα έξω από το κέντρο της πόλης. Ο πληθυσμός αριθμούσε λίγες χιλιάδες, είχε ευτελείς αλλά απαραίτητες παροχές και μία πρώτη μορφής οργάνωσης. Έτσι, κατάφερε να επιβιώσει για 17 χρόνια και να εξελιχθεί σε μία μικρή πόλη παρά τις διαμάχες και την αντίθετη γνώμη της τοπικής κοινωνίας. Εν τέλει, το 2016 πραγματοποιήθηκε η πλήρης ισοπέδωση του καταυλισμού. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε σε άλλους χώρους όμως μεγάλο τμήμα του επέστρεψε δημιουργώντας νέους θύλακες ενώ οι αρχές απαγόρευσαν την δημιουργία οποιασδήποτε δομής. (Schmitt, 2016)

Στο Zaatari της Ιορδανίας βρίσκεται ο μεγαλύτερος καταυλισμός Σύριων προσφύγων. Ο χώρος διαμορφώθηκε το 2012 με στόχο την επίσημη φιλοξενία 60.000 ανθρώπων, όμως σε 1 μόλις χρόνο είχε ξεπεράσει τους 156.000, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ακόμα χώρου στην κοντινή περιοχή Azraq. Έτσι ο πληθυσμός στο Zaatari πλησίασε τις 80.000, όμως η επιμέρους αυτή μείωση δεν κατάφερε να περιορίσει την γενική πληθυσμιακή αύξηση και τις ανάγκες που αυτή επέφερε. Σε διάστημα 4 χρόνων η αρχική έκταση του Zaatari είχε υπερδεκαπλασιαστεί και αποκτήσει νέες και αναβαθμισμένες δομές με μια ισχυρότερη διοικητική οργάνωση.

Εικόνα 2: Φάσεις εξέλιξης του καταυλισμού στο Zaatari, το διάστημα 2012 – 2015.
Πηγή: The Telegraph (http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/middleeast/jordan/11782854/Inside-the-largest-Syrian-refugee-camp-
Zaatari-camp-three-years-on.html?frame=3397373
), 2017

Παράλληλα, καθώς η προοπτική επαναπατρισμού δεν ήταν άμεση, η ζωή στο Zaatari άρχισε να εμφανίζει στοιχεία λειτουργίας πόλης, με μονάδες εκπαίδευσης και περίθαλψης αλλά και έντονη εμπορική δραστηριότητα εντός και εκτός του καταυλισμού.

Υπό τις τρέχουσες πολιτικές συνθήκες, και με πρόβλεψη εξέλιξης του οικισμού, η Ύπατη Αρμοστεία εξέδωσε το πρόγραμμα ανάπτυξης του Zaatari με σκοπό την αναγνώριση του καταυλισμού ως μία επίσημη πόλη της Ιορδανίας. (UNHCR, 2015)

Κοινός παρονομαστής των παραπάνω παραδειγμάτων είναι η “προσωρινότητα” με την οποία δημιουργείται η εκάστοτε εγκατάσταση και ο “μονιμότερος χαρακτήρας” που αποκτά. Η προσφυγική παρουσία μετατρέπεται σε μια σημαντική δυναμική που καταφέρνει να ξεπεράσει χωρικά σύνορα και κοινωνικά όρια πυροδοτώντας ένα μεγάλο εύρος επιδράσεων εντός και εκτός του καταυλισμού.

Εντός των δομών, οι άνθρωποι συγχρωτίζονται σε περιορισμένη έκταση και διαμορφώνουν μια “βραχυπρόθεσμη” καθημερινότητα σε μια “ενδιάμεση” κατάσταση παρατεταμένης αβεβαιότητας. Αυτή η συνθήκη καθιστά τον καταυλισμό μια “ετεροτοπία”, σύμφωνα με την θεωρία του Foucault, δηλαδή ένα χώρο που υπάρχει παράλληλα με τους πραγματικούς χώρους, αλλά διαφοροποιείται έχοντας μία συγκεκριμένη λειτουργία. Σε αυτή την ετεροτοπία οι κανόνες ανατρέπονται, ο χρόνος είναι σχετικός και περικλείεται το “διαφορετικό”, εγκλωβισμένο σε μία κατάσταση “συνεχούς παρόντος”, προκειμένου να μην επηρεάσει την κανονικότητα. (Σταυρίδης, 1998)

Σε μία άλλη προσέγγιση από τους Slaughter και Crisp, ο καταυλισμός αποτελεί ένα “κράτος εν κράτει”, που διαθέτει δικό του έδαφος, πολίτες, παροχές. ακόμα και ιδεολογίες. Αυτός ο τόπος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως “μη-τόπος” ή χώρος “εκτός τόπου” , ασύνδετος και εκτοπισμένος, με κατοίκους χωρίς ταυτότητα, σχέσεις ή μνήμες. (Puggioni, 2016) Υπό αυτή την οπτική, ο καταυλισμός αποτελεί μια δυνητική έκφραση της “κατάστασης της εξαίρεσης” του Agamben, στην οποία το κράτος αδυνατεί να επιβάλλει την τάξη, και στο όνομα του δημόσιου συμφέροντος η διοίκηση υπερβαίνει το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα του ατόμου. (Agamben, 2007)

Ο καταυλισμός προκύπτει ως αποτέλεσμα αποκλεισμού των προσφύγων σε 3 επίπεδα:

1- το βίαιο αποκλεισμό από τη χώρα προέλευσης

2- την ελεγχόμενη κίνηση σε χώρο κλειστών συνόρων, την αφαίρεση του δικαιώματος επιλογής του τόπου προορισμού και την άρνηση παραχώρησης ασύλου, και

3- τον περιορισμό στους καταυλισμούς και την παρεμπόδιση της πρόσβασης στην αστική ζωή, κάτι που εκφράζεται χωρικά με τη διαμόρφωση των καταυλισμών συνήθως σε απομακρυσμένα από τον πολεοδομικό ιστό σημεία

Κατά τον Murphy, βασικό χαρακτηριστικό των καταυλισμών είναι ο διαχωρισμός από τον ντόπιο πληθυσμό, ο χωρικός περιορισμός και η έλλειψη ιδιωτικότητας, γεγονός που προκαλεί μια κατάσταση παθητικού ελέγχου και εξάρτησης από τρίτους. (Stein, 1986) Σύμφωνα με τον Agier, αυτός ο τρόπος οργάνωσης και διοίκησης του καταυλισμού καθιστά τα όρια μεταξύ προστασίας και καταστολής ρευστά, με τους πρόσφυγες να μετατρέπονται από πρωτογενείς δικαιούχους σε φυλακισμένους, αποτελώντας έναν ανιθαγενή πληθυσμό, εγκλωβισμένο σε κοινωνικοπολιτική ανυπαρξία. Ο χώρος του καταυλισμού, επιβάλλει την λογική του ολοκληρωτισμού, μαζοποιεί την ατομική βούληση και αγνοεί τις ελευθερίες, αποκτώντας μια μορφή κυριαρχίας. (Agier, 2011)

O Cuny θεωρεί πως, καθώς η διάρκεια ζωής των καταυλισμών αυξάνεται, διακρίνονται 3 φάσεις εξέλιξης: Αρχικά, οι πρόσφυγες εγκαθίστανται στο χώρο με βάση τις οδηγίες των ανθρωπιστικών οργανώσεων και περιορίζονται στις παροχές με τις οποίες αυτές τους εφοδιάζουν, συμμετέχοντας ελάχιστα στις διαδικασίες. Ύστερα, ο πληθυσμός αναπροσαρμόζει τον χώρο, αναπτύσσοντας κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική δραστηριότητα. Τέλος, οι εγκαταστάσεις μονιμοποιούνται. (Cuny, 1977) Οι πρόσφυγες αλλάζουν το χώρο στον οποίο κατοικούν σύμφωνα με τις ανάγκες τους, ο καταυλισμός μεταβαίνει σε κατάσταση “μη-προσωρινότητας” και μετατρέπεται σε πόλη “μακράς διάρκειας οργάνωσης του χώρου, κοινωνικής ζωής και συστήματος εξουσίας που δεν υπάρχει πουθενά αλλού”.

Κατά τον Agier, οι καταυλισμοί αποτελούν ιδιαίτερες “αστικές εθνογραφικές περιπτώσεις”. Ένα είδος πόλης, αφενός λόγω της έκτασής του, αφετέρου γιατί η ζωή σε αυτόν παρουσιάζει στοιχεία της αστικής ζωής, καθώς οι χρήστες του χώρου επηρεάζουν τη δομή και τη μορφή του, αναπτύσσουν κάποια κοινωνική διαστρωμάτωση και παρά τις διαφορές τους, διαπραγματεύονται μια συλλογική “ταυτότητα”. Είναι μια “νέα χωροκοινωνική μορφή στην οποία αναδύονται κοινωνικές και πολιτισμικές πολυπλοκότητες και κρυσταλλώνονται ταυτότητες”. (Agier, 2011)

Η παροδικότητα, η συνεχής μετακίνηση, η επιτέλεση ενός συγκεκριμένου στόχου και κατόπιν η απομάκρυνση, θυμίζουν εικόνες του Instant city και του Walking city των Archigram. Θεωρώντας τον προσφυγικό καταυλισμό μια “πόλη” με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, μπορεί συνεπώς να χαρακτηριστεί ως μια “pop – up city” κατά αναλογία ενός “pop – up store”, δηλαδή μια αστική δομή με “ημερομηνία λήξης”. Κάθε προσφυγικός καταυλισμός αποτελεί μία μεταβαλλόμενη συνθήκη, από τη στιγμή δημιουργίας του μέχρι την εξαφάνισή του, αν και όταν πραγματοποιηθεί αυτή. Με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τις συμπεριφορές των κατοίκων του και την δική του εξελικτική πορεία, συνθέτει έναν παράδοξο χώρο τοποθετημένο μεταξύ “τυπικού” και “άτυπου”, “κινητικότητας” και “ακινησίας”, “μονιμότητας” και “παροδικότητας”.

Ως απόρροια των παραπάνω παραδειγμάτων, η πόλη μπορεί να αποτελέσει ένα “ταμπλό” πάνω στο οποίο ο προσφυγικός οικισμός “μετακινείται”, επιβιώνοντας “παρασιτικά”. Τοποθετείται σε “νεκρό έδαφος”, λαμβάνει συνεχείς επεκτάσεις, απορροφάται από τον αστικό ιστό ή μετατρέπεται ο ίδιος σε μόνιμη πόλη.

Εικόνα 3: Διαγραμματική εξέλιξη της σχέσης καταυλισμού – αστικού ιστού, των περιπτώσεων μελέτης . Ιδία επεξεργασία.

Σε όλες τις περιπτώσεις, η προσφυγική παρουσία επιβάλλει νέες συνθήκες, και μέσα στα ρευστά όρια που καθορίζουν πότε κάτι είναι πρόσκαιρο ή μακροπρόθεσμο, επιδρά θετικά ή αρνητικά στον τόπο φιλοξενίας, επηρεάζοντας το φυσικό περιβάλλον, την κοινωνία, την πολιτική και την οικονομία του τόπου διαμονής.

Οι αρνητικές επιπτώσεις περιλαμβάνουν την ανοργάνωτη πολεοδομική ανάπτυξη, την χωρική και κοινωνική περιθωριοποίηση, το μακροχρόνιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα από την λειτουργία των καταυλισμών, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την έξαρση βίας, την ανάπτυξη παραοικονομικών δραστηριοτήτων, την χρηματική αποδυνάμωση της χώρας φιλοξενίας αλλά και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κρατών.

Αντίθετα, η κινητοποίηση φορέων, η κατασκευή υποδομών και δημοσίων έργων, ο πολιτισμικός πλουραλισμός, η διαμόρφωση κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, η αλληλεγγύη αλλά και η σύμπραξη χωρών και οργανισμών μπορούν να λειτουργήσουν θετικά τόσο για την περιοχή ή την χώρα υποδοχής, όσο και τους ίδιους τους πρόσφυγες.

Το προσφυγικό ζήτημα δεν αποτελεί ελεγχόμενο φαινόμενο. Διαμορφώνεται ένας νέος παγκόσμιος πληθυσμός, που εγκαθίσταται σε καταυλισμούς, κατασκευάζοντας τις “πόλεις του αύριο”. Η νέα αυτή πραγματικότητα προοιωνίζει καινούριες κοινωνικές και πολεοδομικές συνισταμένες, με φαινόμενα πρωτοφανούς χωρικής και χρονικής κλίμακας επιρροής.

Ο καταυλισμός, αποτελεί ένα ζωντανό οργανισμό που δέχεται και ασκεί πιέσεις, δημιουργώντας ένα ευρύ δίκτυο αλληλοσυσχετισμών ξεπερνώντας τα όρια που τίθενται, χωρικά και χρονικά. Πως μπορεί να διαχειριστεί το υπάρχον περιβάλλον τις νέες αυτές δυναμικές; Μία γενική ανάλυση περιπτώσεων, μπορεί να ορίσει τη βάση για μια ενδελεχή κατηγοριοποίηση των διάφορων φαινομένων και την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας για την αντιμετώπιση εκτεταμένων προσφυγικών καταστάσεων. Όμως οι στρατηγικές που ορίζονται αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Ποιους τρόπους θα βρει ο σχεδιασμός ώστε να μετατρέψει την “αμηχανία του έκτακτου” σε “ευκαιρία μόνιμης προοπτικής”;

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Agamben G. (2007,[2005]), Κατάσταση εξαίρεσης, μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα

Agier M. (2011), Managing the Undesirables: Refugee Camps and Humanitarian Government, μετάφραση: D.Fernbach, Εκδόσεις Polity, Cambridge

Cuny F. (1977), Refugee Camps and Camp Planning: The State of the Art (Disasters), Εκδόσεις Intertect

Grbac P. (Οκτώβριος 2013), Civitas, polis, and urbs – Reimagining the refugee camp as the city, Refugee Studies Centre Oxford Department of International Development, University of Oxford

Καρύδης Δ. (2006), Τα επτά βιβλία της πολεοδομίας, Αθήνα, Εκδόσεις Παπασωτηρίου

Λεοντίδου Λ. (1989), Πόλεις της Σιωπής: Εργατικός Εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909 – 1940, ΕΤΒΑ Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα, Αθήνα

Lefebvre H. (1996), Writings on Cities, μετάφραση: E. Kofman, E. Lebas, Blackwell Publishers, Oxford

Puggioni R. (2016), Rethinking International Protection – The Sovereign, the State, the Refugee, Migration, Diasporas and Citizenship,Palgrave Macmillan Publishers

Stein B. (1986), The Experience of Being a Refugee: Insights from the Refugee Literature, Michigan State University

Σταυρίδης Σ. (Σεπτέμβριος 1998), Οι χώροι της ουτοπίας και η ετεροτοπία: Στο κατώφλι της σχέσης με το διαφορετικό, Περιοδικό Ουτοπία, Τεύχος 31

UNHCR (2000), A Handy Guide to UNHCR Emergency Standards and Indicators, http://idp-key-resources.org/documents/2000/d04187/000.pdf, σελ. 8

Schmitt C. (Φεβρουάριος 2016), Calais – A Way Out,
http://tracks.unhcr.org/2016/02/calais-a-way-out/, τελευταία επίσκεψη: 8/7/2016

Redden J. (Φεβρουάριος 2012), Dadaab – World’s biggest refugee camp 20 years old, http://www.unhcr.org/news/makingdifference/2012/2/4f439dbb9/dadaab-worlds-biggest-refugee-camp-20-years-old.html, τελευταία επίσκεψη: 8/7/2016

UNHCR (2007), Handbook for emergencies, https://emergency.unhcr.org/

UNHCR (2015), UNHCR Statistics – The World in numbers, http://popstats.unhcr.org/en/overview#_ga=1.30871423.1520454097.1467626684, τελευταία επίσκεψη: 20/1/2017

UNHCR (Ιανουάριος 2017), Greece Sites Report | 24.1.2017, http://data.unhcr.org/mediterranean/documents.php?page=1&view=grid&Country%5B%5D=83


Ετικέτες:

Πρόσφατα από Βήμα Φοιτητών

^